1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Ὑπὲρ Μεγαλοπολιτῶν — §§ 16-18: Υστερόβουλες και επικίνδυνες οι προτάσεις των Λακεδαιμονίων 📜

Βρισκόμαστε στην καρδιά των πίστεων (των αποδείξεων) του λόγου. Ο Δημοσθένης έχει ήδη θέσει το πολιτικό δίλημμα: πρέπει η Αθήνα να βοηθήσει τη Μεγαλόπολη ή να αφήσει τους Λακεδαιμονίους να ξαναγίνουν κύριοι της Πελοποννήσου; Έχει ήδη υποστηρίξει ότι η αθηναϊκή πολιτική οφείλει να στηρίζεται στο δίκαιο και στο συμφέρον μαζί, και ότι η ισορροπία δυνάμεων στην Ελλάδα είναι το πραγματικό διακύβευμα.

Εδώ κάνει το επόμενο, καθοριστικό βήμα: αποκαλύπτει τι κρύβεται πίσω από τις «γενναιόδωρες» προτάσεις των Λακεδαιμονίων. Οι Σπαρτιάτες, με εκπρόσωπο τον βασιλιά Αρχίδαμο, έχουν προτείνει στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις ένα φαινομενικά δίκαιο σχέδιο: ο καθένας να πάρει πίσω αυτά που θεωρεί δικά του. Στους Ηλείους η Τριφυλία, στους Φλειασίους το Τρικάρανον, σε κάποιους Αρκάδες η χώρα τους — και στους Αθηναίους ο Ωρωπός, το πονεμένο τους σημείο. Ο Δημοσθένης δείχνει ότι όλο αυτό είναι ένα προσεκτικά στημένο δίχτυ: όποιος δεχτεί το δώρο, θα χρωστάει χάρη· και η χάρη θα του ζητηθεί όταν οι Λακεδαιμόνιοι βαδίσουν κατά της Μεσσήνης.

Ο Ωρωπός: το αγκάθι της Αθήνας 🏛️

Ο Ωρωπός ήταν συνοριακή περιοχή ανάμεσα στην Αττική και τη Βοιωτία, με μεγάλη στρατηγική και οικονομική σημασία (έλεγχε τον δρόμο προς την Εύβοια). Το 366 π.Χ. οι Αθηναίοι τον έχασαν και πέρασε ουσιαστικά στον έλεγχο των Θηβαίων. Η ανάκτησή του ήταν εμμονή της αθηναϊκής πολιτικής — γι' αυτό ακριβώς οι Λακεδαιμόνιοι τον βάζουν ως δόλωμα στην πρότασή τους. Ο Δημοσθένης ξέρει ότι μιλά σε ακροατήριο για το οποίο ο Ωρωπός είναι συναισθηματικά φορτισμένο θέμα, και θα χρειαστεί μεγάλη ρητορική τόλμη για να πει: καλύτερα να τον αφήσουμε παρά να χάσουμε την Πελοπόννησο.

Το κείμενο ✍️

[16] Δοκοῦσι δέ μοι Λακεδαιμόνιοι μάλα δεινῶν ἔργον ἀνθρώπων ποιεῖν. νῦν γάρ φασιν ἐκεῖνοι δεῖν Ἠλείους μὲν τῆς Τριφυλίας τινὰ κομίσασθαι, Φλειασίους δὲ τὸ Τρικάρανον, ἄλλους δέ τινας τῶν Ἀρκάδων τὴν αὑτῶν, καὶ τὸν Ὠρωπὸν ἡμᾶς, οὐχ ἵν᾽ ἑκάστους ἡμῶν ἴδωσιν ἔχοντας τὰ αὑτῶν, οὐδ᾽ ὀλίγου δεῖ· ὀψὲ γὰρ ἂν φιλάνθρωποι γεγονότες εἶεν· [17] ἀλλ᾽ ἵνα πᾶσι δοκῶσι συμπράττειν ὅπως ἕκαστοι κομίσωνται ταῦθ᾽ ἅ φασιν αὑτῶν εἶναι, ἐπειδὰν δ᾽ ἴωσ᾽ ἐπὶ Μεσσήνην αὐτοί, συστρατεύωνται πάντες αὐτοῖς οὗτοι καὶ βοηθῶσι προθύμως, ἢ δοκῶσ᾽ ἀδικεῖν, περὶ ὧν ἔφασαν ἕκαστοι σφῶν αὐτῶν εἶναι συμψήφους λαβόντες ἐκείνους, μὴ τὴν ὁμοίαν αὐτοῖς [χάριν] ἀποδιδόντες. [18] ἐγὼ δὲ νομίζω τὴν πόλιν, πρῶτον μὲν καὶ χωρὶς τοῦ καθυφεῖναι Λακεδαιμονίοις τινὰς Ἀρκάδων, Ὠρωπὸν ἂν κομίσασθαι, καὶ μετ᾽ ἐκείνων, ἂν τὰ δίκαια ποιεῖν ἐθέλωσι, καὶ μετὰ τῶν ἄλλων τῶν οὐκ οἰομένων δεῖν Θηβαίους ἐᾶν ἔχειν τἀλλότρια. εἰ δ᾽ ἄρα τοῦτ᾽ εὔδηλον ἡμῖν γένοιτο, ὅτι μὴ Λακεδαιμονίους ἐῶντες τὴν Πελοπόννησον καταστρέψασθαι οὐχ οἷοί τ᾽ ἐσόμεθ᾽ Ὠρωπὸν λαβεῖν, αἱρετώτερον, εἰ οἷόν τ᾽ εἰπεῖν, ἡγοῦμαι τὸν Ὠρωπὸν ἐᾶν ἢ Λακεδαιμονίοις Μεσσήνην προέσθαι καὶ Πελοπόννησον. οὐ γὰρ ἂν ἡγοῦμαι περὶ τούτου μόνον ἡμῖν εἶναι τὸν λόγον πρὸς ἐκείνους, ἀλλ᾽-ἐάσω τό γ᾽ ἐπελθὸν εἰπεῖν μοι· περὶ πολλῶν δ᾽ ἂν οἶμαι κίνδυνον ἡμῖν γενέσθαι.

Νεοελληνική απόδοση 🗣️

[16] Μου φαίνεται μάλιστα ότι οι Λακεδαιμόνιοι κάνουν έργο ανθρώπων πάρα πολύ επιτήδειων (και επικίνδυνων). Γιατί τώρα εκείνοι λένε ότι πρέπει οι μεν Ηλείοι να πάρουν πίσω κάποια μέρη της Τριφυλίας, οι Φλειάσιοι το Τρικάρανον, κάποιοι άλλοι από τους Αρκάδες τη χώρα τους, κι εμείς τον Ωρωπό — όχι για να δουν τον καθένα μας να έχει τα δικά του, κάθε άλλο μάλιστα· γιατί θα είχαν γίνει φιλάνθρωποι πολύ αργά·

[17] αλλά (τα λένε αυτά) για να φαίνονται σε όλους ότι συνεργούν, ώστε ο καθένας να πάρει πίσω αυτά που ισχυρίζεται πως είναι δικά του, και, όταν οι ίδιοι βαδίσουν εναντίον της Μεσσήνης, να εκστρατεύσουν όλοι αυτοί μαζί τους και να τους βοηθήσουν πρόθυμα — αλλιώς, να φανούν άδικοι, επειδή δεν θα τους ανταποδίδουν την ίδια (χάρη), αν και είχαν εξασφαλίσει εκείνους ως συμψήφους για όσα ο καθένας τους ισχυριζόταν ότι είναι δικά του.

[18] Εγώ όμως πιστεύω ότι η πόλη μας, πρώτα πρώτα και χωρίς να παραδώσει δόλια στους Λακεδαιμονίους κάποιους από τους Αρκάδες, θα μπορούσε να ανακτήσει τον Ωρωπό — και μαζί με εκείνους, αν θέλουν να πράττουν τα δίκαια, και μαζί με τους άλλους, όσους νομίζουν ότι δεν πρέπει να αφήνουμε τους Θηβαίους να κατέχουν τα ξένα εδάφη. Αν όμως τελικά μας γινόταν ολοφάνερο τούτο, ότι δηλαδή, αν δεν αφήσουμε τους Λακεδαιμονίους να υποτάξουν την Πελοπόννησο, δεν θα είμαστε σε θέση να πάρουμε τον Ωρωπό, θεωρώ προτιμότερο — αν επιτρέπεται να το πω έτσι — να αφήσουμε τον Ωρωπό παρά να εγκαταλείψουμε στους Λακεδαιμονίους τη Μεσσήνη και την Πελοπόννησο. Γιατί νομίζω πως δεν θα ήταν μόνο γι' αυτό η διαπραγμάτευσή μας με εκείνους, αλλά — θα αφήσω απ' έξω αυτό που μου ήρθε στον νου να πω· νομίζω όμως ότι θα κινδυνεύαμε για πολλά.

Ερμηνευτική προσέγγιση 🔍

Η συνολική κίνηση της σκέψης (§§ 16-18)

Ο Δημοσθένης εδώ μιλά χωρίς οξύτητα αλλά με διεισδυτικότητα. Δεν λέει «εἰσὶ δεινοὶ ἄνθρωποι Λακεδαιμόνιοι» («οι Λακεδαιμόνιοι είναι επικίνδυνοι άνθρωποι»), δηλαδή δεν επιτίθεται κατά μέτωπο στα πρόσωπα. Λέει «δοκοῦσι... δεινῶν ἔργον ἀνθρώπων ποιεῖν» — «μου φαίνεται ότι κάνουν έργο πολύ επιτήδειων ανθρώπων». Η κρίση μεταφέρεται από το είναι στο πράττειν, και μάλιστα μέσα σε ένα «μου φαίνεται». Η διατύπωση είναι μαλακή στην επιφάνειά της και κοφτερή στο βάθος της.

Αμέσως μετά έρχεται η φράση που δείχνει πόσο διεισδυτικός είναι στην πραγματικότητα: ὀψὲ γὰρ ἂν φιλάνθρωποι γεγονότες εἶεν — «θα είχαν γίνει φιλάνθρωποι πολύ αργά». Είναι καθαρή ειρωνεία: η Σπάρτη, που επί δεκαετίες επέβαλλε αρμοστές και ολιγαρχίες, τώρα ξαφνικά ανακαλύπτει το δίκαιο των μικρών πόλεων. Η χρονική βαθμίδα (ὀψέ) γίνεται ηθικό επιχείρημα: η καθυστερημένη αρετή δεν είναι αρετή, είναι υπολογισμός.

Έτσι ο ρήτορας φτάνει στον πυρήνα της πρότασης του Αρχίδαμου: «ἐπειδὰν δ᾽ ἴωσ᾽ ἐπὶ Μεσσήνην αὐτοί... (ἵνα) συστρατεύωνται πάντες αὐτοῖς... καὶ βοηθῶσι προθύμως, ἢ δοκῶσ᾽ ἀδικεῖν». Το σχέδιο δεν αφορά την Τριφυλία ή το Τρικάρανον· αφορά τη Μεσσήνη.

Στη συνέχεια επανέρχεται στο ζήτημα του Ωρωπού — και αυτό δεν είναι τυχαίο: αυτό το μέρος της σπαρτιατικής πρότασης ενδιαφέρει πρωτίστως τους ακροατές του. Υποστηρίζει («νομίζω») ότι για την ανάκτησή του (κομίσασθαι τὸν Ὠρωπόν) η Αθήνα δεν χρειάζεται τη δολοφονική συμφωνία: θα βοηθήσουν και οι άλλοι που πιστεύουν ότι οι Θηβαίοι κατέχουν ξένα εδάφη (οὐ... δεῖν Θηβαίους ἐᾶν ἔχειν τἀλλότρια), αλλά και οι ίδιοι οι Λακεδαιμόνιοι, αν είναι ειλικρινά διατεθειμένοι να σεβαστούν το δίκαιο (καὶ μετ᾽ ἐκείνων, ἂν τὰ δίκαια ποιεῖν ἐθέλωσι).

Και τότε έρχεται η μεγάλη ρητορική τόλμη: για λόγους «διπλωματικού εξωραϊσμού» (κατά τη διατύπωση του W. Jaeger), ο Δημοσθένης θυσιάζει τον Ωρωπό (αἱρετώτερον) — μικρή η θυσία — για να μην εγκαταλειφθεί η Μεσσήνη (γιατί δεν είναι δίκαιο) και μαζί ολόκληρη η Πελοπόννησος (Λακεδαιμονίοις Μεσσήνην προέσθαι καὶ Πελοπόννησον) — τεράστια η θυσία. Γιατί τότε πολλοί θα είναι οι κίνδυνοι για τους Αθηναίους (περὶ πολλῶν... κίνδυνον ἡμῖν γενέσθαι). Ποιοι ακριβώς είναι αυτοί οι κίνδυνοι; Δεν τους αναφέρει: ἐάσω τό γ᾽ ἐπελθὸν εἰπεῖν μοι — σχήμα αποσιώπησης.

«Μάλα δεινῶν ἔργον ἀνθρώπων» — η τέχνη της ευπρεπούς καταγγελίας

Ο Δημοσθένης πιστεύει ότι οι Λακεδαιμόνιοι ενεργούν συνήθως με υστεροβουλία και δεν αποκαλύπτουν εξαρχής τα πραγματικά τους σχέδια. Παρουσιάζουν τις προτάσεις τους με τρόπο επιτήδειο, ικανό να παραπλανήσει όποιον δεν τις εξετάζει με σύνεση και σοβαρότητα.

Εδώ όμως ο ρήτορας μιλά γι' αυτούς με γλώσσα ταυτόχρονα «διπλωματική» και ειλικρινή. Θέλει ο λόγος του να είναι ευπρεπής, αλλά και αποκαλυπτικός των μύχιων σκέψεων και των μακροπρόθεσμων βλέψεων της Σπάρτης.

Ας το δούμε από την ανάποδη: αντί για το δεινῶν θα μπορούσε να είχε γράψει «πονηρῶν» (= πανούργων, δολίων). Αυτό άλλωστε είναι η ουσία της σκέψης του. Γιατί δεν το κάνει;

  • Θα εξερέθιζε τους φιλολάκωνες ανάμεσα στους συμπατριώτες του — και στην Αθήνα του 353/2 π.Χ. η φιλολακωνική μερίδα ήταν υπολογίσιμη δύναμη.
  • Ο λόγος του θα γινόταν έτσι γενικά λιγότερο πειστικός και αποτελεσματικός: η ύβρις κλείνει τα αυτιά, το υπονοούμενο τα ανοίγει.
  • Θα κινούνταν έξω από τα πλαίσια της ευπρεπούς αλλά και αμφίσημης διπλωματικής γλώσσας, που είναι ακριβώς το ύφος που αρμόζει σε συμβουλευτικό λόγο περί εξωτερικής πολιτικής.

Το δεινός είναι η ιδανική λέξη γι' αυτό, γιατί είναι σημασιολογικά αμφίσημη: σημαίνει «φοβερός», αλλά και «ικανός, επιτήδειος», αλλά και «επικίνδυνος, πανούργος». Ο ακροατής μπορεί να ακούσει έναν έπαινο δεξιότητας· αλλά μαζί ακούει και την κατηγορία. Ο Δημοσθένης λέει το σκληρό πράγμα με τη λέξη που επιτρέπει την άρνηση.

«Νῦν γὰρ φασιν ἐκεῖνοι...» — η τεκμηρίωση της κατηγορίας

Ο Δημοσθένης δεν αφήνει τον χαρακτηρισμό δεινῶν μετέωρο. Αμέσως παραθέτει τις συγκεκριμένες προτάσεις των Λακεδαιμονίων, για να δικαιολογήσει και να εξηγήσει το προηγούμενο δεινῶν. Το γάρ εδώ είναι επεξηγηματικό: δεν εισάγει απλώς αιτία, αλλά αναπτύσσει το περιεχόμενο του χαρακτηρισμού. Η μέθοδος είναι υποδειγματική για συμβουλευτικό λόγο: πρώτα η κρίση, αμέσως μετά τα δεδομένα που τη στηρίζουν. Ο ακροατής δεν καλείται να πιστέψει τον ρήτορα· καλείται να συμπεράνει μόνος του ότι έχει δίκιο.

Προσέξε και τη σειρά της απαρίθμησης: Ηλείοι, Φλειάσιοι, Αρκάδες — και τελευταίοι οι Αθηναίοι (καὶ τὸν Ὠρωπὸν ἡμᾶς). Η θέση δεν είναι τυχαία. Πρώτα ο ακροατής βλέπει το σχήμα να λειτουργεί σε άλλους, το κρίνει με ψυχραιμία, και μόνο μετά ανακαλύπτει ότι το ίδιο δίχτυ απλώνεται και για τον ίδιο. Είναι η ρητορική τεχνική του «να δει κάποιος τον εαυτό του μέσα από τον καθρέφτη των άλλων».

Η Τριφυλία και το επικίνδυνο προηγούμενο

Η Τριφυλία ήταν μια μικρή περιοχή στη δυτική ακτή της Πελοποννήσου, στον Κυπαρισσιακό κόλπο, ανάμεσα στην Ηλεία (με όριο τον Αλφειό) και τη Μεσσηνία (με όριο τη Νέδα). Στην αρχαιότητα φαίνεται πως βρισκόταν κάτω από την κυριαρχία των Ηλείων. Το 398 π.Χ., με τη βοήθεια της Σπάρτης, οι τριφυλιακές πόλεις έγιναν ανεξάρτητες· αλλά μετά τη μάχη στα Λεύκτρα (371 π.Χ.) έγιναν υποτελείς των Ηλείων. Για πολλά χρόνια αποτελούσαν το «μήλο της έριδος» ανάμεσα σε Ηλείους και Αρκάδες, και το 366 π.Χ. φαίνεται πως βρίσκεται στην κατοχή των δεύτερων.

Γιατί όμως αυτό ενδιαφέρει τον Δημοσθένη; Επειδή οι Λακεδαιμόνιοι είχαν για τη Μεσσηνία ακριβώς τις ίδιες διεκδικήσεις που είχαν οι Ηλείοι για εδάφη της Τριφυλίας. Άρα, η ικανοποίηση των Ηλείων τώρα θα δημιουργούσε ένα καλό νομικό και ηθικό προηγούμενο για τους Λακεδαιμονίους στο μέλλον. Το επιχείρημα «πάρε πίσω αυτό που κάποτε ήταν δικό σου» είναι ουδέτερο μόνο φαινομενικά: όποιος το επικυρώνει για την Τριφυλία, το έχει ήδη επικυρώσει και για τη Μεσσηνία. Η Σπάρτη δεν ζητά έδαφος· ζητά αρχή.

Το Τρικάρανον και οι Φλειάσιοι

Το Τρικάρανον ήταν ένας λόφος κοντά στον Φλ(ε)ιούντα, οχυρωμένος από τους Αργείους, οι οποίοι τον κατέλαβαν το 370-369 π.Χ. και τον χρησιμοποιούσαν ως ορμητήριο εναντίον της πόλης. Ο Φλειούς παρέμενε πιστός σύμμαχος της Σπάρτης ακόμη και μετά την ήττα της στα Λεύκτρα. Ο Ξενοφών το μαρτυρεί: «Φλιάσιοι τοίνυν φίλοι μὲν ἐγένοντο Λακεδαιμονίοις..., σφαλέντων δ᾽ αὐτῶν ἐν τῇ ἐν Λεύκτροις μάχῃ... πιστοὶ διέμειναν...» (Ξενοφῶν, Ἑλληνικά 7,2,2).

Ο λόφος οφείλει την ονομασία του στο σχήμα του, καθώς αποτελείται από τρεις κορυφές (πρβλ. τὸ κάρηνον = κεφάλι, μεταφορικά βουνοκορφή· επίσης τὸ κάρα = κεφάλι).

Οι Φλειάσιοι (ή Φλιάσιοι) είναι οι κάτοικοι του Φλ(ε)ιούντα, αρχαίας πόλης της Αρκαδίας, στη δεξιά όχθη του μικρού ποταμού Ασωπού, που διέρρεε τη Φλιασία χώρα. Αρχικά ήταν ανεξάρτητη και αυτόνομη πόλη, μέλος της δωρικής εξάπολης της Πελοποννήσου (Άργος - Κόρινθος - Σικυώνα - Επίδαυρος - Τροιζήνα). Μετά τα Λεύκτρα οι Φλιάσιοι είχαν συνάψει απλώς συνθήκη φιλίας με τους Θηβαίους. Η φιλία τους με τη Σπάρτη αποδίδει τώρα τους καρπούς της, γιατί στην πρόταση του Αρχίδαμου περιλαμβάνονται και οι δικές τους διεκδικήσεις για το Τρικάρανον.

Η λεπτομέρεια αυτή είναι ρητορικά χρήσιμη στον Δημοσθένη: δείχνει ότι η σπαρτιατική «γενναιοδωρία» ανταμείβει τους πιστούς. Δεν είναι δικαιοσύνη· είναι πολιτική ανταπόδοση, δηλαδή ακριβώς το ίδιο σύστημα χάρης και αντίχαρης που η Σπάρτη ετοιμάζεται να ενεργοποιήσει εναντίον όλων για τη Μεσσήνη.

Λεύκτρα: η χρονιά που άλλαξαν όλα ⚔️

Η μάχη στα Λεύκτρα (371 π.Χ.), όπου ο Θηβαίος Επαμεινώνδας συνέτριψε τον σπαρτιατικό στρατό, τερμάτισε τη σπαρτιατική ηγεμονία. Ο Επαμεινώνδας κατέβηκε στην Πελοπόννησο και έκανε δύο πράγματα που η Σπάρτη δεν συγχώρησε ποτέ: ίδρυσε τη Μεγαλόπολη ως ενωτικό κέντρο των Αρκάδων και ανασύστησε τη Μεσσήνη, απελευθερώνοντας τους είλωτες που η Σπάρτη εκμεταλλευόταν επί αιώνες. Χωρίς τη Μεσσηνία η Σπάρτη έχανε τη μισή οικονομική της βάση. Γι' αυτό η ανάκτηση της Μεσσήνης δεν είναι για τους Λακεδαιμονίους μία διεκδίκηση ανάμεσα σε άλλες — είναι όρος επιβίωσης της ίδιας τους της συγκρότησης. Και γι' αυτό ο Δημοσθένης ξέρει ότι δεν θα την αφήσουν ποτέ.

«Ἢ δοκῶσ᾽ ἀδικεῖν» — η παγίδα της χάρης

Εδώ βρίσκεται ο μηχανισμός της σπαρτιατικής πανουργίας. Το σχέδιο των Λακεδαιμονίων ήταν να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι επιθυμούν την εξομάλυνση της κατάστασης στην Ελλάδα και την επαναφορά του status quo ante — τη γενική αρχή «ἔχειν τὰ ἑαυτῶν», ο καθένας να έχει τα δικά του.

Σιωπηρά όμως εντάσσουν σ' αυτή τη γενική αρχή και τις δικές τους διεκδικήσεις επί της Μεσσηνίας. Βοηθούν τώρα τους άλλους να ανακτήσουν εδάφη που θεωρούν ότι τους ανήκουν από παλαιά — και κάποια στιγμή θα ζητήσουν κι αυτοί ανάλογη βοήθεια (ἵνα συστρατεύωνται πάντες αὐτοῖς...) για τη Μεσσηνία.

Και εδώ κλείνει η παγίδα: αν αρνηθούν, θα χαρακτηριστούν άδικοι και αχάριστοι. Θα έχουν παραβεί ταυτόχρονα:

  • την αρχή που οι ίδιοι επικύρωσαν όταν την επικαλέστηκαν για τον εαυτό τους (ἀδικεῖν),
  • και τον άγραφο νόμο της ανταπόδοσης της χάρης (μὴ τὴν ὁμοίαν... ἀποδιδόντες).

Το κείμενο το κάνει ρητό με την εναντιωματική μετοχή λαβόντες: «αν και είχαν εξασφαλίσει εκείνους ως συμψήφους». Δηλαδή: πήρες τη σπαρτιατική ψήφο για το δικό σου· πώς θα αρνηθείς τη δική σου για το δικό τους;

Η στάση του Δημοσθένη: το «καθυφεῖναι» και η άρνηση της προδοσίας

Στην § 18 έρχεται η προσωπική τοποθέτηση, εισαγόμενη με έμφαση: ἐγὼ δὲ νομίζω. Η αντίθεση (δέ) και η ρητή δήλωση του υποκειμένου (ἐγώ) δείχνουν ότι ο ρήτορας αναλαμβάνει προσωπικά την ευθύνη μιας γνώμης που ξέρει ότι θα ξενίσει.

Το κρίσιμο ρήμα είναι το καθυφεῖναι (καθυφίημι). Δεν σημαίνει απλώς «εγκαταλείπω»· σημαίνει παραδίδω κάποιον δόλια στο έλεος κάποιου άλλου, τον «θυσιάζω» σιωπηρά. Ο Δημοσθένης δηλώνει ότι η Αθήνα μπορεί να ανακτήσει τον Ωρωπό χωρίς να κάνει αυτό — χωρίς να παραδώσει τους Αρκάδες στους Λακεδαιμονίους. Η επιλογή της λέξης χαρακτηρίζει ταυτόχρονα και το τι θα σήμαινε η αντίθετη πολιτική: προδοσία.

Και προτείνει δύο δρόμους ανάκτησης του Ωρωπού, που δεν περνούν από την προδοσία:

  1. μετ᾽ ἐκείνων, ἂν τὰ δίκαια ποιεῖν ἐθέλωσι — μαζί με τους ίδιους τους Λακεδαιμονίους, εφόσον όμως πράγματι θέλουν το δίκαιο. Η υποθετική πρόταση είναι ευγενική στη μορφή και δηλητηριώδης στην ουσία: αφήνει ανοιχτό ότι δεν θέλουν.
  2. μετὰ τῶν ἄλλων τῶν οὐκ οἰομένων δεῖν Θηβαίους ἐᾶν ἔχειν τἀλλότρια — μαζί με όλους όσοι θεωρούν ότι οι Θηβαίοι δεν πρέπει να κατέχουν ξένα εδάφη. Δηλαδή: υπάρχει ήδη ένα ευρύτερο μέτωπο· η Αθήνα δεν είναι υποχρεωμένη να πληρώσει το σπαρτιατικό τίμημα.

«Αἱρετώτερον... τὸν Ὠρωπὸν ἐᾶν» — η τολμηρότερη πρόταση του λόγου

Και μετά ο Δημοσθένης κάνει κάτι που λίγοι ρήτορες θα τολμούσαν: προτείνει, υποθετικά, να παραιτηθεί η Αθήνα από τον Ωρωπό.

Το κάνει με τεράστια προφύλαξη:

  • Το τοποθετεί σε δεύτερης μορφής υπόθεση (εἰ δ᾽ ἄρα τοῦτ᾽ εὔδηλον ἡμῖν γένοιτο...): «αν τυχόν μας γινόταν ολοφάνερο». Δεν λέει ότι έτσι είναι· λέει «αν αποδεικνυόταν ότι έτσι είναι».
  • Το εντάσσει σε συγκριτική διατύπωση (αἱρετώτερον... ἢ...): δεν λέει «καλό είναι να χάσουμε τον Ωρωπό», λέει «είναι προτιμότερο από το άλλο». Η επιλογή δεν παρουσιάζεται ως καλή, αλλά ως η λιγότερο κακή.
  • Και προσθέτει τη ρητή παραίτηση-δικαιολογία: εἰ οἷόν τ᾽ εἰπεῖν — «αν επιτρέπεται να το πω έτσι». Είναι σχεδόν συγγνώμη προς το ακροατήριο για την τόλμη της πρότασης.

Αυτό είναι που ο W. Jaeger ονόμασε «διπλωματικό εξωραϊσμό»: η δυσάρεστη πρόταση τυλίγεται σε τόσα στρώματα προφύλαξης ώστε να μπορεί να ακουστεί χωρίς να προκαλέσει άμεση απόρριψη.

Η λογική πίσω από την πρόταση είναι καθαρά επιχείρημα από το συμφέρον, με σύγκριση μεγεθών:

Τι θυσιάζεταιΜέγεθοςΣυνέπεια
ὨρωπόςΜικρή θυσία 📍Μια συνοριακή περιοχή
Μεσσήνη + ΠελοπόννησοςΤεράστια θυσία ⚔️Αναβίωση της σπαρτιατικής ηγεμονίας
και άμεσος κίνδυνος για την ίδια την Αθήνα

Και υπάρχει και το ηθικό σκέλος: το να εγκαταλείψει η Αθήνα τη Μεσσήνη στους Λακεδαιμονίους δεν είναι δίκαιο. Ο Δημοσθένης λοιπόν δεν επιλέγει ανάμεσα σε δίκαιο και συμφέρον· δείχνει ότι εδώ τα δύο συμπίπτουν, κι αυτή είναι η ισχυρότερη θέση που μπορεί να πάρει ένας συμβουλευτικός ρήτορας.

Το «περὶ τούτου» και η αποσιώπηση

Η τελευταία περίοδος είναι ίσως η πιο δυνατή στιγμή της ενότητας. Ο Δημοσθένης λέει ότι, αν έρθει η ρήξη, η διαπραγμάτευση με τους Λακεδαιμονίους δεν θα αφορά μόνο περὶ τούτου — δηλαδή τον Ωρωπό (κατ' άλλους ερμηνευτές: τη Μεσσήνη). Και ενώ ετοιμάζεται να πει τι ακριβώς θα διακυβευτεί, σταματά:

ἀλλ᾽ — ἐάσω τό γ᾽ ἐπελθὸν εἰπεῖν μοι.

«Αλλά — θα αφήσω αυτό που μου ήρθε στον νου να πω.»

Τι είναι αυτό που δεν λέει; Ο Δημοσθένης φέρνει στον νου του τα χειρότερα: τον κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την ίδια την Αθήνα, και ο οποίος θα προέλθει από την αναβίωση της σπαρτιατικής ηγεμονίας στην Πελοπόννησο. Για να διεγείρει το ενδιαφέρον των ακροατών του — και ίσως και για να τους εκφοβίσει — αποσιωπά αυτή τη σκέψη. Και την αποσιωπά επίσης γιατί του είναι αποκρουστική: πρέπει να ανακαλέσει συνειρμούς από το οδυνηρό τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου.

Το 404 π.Χ. οι νικητές Λακεδαιμόνιοι είχαν γκρεμίσει τα Μακρά Τείχη, είχαν διαλύσει τον αθηναϊκό στόλο και είχαν εγκαταστήσει τους Τριάκοντα Τυράννους. Ο Δημοσθένης δεν χρειάζεται να το πει: το ακροατήριό του το συμπληρώνει μόνο του, και μάλιστα με μεγαλύτερη ένταση απ' όση θα είχε οποιαδήποτε διατύπωση. Και κλείνει με μια αόριστη, γι' αυτό απειλητική, γενίκευση: περὶ πολλῶν δ᾽ ἂν οἶμαι κίνδυνον ἡμῖν γενέσθαι — «νομίζω πως θα κινδυνεύαμε για πολλά».

Ρητορική τεχνική και δομή 🎯

Θέση στον λόγο

Οι §§ 16-18 ανήκουν στις πίστεις (αποδείξεις) του συμβουλευτικού λόγου. Ειδικότερα, αποτελούν μια ανασκευή (ἀνασκευή): ο ρήτορας δεν αναπτύσσει απλώς τη δική του πρόταση, αλλά διαλύει τη θέση του αντιπάλου, δείχνοντας ότι η φαινομενικά δίκαιη σπαρτιατική πρόταση είναι στην πραγματικότητα εργαλείο κυριαρχίας.

Τα επιχειρήματα

  1. Επιχείρημα από τα πραγματικά κίνητρα (§§ 16-17): η πρόταση των Λακεδαιμονίων δεν αποσκοπεί στο δίκαιο (οὐχ ἵνα... ἴδωσιν) αλλά στην εξασφάλιση συμμάχων για τη Μεσσήνη (ἀλλ᾽ ἵνα... συστρατεύωνται).
  2. Επιχείρημα από την ασυνέπεια / το ἦθος του αντιπάλου (ὀψὲ... φιλάνθρωποι): μια φιλανθρωπία που εμφανίζεται τόσο αργά είναι ύποπτη.
  3. Επιχείρημα από την εναλλακτική λύση (§ 18): υπάρχει δρόμος για τον Ωρωπό που δεν περνά από την προδοσία των Αρκάδων.
  4. Επιχείρημα από τη σύγκριση μεγεθών / το συμφέρον (αἱρετώτερον): ανάμεσα σε δύο κακά διαλέγουμε το μικρότερο.
  5. Επιχείρημα από τον φόβο (περὶ πολλῶν... κίνδυνον), ενισχυμένο από την αποσιώπηση.

Σχήματα λόγου και εκφραστικά μέσα

  • Ειρωνεία: ὀψὲ γὰρ ἂν φιλάνθρωποι γεγονότες εἶεν.
  • Λιτότητα / μειωτική διατύπωση: δοκοῦσι... ἔργον ποιεῖν αντί για ευθεία κατηγορία των προσώπων.
  • Αμφισημία (λεξιλογική): δεινός = ικανός / επικίνδυνος / πανούργος.
  • Αντίθεση: οὐχ ἵνα... ἀλλ᾽ ἵνα... — ο δηλωμένος έναντι του πραγματικού σκοπού. Επίσης ἐγὼ δὲ νομίζω, σε αντίθεση με το φασὶν ἐκεῖνοι.
  • Απαρίθμηση / συσσώρευση: Ἠλείους μὲν... Φλειασίους δὲ... ἄλλους δέ τινας... καὶ ἡμᾶς — δίνει την εικόνα ενός συστηματικού, γενικευμένου σχεδίου.
  • Επιδιόρθωση / επίταση: οὐδ᾽ ὀλίγου δεῖ — «κάθε άλλο μάλιστα», που ενισχύει την προηγούμενη άρνηση.
  • Αποσιώπηση: ἀλλ᾽ — ἐάσω τό γ᾽ ἐπελθὸν εἰπεῖν μοι.
  • Παρενθετική επιφύλαξη: εἰ οἷόν τ᾽ εἰπεῖν — αμβλύνει τη σκληρότητα της πρότασης.
  • Α' πληθυντικό πρόσωπο (ἡμᾶς, ἡμῖν, ἐσόμεθα): ο ρήτορας ταυτίζεται με το ακροατήριο, κάνει το πρόβλημα κοινό.

Το ήθος του ρήτορα

Μέσα σε λίγες γραμμές ο Δημοσθένης χτίζει μια εικόνα του εαυτού του που είναι καθοριστική για την πειθώ: ψύχραιμος (δεν υβρίζει τους Λακεδαιμονίους), διεισδυτικός (βλέπει πίσω από τις προτάσεις), έντιμος (αρνείται το καθυφεῖναι), τολμηρός (θέτει επί τάπητος τη θυσία του Ωρωπού) και υπεύθυνος (δεν εκμεταλλεύεται τον φόβο, τον υπαινίσσεται). Αυτό το ἦθος είναι το ίδιο ισχυρό επιχείρημα με τον λόγο και το πάθος που το συνοδεύουν.

Ο Αρχίδαμος Γ' και η σπαρτιατική διπλωματία 🏛️

Ο Αρχίδαμος Γ', γιος του Αγησιλάου, ήταν βασιλιάς της Σπάρτης την περίοδο αυτή και πίσω από την πρόταση που ανασκευάζει εδώ ο Δημοσθένης. Η μετά τα Λεύκτρα Σπάρτη δεν είχε πια τη στρατιωτική δύναμη να επιβάλει τη θέλησή της· είχε όμως ακόμη κύρος και συμμάχους. Έτσι στράφηκε στη διπλωματία της αρχής: αντί να απαιτήσει τη Μεσσήνη με τα όπλα, προσπάθησε να θεσπίσει τον γενικό κανόνα «ο καθένας ας πάρει πίσω τα δικά του» και να αφήσει τον κανόνα να δουλέψει γι' αυτήν. Ο Δημοσθένης αποδεικνύεται εξαιρετικός αναγνώστης αυτής της τακτικής — και ο λόγος του δείχνει ότι η αρχαία πολιτική σκέψη είχε ήδη κατανοήσει πλήρως πώς μια «ουδέτερη» αρχή μπορεί να είναι όπλο.