Ὑπὲρ Μεγαλοπολιτῶν — §§ 14-15: Αμετάβλητη η εξωτερική πολιτική της Αθήνας 📜
Βρισκόμαστε στο κύριο μέρος της απόδειξης (πίστεις) του λόγου. Ο Δημοσθένης έχει ήδη υποστηρίξει ότι η Αθήνα οφείλει να στηρίξει τους Μεγαλοπολίτες απέναντι στη Σπάρτη, ώστε να μη γιγαντωθεί ξανά η λακεδαιμονική δύναμη στην Πελοπόννησο. Οι πολιτικοί του αντίπαλοι όμως έχουν αντιτάξει ένα ισχυρό ηθικό-πολιτικό επιχείρημα: αν η Αθήνα, που ως τώρα ήταν φιλικά διακείμενη προς τη Σπάρτη, συμμαχήσει τώρα με τους Αρκάδες, θα φανεί άστατη και αναξιόπιστη στα μάτια όλων των Ελλήνων.
Στις §§ 14-15 ο ρήτορας αναλαμβάνει να ανατρέψει ακριβώς αυτή την ένσταση — και μάλιστα να τη γυρίσει εναντίον των αντιπάλων του. ⚖️ Το επιχείρημά του είναι απλό και καταλυτικό: η Αθήνα δεν άλλαξε ποτέ πολιτική, γιατί η πολιτική της δεν ήταν ποτέ «φιλία με τον Χ» ή «εχθρότητα με τον Ψ», αλλά μία και μοναδική σταθερή αρχή — η προστασία των αδικουμένων. Αν αλλάζουν οι σύμμαχοι, αλλάζουν επειδή αλλάζει το ποιος αδικείται κάθε φορά, όχι επειδή αλλάζει η Αθήνα.
Στη διπλωματία των ελληνικών πόλεων του 4ου αι. π.Χ. η φήμη μιας πόλης ως σταθερής και αξιόπιστης συμμάχου είχε τεράστια πρακτική αξία: από αυτήν εξαρτιόταν αν άλλες πόλεις θα δέχονταν να συνάψουν συμμαχία μαζί της. Γι' αυτό η κατηγορία της «μεταβολής» (της αλλαγής στρατοπέδου) ήταν από τα βαρύτερα πλήγματα που μπορούσε να δεχθεί ένας πολιτικός στην Εκκλησία του Δήμου. Ο Δημοσθένης δεν μπορεί να την αγνοήσει· πρέπει να την αντιμετωπίσει κατά μέτωπο.
Το κείμενο ✍️
[14] Θαυμάζω τοίνυν καὶ τῶν λεγόντων τοῦτον τὸν λόγον, ὡς εἰ συμμάχους ποιησόμεθ᾽ Ἀρκάδας καὶ ταῦτα πράξομεν, μεταβάλλεσθαι δόξει καὶ οὐδὲν ἔχειν πιστὸν ἡ πόλις. ἐμοὶ μὲν γὰρ δοκεῖ τοὐναντίον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι. διὰ τί; ὅτι τῶν πάντων οὐδέν᾽ ἂν ἀντειπεῖν οἴομαι ὡς οὐ καὶ Λακεδαιμονίους καὶ πρότερον Θηβαίους καὶ τὸ τελευταῖον Εὐβοέας ἔσωσεν ἡ πόλις, καὶ μετὰ ταῦτα συμμάχους ἐποιήσατο, ἕν τι καὶ ταὔτ᾽ ἀεὶ βουλομένη πράττειν. [15] ἔστι δὲ τοῦτο τί; τοὺς ἀδικουμένους σῴζειν. εἰ τοίνυν ταῦθ᾽ οὕτως ἔχει, οὐκέτ᾽ ἂν ἡμεῖς εἴημεν οἱ μεταβαλλόμενοι, ἀλλ᾽ οἱ μὴ ᾽θέλοντες τοῖς δικαίοις ἐμμένειν, καὶ φανήσεται τὰ πράγματ᾽ ἀεὶ διὰ τοὺς πλεονεκτεῖν βουλομένους μεταβαλλόμενα, οὐχ ἡ πόλις ἡμῶν.
Νεοελληνική απόδοση 🗣️
[14] Απορώ λοιπόν και μ' εκείνους που διατυπώνουν αυτό το επιχείρημα, ότι δηλαδή, αν κάνουμε συμμάχους μας τους Αρκάδες και εφαρμόσουμε αυτή την πολιτική, θα φανεί η πόλη μας ότι αλλάζει στάση και ότι δεν εμπνέει καμιά εμπιστοσύνη. Σ' εμένα πάντως, Αθηναίοι, φαίνεται το εντελώς αντίθετο. Γιατί; Επειδή πιστεύω ότι κανένας απολύτως άνθρωπος δεν θα μπορούσε να αντείπει ότι δεν έσωσε η πόλη μας και τους Λακεδαιμονίους και προηγουμένως τους Θηβαίους και τελευταία τους Ευβοείς, και ότι κατόπιν τους έκανε συμμάχους της, θέλοντας πάντοτε να πράττει ένα και το ίδιο πράγμα.
[15] Και ποιο είναι αυτό; Να σώζει αυτούς που αδικούνται. Αν λοιπόν έτσι έχουν τα πράγματα, δεν θα ήμασταν πια εμείς εκείνοι που αλλάζουν στάση, αλλά εκείνοι που δεν θέλουν να μένουν σταθεροί στις αρχές του δικαίου· και θα αποδειχθεί ότι πάντοτε οι καταστάσεις μεταβάλλονται εξαιτίας εκείνων που επιδιώκουν να πλεονεκτούν, και όχι εξαιτίας της δικής μας πόλης.
Ολόκληρη η επιχειρηματολογία στηρίζεται σε μια μετατόπιση του κριτηρίου. Οι αντίπαλοι κρίνουν τη σταθερότητα με βάση τα πρόσωπα των συμμάχων (χθες με τη Σπάρτη, σήμερα με τους Αρκάδες = αλλαγή). Ο Δημοσθένης κρίνει τη σταθερότητα με βάση την αρχή που καθορίζει τη δράση (πάντοτε με τον αδικούμενο = σταθερότητα). Όποιος δεχθεί το δεύτερο κριτήριο, δέχεται αυτόματα και το συμπέρασμα.
Ερμηνευτική προσέγγιση 🔍
Η ένσταση των αντιπάλων και η ανασκευή της (θαυμάζω... μεταβάλλεσθαι δόξει — οὐδὲν ἔχειν πιστόν)
Ο Δημοσθένης ανοίγει την παράγραφο παραθέτοντας ο ίδιος το επιχείρημα των αντιπάλων του: «Είναι ν' απορεί κανείς με τον ισχυρισμό των αντιπάλων μου ότι η πόλη μας φαίνεται να μην ακολουθεί σταθερή εξωτερική πολιτική και συνεπώς είναι αναξιόπιστη». Το ρήμα θαυμάζω δεν δηλώνει εδώ θαυμασμό αλλά απορία με υπόγεια ειρωνεία: ο ρήτορας παριστάνει ότι εκπλήσσεται πώς είναι δυνατόν έξυπνοι άνθρωποι να υποστηρίζουν κάτι τόσο εσφαλμένο. Είναι μια μορφή ήπιας επίθεσης που δεν προσβάλλει ευθέως, αλλά υπονομεύει την αξιοπιστία του αντιπάλου, αφήνοντας το ακροατήριο να συμπεράνει μόνο του ότι το επιχείρημα είναι αστήρικτο.
Η φράση οὐδὲν ἔχειν πιστόν είναι η βαρύτερη κατηγορία: δεν λέει απλώς ότι η Αθήνα αλλάζει γνώμη, αλλά ότι δεν εμπνέει καμία απολύτως εμπιστοσύνη, ότι είναι τελείως αναξιόπιστη ως εταίρος. Ο Δημοσθένης, αντί να την αποσιωπήσει, τη διατυπώνει ο ίδιος με τη μεγαλύτερη δυνατή σφοδρότητα — τεχνική τολμηρή, αλλά ρητορικά πανίσχυρη: όσο πιο ισχυρή παρουσιάσεις την ένσταση που πρόκειται να ανατρέψεις, τόσο πιο εντυπωσιακή είναι η ανατροπή.
Η απάντηση έρχεται ακαριαία και κατηγορηματικά: ἐμοὶ μὲν γὰρ δοκεῖ τοὐναντίον. Ο ρήτορας δεν διαπραγματεύεται, δεν συμβιβάζεται, δεν λέει «εν μέρει έχετε δίκιο». Δηλώνει ότι η αλήθεια είναι ακριβώς η αντίθετη από αυτήν που υποστηρίζουν οι αντίπαλοι. Η προσωπική αντωνυμία ἐμοί, τοποθετημένη εμφατικά στην αρχή, αντιπαραθέτει το κύρος του ίδιου του ομιλητή στο κύρος των αντιπάλων.
Τα ιστορικά παραδείγματα: το επιχείρημα της αντικειμενικότητας (Λακεδαιμονίους... Θηβαίους... Εὐβοέας)
Το δυνατότερο σημείο της §14 είναι ότι ο Δημοσθένης δεν στηρίζεται σε γνώμες αλλά σε γεγονότα. Η γνώμη του, μας λέει το ερμηνευτικό υπόμνημα, «στηρίζεται σε ιστορικά παραδείγματα (αντικειμενικότητα) αναμφισβήτητα». Και η αναμφισβητησία τους τονίζεται ρητά: οὐδέν᾽ ἂν ἀντειπεῖν οἴομαι — κανένας απολύτως δεν θα μπορούσε να το αρνηθεί. Ο ρήτορας δεν ζητά από το ακροατήριο να τον πιστέψει· ζητά από το ακροατήριο να θυμηθεί τη δική του ιστορία. 🏛️
Τα τρία παραδείγματα δεν είναι τυχαία επιλεγμένα:
- Λακεδαιμονίους: Η Αθήνα έσωσε τους ίδιους τους Σπαρτιάτες. Ο Δημοσθένης μάλλον αναφέρεται στην περίπτωση του Ιφικράτη (πρβλ. τη φράση ἐλθόντων πάντων Πελοποννησίων της § 12), κυρίως όμως στη βοήθεια που έδωσαν οι Αθηναίοι κατά τη μάχη της Μαντινείας (362 π.Χ.), όταν η Αθήνα τάχθηκε στο πλευρό της Σπάρτης απέναντι στη θηβαϊκή ηγεμονία.
- πρότερον Θηβαίους: Εννοεί τη βοήθεια των Αθηναίων το 379 π.Χ. για την απελευθέρωση της Θήβας από τους Σπαρτιάτες, οι οποίοι είχαν καταλάβει την Καδμεία, την ακρόπολη των Θηβών, το 382 π.Χ.
- τὸ τελευταῖον Εὐβοέας: Το 358 π.Χ. οι Αθηναίοι έστειλαν στην Εύβοια στρατιωτική δύναμη με διοικητή τον στρατηγό Τιμόθεο, γιο του Κόνωνα, ο οποίος ανάγκασε τους Θηβαίους να εκκενώσουν το νησί· η Εύβοια εντάχθηκε τότε στη Δεύτερη Αθηναϊκή Συμμαχία. Στο ίδιο γεγονός αναφέρεται ο Δημοσθένης και σε άλλους λόγους του: στο Περὶ τῶν ἐν Χερρονήσῳ § 74 («ἴστε γὰρ δήπου τοῦθ᾽ ὅτι Τιμόθεός ποτ᾽ ἐκεῖνος ἐν ὑμῖν ἐδημηγόρησεν ὡς δεῖ βοηθεῖν καὶ τοὺς Εὐβοέας σῴζειν, ὅτε Θηβαῖοι κατεδουλοῦντ᾽ αὐτούς») και στον Κατ᾽ Ἀνδροτίωνος § 14 («ἴσθ᾽ ὅτι πρώην Εὐβοεῦσιν ἡμερῶν τριῶν ἐβοηθήσατε καὶ Θηβαίους ὑποσπόνδους ἀπεπέμψατε» — δηλαδή τους διώξατε προστατευμένους από συμφωνία).
Η ιδιοφυΐα της επιλογής βρίσκεται στο ότι τα παραδείγματα είναι φαινομενικά αντιφατικά μεταξύ τους: η Αθήνα βοήθησε τους Θηβαίους εναντίον των Σπαρτιατών (379), βοήθησε τους Σπαρτιάτες εναντίον των Θηβαίων (362), βοήθησε τους Ευβοείς πάλι εναντίον των Θηβαίων (358). Ένας επιπόλαιος παρατηρητής θα έλεγε: να η απόδειξη της αστάθειας! Ο Δημοσθένης όμως δείχνει ότι κάτω από τη φαινομενική αντίφαση υπάρχει απόλυτη συνέπεια. Η Αθήνα ήταν πάντοτε στο πλευρό του αδικούμενου — και επειδή ο αδικούμενος άλλαζε, άλλαζε και ο σύμμαχος. Επιπλέον, η Αθήνα δεν αρκείται στη σωτηρία: καὶ μετὰ ταῦτα συμμάχους ἐποιήσατο, τους έκανε και συμμάχους της, δηλαδή η γενναιοδωρία της απέδιδε και πολιτικό όφελος.
Η αρχή που τα ενοποιεί όλα: τοὺς ἀδικουμένους σῴζειν
Η μετάβαση από την § 14 στην § 15 γίνεται με ένα δεύτερο ρητορικό ερώτημα: ἔστι δὲ τοῦτο τί; Ο ρήτορας έχει μόλις πει ότι η Αθήνα ήθελε πάντοτε να κάνει «ἕν τι καὶ ταὐτό», ένα και το αυτό πράγμα — και τώρα κρατά το ακροατήριο σε αγωνία για μια στιγμή πριν αποκαλύψει ποιο. Η απάντηση δίνεται με τρεις μόλις λέξεις: τοὺς ἀδικουμένους σῴζειν. 🎯
Η λιτότητα εδώ είναι σκόπιμη. Μια πολιτική αρχή που μπορεί να διατυπωθεί σε τρεις λέξεις είναι μια αρχή που θυμούνται οι ακροατές — και ο Δημοσθένης θέλει αυτή η φράση να ηχεί στα αυτιά τους όταν θα σηκώσουν το χέρι τους στην ψηφοφορία. Το κριτήριο και το κίνητρο των ενεργειών της Αθήνας ήταν πάντοτε το δίκαιον: η σωτηρία των αδικουμένων. Επομένως, και τώρα η πόλη οφείλει να μείνει σταθερή στην ίδια αρχή, δηλαδή να βοηθήσει τους αδικούμενους Μεγαλοπολίτες.
Η ιδέα αυτή δεν εμφανίζεται μόνο εδώ: ο Δημοσθένης αναφέρεται συχνά σ' αυτήν, παρουσιάζοντάς την ως διαχρονικό χαρακτηριστικό γνώρισμα της αθηναϊκής πολιτικής ταυτότητας. Αλλού μάλιστα τη συνδέει ρητά με το συμφέρον και την εδαφική ακεραιότητα της πόλης — δηλαδή δεν πρόκειται για αφελή ιδεαλισμό, αλλά για μια αρχή που συνδυάζει το ηθικά ορθό με το πολιτικά ωφέλιμο. Είναι ταυτόχρονα η αυτοεικόνα των Αθηναίων (η πόλη-προστάτιδα των αδυνάτων) και ένα ρεαλιστικό δόγμα ισορροπίας δυνάμεων: βοηθώντας τον αδικούμενο, η Αθήνα εμποδίζει κάθε φορά τον ισχυρότερο να γίνει υπερβολικά ισχυρός.
Η εικόνα της Αθήνας που σώζει τους καταπιεσμένους ήταν πάγιο μοτίβο της αθηναϊκής ρητορικής παράδοσης, ιδίως των επιταφίων λόγων. Τα κλασικά παραδείγματα που επικαλούνταν ήταν ο θρύλος για την ταφή των νεκρών των Επτά επί Θήβας (που η Αθήνα εξασφάλισε παρά τη θέληση των Θηβαίων) και η προστασία των Ἡρακλειδῶν, των παιδιών του Ηρακλή, από τον Ευρυσθέα. Ο Δημοσθένης πατά πάνω σ' αυτή τη βαθιά ριζωμένη συλλογική αυτοεικόνα: δεν ζητά από τους Αθηναίους να κάνουν κάτι καινούργιο, τους ζητά να παραμείνουν αυτό που πιστεύουν ότι είναι.
Η ανατροπή: ποιος τελικά αλλάζει; (οὐκέτ᾽ ἂν ἡμεῖς εἴημεν οἱ μεταβαλλόμενοι)
Εδώ βρίσκεται η ρητορική κορύφωση των δύο παραγράφων. Ο Δημοσθένης δεν αρκείται να απορρίψει την κατηγορία της αστάθειας· την επιστρέφει στους κατηγόρους. Το επιχείρημα κινείται συλλογιστικά ως εξής: αν η αθηναϊκή πολιτική ταυτίζεται με την υπεράσπιση του δικαίου, τότε «μεταβαλλόμενος» δεν είναι όποιος αλλάζει συμμάχους, αλλά όποιος εγκαταλείπει το δίκαιο — οἱ μὴ ᾽θέλοντες τοῖς δικαίοις ἐμμένειν. Και αυτοί δεν είναι οι Αθηναίοι· είναι οι Λακεδαιμόνιοι.
Το ερώτημα που θέτει σιωπηρά στο ακροατήριο είναι δραματικό: Ποιος λοιπόν αλλάζει πολιτική στάση; Η πόλη μας, που μένει σταθερή στις αρχές του δικαίου και της ισότητας των κρατών — αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε διεθνές δίκαιο — εξυπηρετώντας παράλληλα και το δικό της συμφέρον; Ή όσοι παραβιάζουν το δίκαιο από πλεονεξία και ηγεμονική διάθεση;
Η κατακλείδα γενικεύει το επιχείρημα σε καθολική αρχή της πολιτικής ζωής: φανήσεται τὰ πράγματ᾽ ἀεὶ διὰ τοὺς πλεονεκτεῖν βουλομένους μεταβαλλόμενα, οὐχ ἡ πόλις ἡμῶν. Δεν είναι οι δίκαιοι που αναστατώνουν τον κόσμο, αλλά οι πλεονέκτες. Η λέξη πλεονεκτεῖν (< πλεονέκτης < πλεονεξία < πλέον + ἔχω) είναι φορτισμένη: δηλώνει αυτόν που θέλει να έχει περισσότερα απ' όσα δικαιούται, που επιδιώκει την κυριαρχία. Στην ελληνική πολιτική σκέψη η πλεονεξία ήταν το ακριβώς αντίθετο της δικαιοσύνης — και η βασική αιτία των εμφυλίων και των πολέμων.
Έτσι, με μία μόνο φράση, ο Δημοσθένης πετυχαίνει τρία πράγματα ταυτόχρονα: ✅ αθωώνει την Αθήνα, ✅ ενοχοποιεί τη Σπάρτη, και ✅ ανάγει την τρέχουσα διαφωνία σε σύγκρουση ανάμεσα στο δίκαιο και στην πλεονεξία — δηλαδή σε μια σύγκρουση όπου κανένας Αθηναίος δεν θα ήθελε να βρεθεί με τη λάθος πλευρά.
Ρητορική τεχνική και δομή 🎯
Δομικό μέρος του λόγου
Οι §§ 14-15 ανήκουν στις πίστεις (απόδειξη) του λόγου και ειδικότερα στην ανασκευή (ἀνασκευή / λύσις): το τμήμα όπου ο ρήτορας δεν προβάλλει δικά του νέα επιχειρήματα, αλλά καταρρίπτει τα επιχειρήματα των αντιπάλων. Πρόκειται για τυπική κίνηση της συμβουλευτικής ρητορείας, όπου ο ομιλητής πρέπει να προλάβει και να εξουδετερώσει τις ενστάσεις πριν αυτές παγιωθούν στο μυαλό των ακροατών.
Υποφορά και ανθυποφορά
Το κυρίαρχο σχήμα των δύο παραγράφων. Η υποφορά είναι η ένσταση που ο ρήτορας βάζει στο στόμα του (φανταστικού ή πραγματικού) αντιπάλου· η ανθυποφορά είναι η δική του απάντηση. Εδώ το σχήμα εμφανίζεται δύο φορές:
- διὰ τί; — ὅτι... οἴομαι (§ 14): ο ρήτορας ερωτά και απαντά ο ίδιος, εξηγώντας γιατί πιστεύει το αντίθετο.
- ἔστι δὲ τοῦτο τί; — τοὺς ἀδικουμένους σῴζειν (§ 15): νέα ερώτηση, νέα άμεση απάντηση.
Να μπορείς να εντοπίζεις και να ονομάζεις το σχήμα: υποφορά = η ερώτηση ή η ένσταση, ανθυποφορά = η απάντηση του ρήτορα. Η λειτουργία του: κρατά τον λόγο ζωντανό και διαλογικό, δίνει την εντύπωση ότι ο ρήτορας δεν φοβάται τις αντιρρήσεις, εμπλέκει ενεργητικά τον ακροατή στη συλλογιστική πορεία και προλαβαίνει τις ενστάσεις πριν διατυπωθούν. Συχνό λάθος: να συγχέεις την απλή ρητορική ερώτηση (που δεν παίρνει απάντηση) με την υποφορά (που ακολουθείται πάντα από ανθυποφορά).
Ο άξονας των ρηματικών τύπων: το «μεταβάλλεσθαι» και το «σῴζειν»
Ο Δημοσθένης θεμελιώνει την άποψή του με λόγο σύντομο, περιεκτικό, σαφή και διαρθρωμένο με λογική ακολουθία. Κυρίαρχο ρόλο έχουν οι ρηματικοί τύποι — στην παρεμφατική, την απαρεμφατική και τη μετοχική τους μορφή — που οργανώνονται σε δύο αντίθετους σημασιολογικούς άξονες:
| Άξονας της μεταβολής 🔄 | Άξονας της σταθερής σωτηρίας 🛡️ |
|---|---|
| μεταβάλλεσθαι δόξει | ἔσωσεν (ἡ πόλις) |
| (οὐκέτ᾽... ἡμεῖς) οἱ μεταβαλλόμενοι | (τοὺς ἀδικουμένους) σῴζειν |
| ἀλλ᾽ (εἶεν ἂν οἱ μεταβαλλόμενοι) | ...καὶ... συμμάχους ἐποιήσατο (ἡ πόλις) |
| (φανήσεται τὰ πράγματα) μεταβαλλόμενα | ἐμμένειν (τοῖς δικαίοις) |
Η επανάληψη του ίδιου ρηματικού θέματος (μεταβάλλομαι) σε τέσσερις διαφορετικούς τύπους λειτουργεί σαν επωδός: η λέξη-κλειδί των αντιπάλων επιστρέφει ξανά και ξανά, ώσπου στο τέλος αλλάζει υποκείμενο και στρέφεται εναντίον τους. Το συμπέρασμα που παράγει αυτή η τεχνική είναι μονοσήμαντο: η Αθήνα δεν αλλάζει εξωτερική πολιτική, αλλά μένει σταθερή σ' αυτήν· στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής σώζει όσους αδικούνται και έπειτα τους κάνει συμμάχους της.
Άλλα στοιχεία ύφους και επιχειρηματολογίας
- Ειρωνεία με ήπιο τόνο: το θαυμάζω ως προσχηματική έκπληξη.
- Επιχείρημα από τα παραδείγματα (ἐκ παραδειγμάτων): τρία ιστορικά γεγονότα, ταξινομημένα με χρονική βαθμίδα (καὶ πρότερον... καὶ τὸ τελευταῖον), που δίνουν την αίσθηση συνεχούς και αδιάλειπτης παράδοσης.
- Επιχείρημα ἐκ τοῦ δικαίου: το ηθικό κριτήριο ως θεμέλιο της πολιτικής απόφασης.
- Υποθετικός συλλογισμός: εἰ τοίνυν ταῦθ᾽ οὕτως ἔχει... — η πρόταση παρουσιάζεται ως λογικά αναπόδραστη συνέπεια όσων προηγήθηκαν.
- Αντίθεση: ἐμοὶ ↔ τῶν λεγόντων, ἡμεῖς ↔ οἱ μὴ ᾽θέλοντες, τὰ πράγματα ↔ ἡ πόλις ἡμῶν.
- Χρήση α΄ πληθυντικού (ποιησόμεθα, πράξομεν, ἡμεῖς, ἡμῶν): ο ρήτορας ταυτίζεται με το ακροατήριο, μιλά ως ένας από τους πολλούς και όχι ως εξωτερικός σύμβουλος — τεχνική που ενισχύει το ἦθος του ομιλητή και τη συναισθηματική συστράτευση των ακροατών.
- Εμφατική τελική θέση: η φράση οὐχ ἡ πόλις ἡμῶν κλείνει την ενότητα με την πιο ισχυρή δυνατή διαβεβαίωση — η αθώωση της Αθήνας είναι το τελευταίο που ακούγεται και το πρώτο που μένει.