Ὑπὲρ Μεγαλοπολιτῶν — §§ 1-3: Το Προοίμιο 📜
Βρισκόμαστε στην αρχή ενός συμβουλευτικού λόγου. Η Εκκλησία του Δήμου συνεδριάζει για να αποφασίσει ποια στάση θα κρατήσει η Αθήνα ανάμεσα στους Αρκάδες (τους Μεγαλοπολίτες) και στους Λακεδαιμονίους, που έχουν και οι δύο στείλει πρεσβείες ζητώντας τη συμπαράστασή της. Πριν πάρει τον λόγο ο Δημοσθένης, έχουν ήδη μιλήσει Αθηναίοι πολιτικοί: άλλοι υποστήριξαν τους Αρκάδες, άλλοι τους Σπαρτιάτες.
Το κλίμα, λοιπόν, που συναντά ο ρήτορας ανεβαίνοντας στο βήμα είναι κλίμα διχασμού, σύγχυσης και παραπλάνησης. Και το προοίμιό του δεν είναι μια απλή τυπική εισαγωγή: είναι μια δριμεία κριτική των προλαλησάντων, μια δήλωση προσωπικής ανεξαρτησίας και ταυτόχρονα η προετοιμασία του εδάφους για την «τρίτη», τη δική του, μέση οδό. Ο Δημοσθένης ξέρει ότι η πρότασή του δεν θα ευχαριστήσει καμία από τις δύο παρατάξεις — και το λέει ανοιχτά από την αρχή.
Το «ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι» απευθύνεται στη συνέλευση των ελεύθερων ενήλικων Αθηναίων πολιτών. Η Εκκλησία του Δήμου ήταν το ανώτατο όργανο της αθηναϊκής πολιτείας: αποφάσιζε για όλα τα ζητήματα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής και ασκούσε — άμεσα ή έμμεσα — νομοθετική, δικαστική και διοικητική εξουσία. Συζητούσε με βάση τα σχέδια νόμων, τα προβουλεύματα, που ετοίμαζε η Βουλή των Πεντακοσίων και τα εισήγαγε στην Εκκλησία για τη λήψη της τελικής απόφασης.
Το κείμενο ✍️
ΠΡΟΟΙΜΙΟ (§§ 1-3) — Πώς μίλησαν οι άλλοι ρήτορες · Το έργο του Δημοσθένη είναι δύσκολο
[1] Ἀμφότεροι μοι δοκοῦσιν ἁμαρτάνειν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ οἱ τοῖς Ἀρκάσι καὶ οἱ τοῖς Λακεδαιμονίοις συνειρηκότες· ὥσπερ γὰρ ἀφ᾽ ἑκατέρων ἥκοντες, οὐχ ὑμῶν ὄντες [πολῖται], πρὸς οὓς ἀμφότεροι πρεσβεύουσι, κατηγοροῦσι καὶ διαβάλλουσιν ἀλλήλους. ἦν δὲ τοῦτο μὲν τῶν ἀφιγμένων ἔργον, τὸ δὲ κοινῶς ὑπὲρ τῶν πραγμάτων λέγειν καὶ τὰ βέλτισθ᾽ ὑπὲρ ὑμῶν σκοπεῖν ἄνευ φιλονικίας τῶν ἐνθάδε συμβουλεύειν ἀξιούντων. [2] νῦν δ᾽ ἔγωγε, εἴ τις αὐτῶν ἀφέλοι τὸ γιγνώσκεσθαι καὶ τὸ τῇ φωνῇ λέγειν Ἀττικιστί, πολλοὺς ἂν οἶμαι τοὺς μὲν Ἀρκάδας, τοὺς δὲ Λάκωνας αὐτῶν εἶναι νομίσαι. ἐγὼ δ᾽ ὁρῶ μὲν ὡς χαλεπὸν τὰ βέλτιστα λέγειν ἐστί· συνεξηπατημένων γὰρ ὑμῶν, καὶ τῶν μὲν ταυτί, τῶν δὲ ταυτὶ βουλομένων, ἂν τὰ μεταξύ τις ἐγχειρῇ λέγειν κᾆθ᾽ ὑμεῖς μὴ περιμένητε μαθεῖν, χαριεῖται μὲν οὐδετέροις, διαβεβλήσεται δὲ πρὸς ἀμφοτέρους· [3] οὐ μὴν ἀλλ᾽ αἱρήσομαι μᾶλλον αὐτός, ἂν ἄρα τοῦτο πάθω, δοκεῖν φλυαρεῖν, ἢ παρ᾽ ἃ βέλτιστα νομίζω τῇ πόλει, προέσθαι τισὶν ὑμᾶς ἐξαπατῆσαι. τὰ μὲν οὖν ἄλλ᾽ ὕστερον, ἂν ὑμῖν βουλομένοις ᾖ, λέξω· ἀπὸ δὲ τῶν ὁμολογουμένων ὑφ᾽ ἁπάντων ἄρξομαι, ἃ κράτιστα νομίζω διδάσκειν.
Νεοελληνική απόδοση 🗣️
[1] Και οι δύο, Αθηναίοι, μου φαίνεται ότι σφάλλουν, και όσοι έχουν συνηγορήσει υπέρ των Αρκάδων και όσοι υπέρ των Λακεδαιμονίων· γιατί, σαν να έχουν έρθει από τη μεριά της καθεμιάς πλευράς και να μην είναι πολίτες δικοί σας, προς τους οποίους και οι δύο στέλνουν πρεσβείες, κατηγορούν ο ένας τον άλλον και συκοφαντούνται μεταξύ τους. Αυτό όμως ήταν έργο εκείνων που ήρθαν από αλλού· ενώ το να μιλά κανείς δημόσια για τις υποθέσεις της πολιτείας και να εξετάζει το πιο ωφέλιμο για σας χωρίς εριστικότητα, αυτό είναι καθήκον όσων θεωρούν ότι έχουν το δικαίωμα να σας δίνουν συμβουλές εδώ, από αυτό εδώ το βήμα.
[2] Τώρα όμως εγώ τουλάχιστον πιστεύω ότι, αν κάποιος αφαιρούσε απ' αυτούς το ότι είναι γνωστοί και το ότι μιλούν την αττική διάλεκτο, πολλοί θα νόμιζαν πως άλλοι απ' αυτούς είναι Αρκάδες και άλλοι Λάκωνες. Εγώ πάλι βλέπω πόσο δύσκολο είναι να προτείνει κανείς τα άριστα· γιατί, επειδή έχετε εξαπατηθεί όλοι μαζί, και άλλοι από σας θέλουν αυτή τη λύση και άλλοι εκείνη, αν κάποιος επιχειρήσει να υποστηρίξει μια ενδιάμεση λύση και έπειτα εσείς δεν έχετε την υπομονή να την καταλάβετε, δεν θα ευχαριστήσει καμιά από τις δύο πλευρές και θα έχει γίνει αναξιόπιστος και για τις δύο.
[3] Παρ' όλα αυτά, εγώ θα προτιμήσω μάλλον, αν τυχόν πάθω αυτό, να θεωρηθώ ότι φλυαρώ, παρά να σας αφήσω στη διάθεση κάποιων ώστε να σας εξαπατήσουν αντίθετα προς αυτά που θεωρώ ότι είναι τα καλύτερα για την πόλη. Τα άλλα λοιπόν θα τα πω αργότερα, αν το θέλετε· θα αρχίσω όμως από όσα γίνονται παραδεκτά απ' όλους, γιατί θεωρώ ότι αυτά είναι τα καλύτερα για να σας διαφωτίσω.
Τα §§ 1-3 αποτελούν το προοίμιο του λόγου. Στο συμβουλευτικό γένος το προοίμιο έχει τρεις κλασικούς στόχους: να προσελκύσει την προσοχή των ακροατών, να τους κάνει ευνοϊκούς προς τον ομιλητή και να τους καταστήσει δεκτικούς στα επιχειρήματά του. Ο Δημοσθένης τα επιτυγχάνει με έναν αντισυμβατικό τρόπο: όχι κολακεύοντας, αλλά επιτιθέμενος στους προηγούμενους ομιλητές και ταυτόχρονα προειδοποιώντας το ίδιο το ακροατήριο ότι έχει εξαπατηθεί.
Ερμηνευτική προσέγγιση 🔍
Το «κλίμα» της Εκκλησίας: σύγχυση, παραπλάνηση, διχασμός
Το πρώτο πράγμα που κάνει ο Δημοσθένης δεν είναι να μιλήσει για το θέμα· είναι να περιγράψει την ατμόσφαιρα μέσα στην οποία καλείται να μιλήσει. Και η περιγραφή αυτή είναι καταπέλτης.
Το κλίμα που έχουν δημιουργήσει οι προηγούμενοι ομιλητές — ξένοι αντιπρόσωποι και Αθηναίοι πολιτικοί — είναι, κατά την άποψή του (μοι δοκοῦσιν, με τη διακριτική επιφύλαξη που κάνει την κατηγορία να ακούγεται ως προσωπική εκτίμηση και όχι ως ύβρις), κλίμα:
- σφάλματος και παραπλάνησης (ἁμαρτάνειν, συνεξηπατημένων),
- διχασμού του σώματος της Εκκλησίας (κατηγοροῦσι... διαβάλλουσιν ἀλλήλους... τῶν μὲν ταυτί, τῶν δὲ ταυτὶ βουλομένων).
Ο λόγος των Αθηναίων πολιτικών δεν είναι ενιαίος και δεν υπηρετεί το συμφέρον της πόλης. Καθορίζεται από τις προσωπικές πολιτικές συμπάθειες ή αντιπάθειες των αγορητών (συνειρηκότες τοῖς Ἀρκάσι... τοῖς Λακεδαιμονίοις). Το αποτέλεσμα είναι ότι η Εκκλησία, το ανώτατο όργανο της δημοκρατίας, έχει μετατραπεί σε πεδίο αντιπαράθεσης ξένων συμφερόντων.
Παρατηρήστε τη διάκριση που κάνει ο ρήτορας στην πρώτη παράγραφο: το να κατηγορεί κανείς και να συκοφαντεί τον άλλον ήταν έργο των ξένων απεσταλμένων (τῶν ἀφιγμένων ἔργον) — αυτοί εύλογα υπερασπίζονται ο καθένας την πόλη του. Καθήκον όμως των Αθηναίων που ανεβαίνουν στο βήμα (τῶν ἐνθάδε συμβουλεύειν ἀξιούντων) είναι κάτι εντελώς διαφορετικό: να μιλούν δημόσια για τις υποθέσεις της πολιτείας και να εξετάζουν το ωφελιμότερο για την Αθήνα, ἄνευ φιλονικίας. Η αντίθεση αυτή (ξένοι ↔ πολίτες, συνηγορία ↔ συμβουλή) είναι ο άξονας ολόκληρης της πρώτης παραγράφου.
«ὥσπερ... ἥκοντες, οὐχ ὑμῶν ὄντες πολῖται» — η πολιτική αλλοτρίωση
Εδώ βρίσκεται το πιο βαρύ πλήγμα. Ο Δημοσθένης δεν λέει απλώς ότι οι προλαλήσαντες κάνουν λάθος· λέει ότι συμπεριφέρονται σαν να μην είναι Αθηναίοι. Είναι πολιτικά αλλοτριωμένοι: μιλούν σαν να έχουν έρθει ως πρεσβευτές από τις δύο ξένες πλευρές, όχι σαν πολίτες προς τους οποίους απευθύνονται οι πρεσβείες.
Η εικόνα κορυφώνεται στη δεύτερη παράγραφο με μια σχεδόν σαρκαστική υπόθεση: δίνουν την εντύπωση ότι έχουν πρόβλημα ταυτότητας. Αν κανείς τους αφαιρέσει δύο μόνο εξωτερικά γνωρίσματα — τη γνωστή φυσιογνωμία τους (τὸ γιγνώσκεσθαι) και τη γλώσσα που μιλούν (τῇ φωνῇ... Ἀττικιστί) — τότε πολλοί θα τους περνούσαν άλλους για Αρκάδες και άλλους για Λάκωνες. Δηλαδή: μόνο η όψη και η προφορά τους μαρτυρούν ότι είναι Αθηναίοι· τα λόγια τους λένε το αντίθετο.
Είναι ένα από τα ωραιότερα παραδείγματα δημοσθενικής ειρωνείας: χωρίς να εκτοξεύσει ούτε μία ευθεία κατηγορία προδοσίας, ο ρήτορας αφήνει το ακροατήριο να συναγάγει μόνο του το συμπέρασμα.
Η αττική διάλεκτος ήταν η γλώσσα της Αθήνας και το εξωτερικό διακριτικό της αθηναϊκής ταυτότητας. Η αρχαία ελληνική δεν ήταν ενιαία: χωριζόταν σε διαλέκτους (ιωνική, αττική, δωρική, αιολική, αρκαδοκυπριακή). Η δωρική μιλιόταν στη Σπάρτη, ενώ οι Αρκάδες μιλούσαν την αρκαδική. Η γλώσσα, επομένως, λειτουργούσε ως άμεσο σημάδι καταγωγής — και ακριβώς γι' αυτό ο Δημοσθένης τη χρησιμοποιεί: το μόνο που κρατά τους αντιπάλους του Αθηναίους είναι η προφορά τους.
«χαλεπὸν τὰ βέλτιστα λέγειν» — το δύσκολο έργο του συμβούλου
Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα, το έργο του Δημοσθένη ως πολιτικού συμβούλου των συμπολιτών του και προασπιστή των συμφερόντων της πατρίδας του είναι εξαιρετικά δύσκολο. Ο ίδιος το ομολογεί ρητά: χαλεπὸν τὰ βέλτιστα λέγειν ἐστί.
Γιατί; Επειδή τα περιθώρια για την επικράτηση της λογικής και της μετριοπάθειας (ἄνευ φιλονικίας) είναι ελάχιστα. Το ακροατήριο έχει ήδη διχαστεί σε δύο στρατόπεδα: τῶν μὲν ταυτί, τῶν δὲ ταυτὶ βουλομένων. Όποιος επιχειρήσει να προτείνει μια ενδιάμεση λύση (τὰ μεταξύ), μια πρόταση που θα εξισορροπεί και θα συνθέτει τις δύο αντίμαχες θέσεις, βρίσκεται μπροστά σε ένα διπλό αδιέξοδο, το οποίο ο ρήτορας διατυπώνει με σχεδόν μαθηματική ακρίβεια:
- χαριεῖται μὲν οὐδετέροις — δεν θα ευχαριστήσει καμία από τις δύο πλευρές·
- διαβεβλήσεται δὲ πρὸς ἀμφοτέρους — θα γίνει αναξιόπιστος και για τις δύο.
Ιδιαίτερα εύγλωττος είναι ο συντελεσμένος μέλλοντας διαβεβλήσεται: δεν δηλώνει απλώς κάτι που θα γίνει, αλλά κάτι που θα έχει ήδη συντελεστεί — το αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας μελλοντικής πράξης. Η δυσπιστία θα είναι τετελεσμένο γεγονός.
Και υπάρχει ένας ακόμη όρος, τον οποίο ο Δημοσθένης θέτει με λεπτότητα αλλά καθαρά: κᾆθ᾽ ὑμεῖς μὴ περιμένητε μαθεῖν. Η αποτυχία δεν θα οφείλεται μόνο στον ομιλητή, αλλά και στην ανυπομονησία του ίδιου του ακροατηρίου — αν δεν έχουν την υπομονή να ακούσουν και να καταλάβουν. Είναι μια έμμεση αλλά σαφής προτροπή για προσοχή και μια προληπτική δικαιολόγηση σε περίπτωση αποτυχίας.
«αἱρήσομαι μᾶλλον αὐτός... δοκεῖν φλυαρεῖν» — η επιλογή του κινδύνου
Παρ' όλα αυτά, ο Δημοσθένης θα διακινδυνεύσει την πρότασή του. Και η διατύπωση της απόφασής του είναι κλασικό παράδειγμα διλήμματος, όπου ο ρήτορας παρουσιάζει δύο επιλογές και δηλώνει ποια προτιμά:
| Θα προτιμήσω... | Παρά... |
|---|---|
| να θεωρηθώ εγώ ο ίδιος ότι φλυαρώ (δοκεῖν φλυαρεῖν) | να σας παραδώσω στη διάθεση κάποιων ώστε να σας εξαπατήσουν (προέσθαι τισὶν ὑμᾶς ἐξαπατῆσαι) |
| προσωπικό κόστος: η υπόληψή του | κόστος για την πόλη: η βλάβη του συμφέροντός της |
Το νόημα της φράσης είναι: δεν πρόκειται να κάνω υποχωρήσεις σε κάποιους άλλους συμβούλους σας ρήτορες, ώστε να τους δώσω την ευκαιρία και τη δυνατότητα να σας εξαπατήσουν. Ο Δημοσθένης θέτει το συμφέρον της πόλης πάνω από την προσωπική του δημοτικότητα — και αυτό είναι το ισχυρότερο ηθικό επιχείρημα (ἦθος) του προοιμίου: παρουσιάζεται ως ο μόνος ανιδιοτελής ομιλητής.
Αληθινό, για τον Δημοσθένη, είναι ό,τι συμφέρει την πόλη. Γι' αυτό αγωνίζεται, ακόμη κι αν οι ακροατές του, παρασυρμένοι από τους προηγούμενους, ακούν με προκατάληψη τον λόγο του και τον θεωρούν μια ενοχλητική φλυαρία (δοκεῖν φλυαρεῖν).
«ἀπὸ τῶν ὁμολογουμένων ἄρξομαι» — η μεθοδολογική δήλωση
Το προοίμιο κλείνει με μια προγραμματική δήλωση μεθόδου. Η σύνεση, η νηφαλιότητα και η λογική επιβάλλουν στον ρήτορα να αρχίσει από τα κοινά σημεία που εμφανίζουν και οι δύο πλευρές των προηγούμενων Αθηναίων ομιλητών (ἀπὸ τῶν ὁμολογουμένων ἄρξομαι), αφήνοντας για αργότερα τα άλλα, τα δύσκολα (τὰ μὲν οὖν ἄλλ᾽ ὕστερον... λέξω).
Η τακτική είναι ρητορικά υποδειγματική. Ξεκινώντας από τα αναμφισβήτητα, από όσα κανείς δεν αμφισβητεί, ο ρήτορας:
- αφοπλίζει την προκατάληψη — κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει με ό,τι ήδη δέχεται·
- χτίζει κοινό έδαφος με το διχασμένο ακροατήριο, ενώνοντάς το προσωρινά·
- οδηγεί σταδιακά τους ακροατές στη δική του συλλογιστική βάση, που είναι το συμφέρον της πόλης (ἃ βέλτιστα... τῇ πόλει, κράτιστα... διδάσκειν).
Σημειώστε ότι για τον Δημοσθένη το συμφέρον της πόλης έχει χαρακτήρα αξιώματος που δεν χρειάζεται απόδειξη. Είναι η αφετηρία, όχι το συμπέρασμα.
Προσέξτε επίσης τη διακριτική ευγένεια του ἂν ὑμῖν βουλομένοις ᾖ («αν το θέλετε»): ο ρήτορας δεν επιβάλλεται, αφήνει την πρωτοβουλία στο κυρίαρχο σώμα. Η περίφραση αυτή, παραστατικότερη από το απλό βούλησθε, κολακεύει διακριτικά την κυριαρχία του δήμου.
Ρητορική τεχνική και δομή 🎯
Το σύστημα των αντωνυμιών
Ένα από τα πιο εύγλωττα στοιχεία του προοιμίου είναι ο τρόπος με τον οποίο ο ρήτορας διαχειρίζεται τις αντωνυμίες, χαράζοντας καθαρές γραμμές ανάμεσα σε τρεις ομάδες:
- Για τους προλαλήσαντες χρησιμοποιεί επιμεριστικές (τοὺς μέν... τοὺς δέ, τῶν μέν... τῶν δέ), αλληλοπαθητικές (ἀλλήλους) και την αὐτός ως επαναληπτική (αὐτῶν). Το αποτέλεσμα: τους παρουσιάζει ως διασπασμένο, εσωτερικά συγκρουόμενο σύνολο.
- Για τους ακροατές χρησιμοποιεί προσωπικές β' προσώπου (ὑμῶν, ὑμεῖς, ὑμῖν, ὑμᾶς). Τους κρατά διαρκώς παρόντες, τους καθιστά συνομιλητές.
- Για τον εαυτό του χρησιμοποιεί προσωπικές α' προσώπου (μοι, ἔγωγε, ἐγώ, οἶμαι, αἱρήσομαι, νομίζω, ἄρξομαι, λέξω) και — κρίσιμα — την οριστική αὐτός στη φράση αἱρήσομαι μᾶλλον αὐτός, για έμφαση και διαστολή του εαυτού του από τους άλλους ομιλητές.
Αυτή η τελευταία χρήση δείχνει την ισχυρή βούληση, τη δυναμική προσωπικότητα και την αυτοπεποίθηση που εκδηλώνει ο Δημοσθένης ήδη από την αρχή της επίσημης πολιτικής του σταδιοδρομίας.
Ο λόγος αυτός ανήκει στην πρώιμη φάση της πολιτικής πορείας του Δημοσθένη. Εκείνη την εποχή ο ρήτορας επιθυμεί: α) να αυτονομηθεί από την πολιτική κηδεμονία και επιρροή του διαπρεπούς οικονομολόγου και πολιτικού Εύβουλου, με τον οποίο αρχικά συμπορεύεται πολιτικά· β) να βοηθήσει στην επάνοδο της πατρίδας του στην παλιά της δόξα και στις παραδοσιακές της αξίες· και γ) να προστατεύσει την πόλη από τον καιροσκοπισμό πολιτικών τόσο της συμπολίτευσης όσο και της αντιπολίτευσης. Το εμφατικό «αὐτός» της § 3 είναι, από αυτή την άποψη, μια πολιτική δήλωση ανεξαρτησίας.
Η χρήση των συνδέσμων
Η επιχειρηματολογία στηρίζεται σε τρεις κατηγορίες συνδέσμων, καθεμιά με τη δική της λειτουργία:
- Αιτιολογικοί (γάρ) — εξηγούν τις απόψεις του ρήτορα και θεμελιώνουν τους ισχυρισμούς του. Το γάρ της § 1 επεξηγεί ολόκληρη την κατηγορία δοκοῦσιν ἁμαρτάνειν.
- Αντιθετικοί (δέ, μέν... δέ, οὐ μὴν ἀλλά) — δείχνουν τη διαφωνία του προς τους προηγούμενους ομιλητές, αλλά και τη διαφωνία των ίδιων μεταξύ τους. Η αντιθετική δομή μέν... δέ διατρέχει όλο το κείμενο.
- Υποθετικοί (εἰ, ἄν, ἐάν) — εκφράζουν τους όρους της πολιτικής δράσης του ρήτορα: τι θα συμβεί αν προτείνει τη μέση οδό, τι θα συμβεί αν το ακροατήριο δεν έχει υπομονή.
Το ρήμα: παρεμφατικοί και απαρεμφατικοί τύποι
Οι παρεμφατικοί τύποι χρησιμοποιούνται είτε στο γ' πρόσωπο (οι άλλοι: δοκοῦσιν, κατηγοροῦσι, διαβάλλουσιν, πρεσβεύουσι) είτε στο α' πρόσωπο (ο ίδιος ο ρήτορας: ὁρῶ, οἶμαι, αἱρήσομαι, νομίζω, ἄρξομαι, λέξω). Η εναλλαγή αυτή διατηρεί διαρκώς ζωντανή την αντιπαράθεση «εκείνοι ↔ εγώ».
Παράλληλα γίνεται ευρεία χρήση της απαρεμφατικής μορφής, γιατί με αυτήν ο ρήτορας εκφράζει ειδικές, συγκεκριμένες καταστάσεις. Έτσι δηλώνει ότι αποτελεί λάθος (ἁμαρτάνειν) η συνηγορία Αθηναίων υπέρ των Αρκάδων ή των Λακεδαιμονίων, ενώ έπρεπε με την ομιλία τους (λέγειν) να δίνουν συμβουλές (συμβουλεύειν) στην Εκκλησία του Δήμου με στόχο (σκοπεῖν) πρωτίστως το συμφέρον της πόλης.
Ρητορική και αλήθεια
Το «συνεξηπατημένων ὑμῶν» δεν είναι απλή διαπίστωση. Ο Δημοσθένης θεωρεί ότι οι συμπολίτες του έχουν εξαπατηθεί από τους προηγούμενους ομιλητές: στόχος εκείνων ήταν να τους παραπείσουν και να τους παρασύρουν προς τις απόψεις τους, για να υπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα κι όχι το συμφέρον όλης της πόλης. Έχουν θέσει, δηλαδή, τη ρητορική τους δεινότητα στην υπηρεσία της πειθούς και όχι της αλήθειας.
Όλα αυτά απηχούν τις γνωστές πλατωνικές απόψεις για την αντίθεση ανάμεσα στη Ρητορική (στόχος της η πειθώ) και τη Διαλεκτική-Φιλοσοφία (στόχος της η αλήθεια). Ίσως μάλιστα να σχετίζονται και με την αρχαία παράδοση — την οποία μεταφέρει ο Κικέρων — που ήθελε τον Δημοσθένη μελετητή του πλατωνικού έργου, ίσως και ακροατή της διδασκαλίας του Πλάτωνα.
Πλαίσιο κατανόησης
Για την πλήρη κατανόηση του προοιμίου χρειάζεται και η γνώση των τοπικών και χρονικών παραμέτρων: ο κανονισμός λειτουργίας και εργασιών της Εκκλησίας του Δήμου, οι πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της εποχής κατά την οποία εκφωνείται ο λόγος, οι συμμαχίες, οι διεθνείς σχέσεις και οι ισορροπίες δυνάμεων στον ελληνικό κόσμο.
Χαρακτηριστικός κατά τον 5ο αι. π.Χ. ήταν ο ανταγωνισμός των δύο ισχυρότερων αρκαδικών πόλεων, της Μαντίνειας και της Τεγέας, για την κατοχή της εύφορης πεδιάδας (οροπεδίου) της Τρίπολης. Αυτός ο εσωτερικός ανταγωνισμός αποδυνάμωνε την Αρκαδία, η οποία διαφορετικά αποτελούσε σοβαρό εμπόδιο για την κυριαρχία της Σπάρτης στην Πελοπόννησο.
Η Μεγαλόπολη ιδρύθηκε από τον Θηβαίο Επαμεινώνδα το 369 π.Χ., λίγο μετά τη συντριβή των Σπαρτιατών στα Λεύκτρα (371 π.Χ.), ακριβώς για να λειτουργήσει ως ενωτικό κέντρο των Αρκάδων και ως φραγμός απέναντι στη Σπάρτη. Γι' αυτό και το ζήτημα της τύχης της ήταν, για τη Σπάρτη, ζήτημα ζωτικής σημασίας.
Όσο για τα μεγέθη: στο τέλος του 5ου αι. π.Χ. ο συνολικός πληθυσμός της Σπάρτης ήταν περίπου 20.000 Σπαρτιάτες και 60.000 Είλωτες.
Οι πρέσβεις ήταν οι επίσημοι απεσταλμένοι των πόλεων για τη διπλωματική τους επικοινωνία με άλλες πόλεις, στο πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής και των διεθνών σχέσεων. Το αξίωμά τους ήταν πολύ τιμητικό.
Στην Αθήνα διορίζονταν από την Εκκλησία του Δήμου, στην οποία και λογοδοτούσαν. Οι πρέσβεις των ξένων πόλεων παρουσιάζονταν πρώτα στους πρυτάνεις και τους άκουγε αρχικά η Βουλή. Στη Σπάρτη διορίζονταν στην αρχή από τους βασιλείς και αργότερα από τους εφόρους.
Αυτό ακριβώς το πλαίσιο κάνει την κατηγορία του Δημοσθένη τόσο καυστική: οι Αθηναίοι πολιτικοί μιλούν σαν πρέσβεις ξένων πόλεων, ενώ στην πραγματικότητα είναι εκείνοι προς τους οποίους στέλνονται οι πρεσβείες.
Σύνοψη της ενότητας 📌
| Ενότητα | Περιεχόμενο | Ρητορική λειτουργία |
|---|---|---|
| § 1 | Και οι δύο ομάδες Αθηναίων ομιλητών σφάλλουν· μιλούν σαν ξένοι απεσταλμένοι, όχι σαν πολίτες | Κριτική των προλαλησάντων· διάκριση ανάμεσα στο έργο των ξένων και στο καθήκον του Αθηναίου συμβούλου |
| § 2 | Μόνο η φυσιογνωμία και η αττική τους προφορά τους μαρτυρούν Αθηναίους· είναι δύσκολο να προταθεί η μέση οδός σε διχασμένο ακροατήριο | Ειρωνεία · διατύπωση του διπλού αδιεξόδου (χαριεῖται οὐδετέροις — διαβεβλήσεται πρὸς ἀμφοτέρους) |
| § 3 | Θα διακινδυνεύσει· προτιμά να θεωρηθεί φλύαρος παρά να αφήσει την πόλη να εξαπατηθεί· θα αρχίσει από τα κοινώς παραδεκτά | Ήθος του ανιδιοτελούς συμβούλου · δήλωση μεθόδου για τη συνέχεια του λόγου |