Ὑπὲρ τῆς Ῥοδίων ἐλευθερίας — §§ 34-35 📜
Φτάνουμε στο τέλος του λόγου. Ο Δημοσθένης έχει ήδη εξαντλήσει την επιχειρηματολογία του: έχει δείξει ότι η βοήθεια προς τους δημοκρατικούς της Ρόδου είναι και δίκαιη και συμφέρουσα, έχει καθησυχάσει τους Αθηναίους ως προς τον περσικό κίνδυνο, έχει καυτηριάσει την αδράνεια και τη μικροψυχία τους και έχει επιτεθεί στους ολιγαρχικούς. Στις δύο τελευταίες παραγράφους σταματά απότομα τη ροή των επικρίσεων και στρέφεται σε κάτι άλλο: δεν είναι δύσκολο να κατηγορεί κανείς — δύσκολο είναι να βρει τι πρέπει να πράξει.
Έτσι η §34 λειτουργεί ως γέφυρα προς τον ἐπίλογο, που είναι η §35. Εκεί ο ρήτορας εγκαταλείπει τον ψόγο και υψώνει τον τόνο σε προτροπή: αναλάβετε δραστήρια τα πράγματα, πράξτε άξια της πόλεώς σας, και μην αρκείστε να θαυμάζετε τα κατορθώματα των προγόνων — μιμηθείτε τα.
Ο λόγος εκφωνήθηκε γύρω στο 351 π.Χ. Παρ' όλη τη ρητορική του δύναμη, δεν έπεισε: οι Αθηναίοι δεν εξεστράτευσαν. Η Ρόδος εξακολουθούσε να βρίσκεται υπό καρικό έλεγχο ακόμη και το 346 π.Χ., όταν την κατείχε ο Ιδριέας, διάδοχος της Αρτεμισίας. Ο Δημοσθένης το γνώριζε πιθανότατα εκ των προτέρων ότι η εκστρατεία ήταν απίθανη — και όμως μίλησε, γιατί ο λόγος αυτός ήταν γι' αυτόν κυρίως πολιτικό στίγμα απέναντι στην κυρίαρχη παράταξη του Εὐβούλου.
Το κείμενο ✍️
[34] Ἀλλὰ γὰρ οὐχ ὅ τι τις κατηγορήσει τούτων ἢ τοῖς ἄλλοις ὑμῖν ἐπιπλήξει χαλεπὸν εὑρεῖν, ἀλλ᾽ ἀφ᾽ ὁποίων λόγων ἢ πράξεως ποίας ἐπανορθώσεται τις ἃ νῦν οὐκ ὀρθῶς ἔχει, τοῦτ᾽ ἔργον εὑρεῖν. ἴσως μὲν οὖν οὐδὲ τοῦ παρόντος καιροῦ περὶ πάντων λέγειν· ἀλλ᾽ ἐὰν ἃ προῄρησθε δυνηθῆτ᾽ ἐπικυρῶσαι συμφερούσῃ τινὶ πράξει, καὶ τἄλλ᾽ ἂν ἴσως καθ᾽ ἓν ἀεὶ βέλτιον σχοίη. [35] ἐγὼ μὲν οὖν οἶμαι δεῖν ὑμᾶς ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν πραγμάτων τούτων ἐρρωμένως, καὶ πράττειν ἄξια τῆς πόλεως, ἐνθυμουμένους ὅτι χαίρετ᾽ ἀκούοντες, ὅταν τις ἐπαινῇ τοὺς προγόνους ὑμῶν καὶ τὰ πεπραγμέν᾽ ἐκείνοις διεξίῃ καὶ τὰ τρόπαια λέγῃ. νομίζετε τοίνυν ταῦτ᾽ ἀναθεῖναι τοὺς προγόνους ὑμῶν οὐχ ἵνα θαυμάζητ᾽ αὐτὰ θεωροῦντες, ἀλλ᾽ ἵνα καὶ μιμῆσθε τὰς τῶν ἀναθέντων ἀρετάς.
Οι προτάσεις ὅ τι τις κατηγορήσει... ἢ (ὅ τι) ἐπιπλήξει... ἀφ᾽ ὁποίων λόγων (ἐπανορθώσεται) ἢ (ἀπὸ) πράξεως ποίας ἐπανορθώσεται είναι όλες πλάγιες ερωτηματικές και λειτουργούν ως αντικείμενα του εὑρεῖν. Είναι κλασικό εξεταστικό σημείο: μη μπερδευτείς και τις πάρεις για αναφορικές.
Νεοελληνική απόδοση 🗣️
[34] Αλλά, βέβαια, δεν είναι δύσκολο να βρει κανείς τι θα κατηγορήσει σ' αυτούς εδώ ή για ποια πράγματα θα επιτιμήσει και εσάς τους υπόλοιπους· το δύσκολο είναι να βρει κανείς αυτό: με ποιους λόγους ή με ποια πράξη θα επανορθώσει τα όσα τώρα δεν βαδίζουν σωστά. Ίσως λοιπόν να μην είναι και της παρούσας στιγμής να μιλήσει κανείς για όλα· αν όμως καταφέρετε να επικυρώσετε όσα ήδη έχετε αποφασίσει με κάποια ωφέλιμη πράξη, ίσως και τα υπόλοιπα να πάρουν σιγά σιγά τον καλύτερο δρόμο, το καθένα με τη σειρά του.
[35] Εγώ λοιπόν νομίζω ότι πρέπει εσείς να καταπιαστείτε με αυτά τα ζητήματα δραστήρια και με σθένος, και να πράττετε πράγματα άξια της πόλεώς σας, έχοντας στον νου σας ότι ευχαριστιέστε να ακούτε, όποτε κάποιος επαινεί τους προγόνους σας και διηγείται λεπτομερώς τα κατορθώματά τους και μνημονεύει τα τρόπαιά τους. Να θεωρείτε λοιπόν ότι οι πρόγονοί σας τα αφιέρωσαν αυτά όχι για να τα θαυμάζετε βλέποντάς τα, αλλά για να μιμείστε κιόλας τις αρετές εκείνων που τα αφιέρωσαν.
Ερμηνευτική προσέγγιση 🔍
Το σχήμα της παραλείψεως: «Ἀλλὰ γὰρ οὐχ ὅ τι... λέγειν» 🎭
Το «Ἀλλὰ γάρ» είναι απότομο φρένο. Ο Δημοσθένης, που μόλις έχει εξαπολύσει έναν χείμαρρο επικρίσεων εναντίον των ολιγαρχικών και της αθηναϊκής νωθρότητας, τον διακόπτει βίαια με το γνωστότατο ρητορικό σχήμα της παραλείψεως (ή υποσιωπήσεως / παρασιωπήσεως).
Η ουσία του σχήματος είναι παράδοξη: ο ρήτορας δηλώνει ότι δεν θα πει κάτι — και ακριβώς έτσι το λέει. Με το πρόσχημα ότι κάτι παραλείπεται, υποβάλλονται στον ακροατή ποικίλες σκέψεις και υπόνοιες, πολύ πιο δραστικές από μια ρητή κατηγορία. Ο ακροατής συμπληρώνει μόνος του τα κενά, και ό,τι φαντάζεται είναι πάντα βαρύτερο από ό,τι θα άκουγε.
Το σχήμα ζει και στον καθημερινό λόγο: «έχω να πω πολλά, αλλά επί του παρόντος αρκούν αυτά», «θα έλεγα κάτι, αλλά έχε χάρη που...», «τι να σου πω — θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόματί μου».
Ταυτόχρονα το σχήμα εξυπηρετεί και μια οικονομία εντυπώσεων: ο ρήτορας εμφανίζεται μετρημένος, όχι κακόβουλος. Δεν επιμένει να κατηγορεί, άρα δεν κινείται από εμπάθεια — προβάλλει το ήθος του συμβούλου που ενδιαφέρεται για τη λύση, όχι για τη ρήξη.
Η περίτεχνη κατασκευή της περιόδου ✒️
Η πρώτη περίοδος (Ἀλλὰ γάρ... ἔργον εὑρεῖν) είναι από τις πιο δουλεμένες του λόγου. Τρία στοιχεία της αξίζουν προσοχή:
- Υπερβατό: η φυσική σειρά των όρων διαταράσσεται, ώστε να τονιστούν οι λέξεις-κλειδιά.
- Επανάληψη του εὑρεῖν: το ίδιο απαρέμφατο επανέρχεται στο τέλος και των δύο σκελών (χαλεπὸν εὑρεῖν — τοῦτ᾽ ἔργον εὑρεῖν), δίνοντας έμφαση και δένοντας την αντίθεση.
- Χιαστό σχήμα: ἀφ᾽ ὁποίων λόγων ἢ πράξεως ποίας — στο πρώτο σκέλος η ερωτηματική αντωνυμία προηγείται, στο δεύτερο έπεται. Το σχήμα Χ που προκύπτει είναι εμφανές σημάδι επεξεργασμένου, γραπτού λόγου.
Και η ίδια η αντίθεση είναι διπλή και συμμετρική: χαλεπὸν (ἐστι) εὑρεῖν ↔ τοῦτ᾽ ἔργον (ἐστί) εὑρεῖν. Δύο απρόσωπες εκφράσεις που ισοζυγίζονται και οργανώνουν όλη τη σκέψη γύρω από ένα ζεύγος: εύκολο το κατηγορείν, δύσκολο το πράττειν.
Κατηγορῶ ≠ ἐπιπλήττω: μια λεπτή αλλά κρίσιμη διάκριση 📖
Ο Δημοσθένης δεν διαλέγει τυχαία τα δύο ρήματα:
- κατηγορῶ: απαγγέλλω κατηγορία για σοβαρό παράπτωμα ή έγκλημα. Είναι όρος με νομικό βάρος.
- ἐπιπλήττω: απλώς επιτιμώ, επικρίνω, ψέγω, αποδοκιμάζω για ελαφρό παράπτωμα, αβλεψία, αμέλεια ή παράλειψη.
Η διαβάθμιση δεν είναι στιλιστική· είναι πολιτική. Το βαρύ ρήμα (κατηγορήσει) το επιφυλάσσει για τούτων, δηλαδή για τους ολιγαρχικώς πολιτευομένους: αυτοί έχουν τη βασική ευθύνη. Το ελαφρύ ρήμα (ἐπιπλήξει) το απευθύνει στους υπόλοιπους Αθηναίους: δεν είναι εγκληματίες, αλλά ούτε και τελείως ανεύθυνοι. Είναι ένοχοι αμέλειας και αδράνειας. Γι' αυτό ακριβώς και μπορούν — και οφείλουν — να «επανορθώσουν».
Η διάκριση επιβιώνει ως σήμερα: η «επίπληξη» παραμένει η επιεικέστερη πειθαρχική ποινή στο πειθαρχικό δίκαιο.
«Ἀλλ᾽ ἀφ᾽ ὁποίων λόγων... βέλτιον σχοίη»: η επανάληψη και η κρυφή ομολογία 🧩
Εδώ ο Δημοσθένης επαναλαμβάνει όσα είχε τονίσει και στο προοίμιο και σε άλλα σημεία του λόγου. Παρά τη δήλωσή του ότι δεν θα κατηγορήσει, εμμέσως επιπλήττει και πάλι τους Αθηναίους — αυτή τη φορά για την αδράνειά τους στην εκτέλεση των αποφάσεων. Το «ἃ προῄρησθε» (όσα ήδη έχετε αποφασίσει) είναι αποκαλυπτικό: υπονοεί ότι υπήρχαν πολλές εκκρεμείς, ανεκτέλεστες προηγούμενες αποφάσεις — τόσες, ώστε το ζήτημα της Ρόδου να δυσκολεύεται να πάρει τη σειρά του.
Ταυτόχρονα όμως, η φράση «οὐδὲ τοῦ παρόντος καιροῦ περὶ πάντων λέγειν» καλύπτει έντεχνα ένα βασικό μειονέκτημα του λόγου: την έλλειψη πρακτικού μέρους. Ας το προσέξουμε καθαρά: ο Δημοσθένης προτείνει την πραγματοποίηση μιας στρατιωτικής επιχειρήσεως, αλλά:
- δεν εκθέτει σχέδιο ενεργείας·
- δεν υποδεικνύει τους πόρους·
- δεν προσδιορίζει τις απαιτούμενες στρατιωτικές δυνάμεις·
- δεν εκτιμά τις πιθανές δυσκολίες και επιπτώσεις.
Η εξήγηση είναι μάλλον ότι ανέλαβε να μιλήσει υπέρ των Ροδίων δημοκρατικών γνωρίζοντας ότι, όπως είχαν τα πολιτικά πράγματα στην Ελλάδα και την Αθήνα τότε, η εκστρατεία στη Ρόδο δεν ήταν πιθανή. Ο λόγος του δηλαδή είχε άλλον, βαθύτερο στόχο.
Ο πραγματικός πολιτικός στόχος του λόγου 🎯
Οι Ρόδιοι δημοκρατικοί, προφανώς, ανέθεσαν στον Δημοσθένη την υποστήριξη του αιτήματός τους γνωρίζοντας τις πολιτικές του θέσεις. Κι εκείνος δεν άφησε ανεκμετάλλευτη την ευκαιρία: έδωσε το πολιτικό του στίγμα, τονίζοντας τις διαφορές του με την επικρατούσα πολιτική παράταξη του Εὐβούλου.
Δύο πράγματα κρύβονται πίσω από τη ρητορική επιφάνεια:
- Ο Φίλιππος. Η προσπάθεια του Δημοσθένη να καθησυχάσει τους Αθηναίους ως προς τον περσικό κίνδυνο απέβλεπε ίσως και στο να στρέψει τα βλέμματα του λαού στις επικίνδυνες δραστηριότητες του Φιλίππου — δραστηριότητες που ευνοούσε ακριβώς η πολιτική του απομονωτισμού και της μη επεμβάσεως, δηλαδή η πολιτική του Εὐβούλου.
- Το πανδημοκρατικό προσκλητήριο. Επισημαίνοντας τις επιπτώσεις αυτής της πολιτικής, η οποία στην πράξη ευνοούσε την επικράτηση των ολιγαρχικών καθεστώτων στον ελληνικό χώρο, ο Δημοσθένης προβαίνει σε ένα κάλεσμα για την ενότητα των δημοκρατικών δυνάμεων και τη σωτηρία της δημοκρατίας.
Ο λόγος «Ὑπὲρ τῆς Ῥοδίων ἐλευθερίας» δεν είναι, τελικά, μόνο για τη Ρόδο.
Ο επίλογος (§35): «πράττειν ἄξια τῆς πόλεως» 🏛️
Ήδη από την §30 ο λόγος είχε αρχίσει να τείνει προς τον επίλογο· η §35 τον ολοκληρώνει.
Η φράση ἄξια τῆς πόλεως αγγίζει την πιο ευαίσθητη χορδή του αθηναϊκού ακροατηρίου. Οι Αθηναίοι — και δικαίως — ήταν υπερήφανοι ως πολίτες μιας πόλεως που είχε χαρακτηρισθεί «δαιμόνιον πτολίεθρον», «Ἑλλάδος ἔρεισμα», «πρυτανεῖον τῆς σοφίας».
Ο Δημοσθένης όμως γυρίζει το εγκώμιο σε υποχρέωση: αυτή η δόξα συνεπάγεται και αυξημένες ευθύνες. Απευθύνεται δηλαδή στη φιλοτιμία των συμπολιτών του, υπενθυμίζοντάς τους ότι η τωρινή τους νωθρότητα δεν αρμόζει στη λαμπρή ιστορία μιας πόλεως της οποίας βασικό χαρακτηριστικό ήταν το «ἀντιλαμβάνεσθαι ἐρρωμένως τῶν πραγμάτων» — το να πιάνει στα χέρια της τα πράγματα με σθένος.
Είναι μια εξαιρετικά έξυπνη κίνηση: αντί να τους κατηγορήσει ευθέως (θα ήταν αντιπαραγωγικό στον επίλογο), τους επαινεί για ό,τι ήταν και τους αφήνει μόνους τους να μετρήσουν την απόσταση από ό,τι είναι.
«Χαίρετ᾽ ἀκούοντες...»: οι πανηγυρικοί λόγοι ως καθρέφτης 🎺
Η φράση αναφέρεται στους πανηγυρικούς ή τους ἐπιταφίους λόγους, τους οποίους εκφωνούσαν σε διάφορες περιστάσεις επιφανείς πολίτες με ρητορικές ικανότητες.
Κοινός τόπος αυτών των λόγων ήταν ο έπαινος:
- της Αττικής γης,
- των προγόνων,
- των θεσμών της πόλεως,
- της φιλοπατρίας,
- των κατορθωμάτων των πολιτών της, από τους μυθικούς ακόμη χρόνους.
Τα εγκώμια αυτά ήταν συνήθως υπερβολικά — και ακριβώς γι' αυτό οι Αθηναίοι τα άκουγαν με ιδιαίτερη ικανοποίηση και υπερηφάνεια. Το πιο γνωστό λογοτεχνικό αποτύπωμα (και σατιρικό σχόλιο) του είδους είναι ο πλατωνικός «Μενέξενος».
Ο Δημοσθένης, λοιπόν, δεν καταγγέλλει τη συνήθεια — την αξιοποιεί. Λέει στους ακροατές: το ξέρω ότι σας αρέσει να ακούτε αυτά. Και ύστερα στρέφει την ευχαρίστηση σε ενοχή και κίνητρο: η ακρόαση χωρίς πράξη είναι κενή.
Τὰ τρόπαια: το σύμβολο και η σημασία του ⚔️
Τα τρόπαια ήταν πρόχειρα — σπανίως μονιμότερα — μνημεία, τα οποία έστηναν οι νικητές στο ίδιο το πεδίο της μάχης. Η λέξη προέρχεται από την τροπή, δηλαδή την ήττα και τη φυγή των αντιπάλων: το τρόπαιο σήμαινε ακριβώς το σημείο όπου ο εχθρός «ετράπη» σε φυγή.
Τα αποτελούσαν ασπίδες, περικεφαλαίες και άλλα όπλα των πεσόντων εχθρών, κρεμασμένα συνήθως σε δέντρα ή σε ξύλινους στύλους. Τα αφιέρωναν στον «Τροπαῖον» Δία και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο ήταν απαραβίαστα: η βεβήλωσή τους θα ήταν ιεροσυλία.
Τα ρήματα που συνοδεύουν τη λέξη στα αρχαία κείμενα είναι στῆσαι, θεῖναι, ἱδρῦσαι, ἐγεῖραι (τρόπαιον).
Από τα αρχαία τρόπαια κρατάμε τη σημερινή φράση «νικητής και τροπαιούχος». Επίσης «Τροπαιοφόρος» αποκαλείται ο Άγιος Γεώργιος, που απεικονίζεται έφιππος και δρακοντοκτόνος στις σημαίες του σύγχρονου ελληνικού πεζικού. Η ίδια λέξη πέρασε και στις ευρωπαϊκές γλώσσες (trophy, trophée, Trophäe).
Η κατακλείδα: «οὐχ ἵνα θαυμάζητε... ἀλλ᾽ ἵνα καὶ μιμῆσθε» 💡
Η τελευταία πρόταση του λόγου είναι δομημένη πάνω σε ένα καθαρό σχήμα αντιθέσεως:
| Το λάθος 😴 | Το ζητούμενο ⚡ |
|---|---|
| οὐχ ἵνα θαυμάζητε | ἀλλ᾽ ἵνα καὶ μιμῆσθε |
| παθητική στάση: θεωρῶ, βλέπω απόλαυση της μνήμης | ενεργητική στάση: μιμοῦμαι επανάληψη της αρετής |
| ο πολίτης-θεατής | ο πολίτης-πράττων |
Η προτροπή γενικώς είναι συνηθισμένο στοιχείο του επιλόγου στους ρητορικούς λόγους — και ειδικά η προτροπή προς μίμηση των προγόνων παραμένει ζωντανή ως σήμερα στους πανηγυρικούς λόγους των εθνικών εορτών.
Ο Δημοσθένης κλείνει, λοιπόν, ανατρέποντας το νόημα των μνημείων: τα τρόπαια δεν είναι εκθέματα αλλά παραγγελίες. Οι πρόγονοι δεν τα έστησαν για να τα χαζεύουν οι απόγονοι, αλλά για να τους θυμίζουν τι οφείλουν να κάνουν. Η μνήμη, χωρίς τη μίμηση, εκφυλίζεται σε αυτοθαυμασμό.
Και το καί στο «ἵνα καὶ μιμῆσθε» είναι λεπτό αλλά καίριο: δεν λέει «μη θαυμάζετε» — λέει «θαυμάζετε, αλλά και μιμείστε». Ο θαυμασμός επιτρέπεται· απλώς δεν αρκεί.
Ρητορική τεχνική και δομή 🎯
Θέση μέσα στον λόγο
| Ενότητα | Ρόλος |
|---|---|
| §34 | Μεταβατική — κλείνει τις πίστεις με το σχήμα της παραλείψεως και μεταθέτει το βάρος από το «κατηγορεῖν» στο «πράττειν» |
| §35 | ΕΠΙΛΟΓΟΣ — προτροπή, επίκληση στη φιλοτιμία και στους προγόνους |
Σχήματα λόγου που συναντάμε
| Σχήμα | Πού | Λειτουργία |
|---|---|---|
| Παράλειψη / υποσιώπηση | Ἀλλὰ γὰρ οὐχ ὅ τι... λέγειν | Υποβάλλει υπόνοιες χωρίς ρητή κατηγορία· δείχνει μετριοπάθεια |
| Υπερβατό | Ἀλλὰ γάρ... ἔργον εὑρεῖν | Προβολή λέξεων-κλειδιών |
| Επανάληψη | εὑρεῖν... εὑρεῖν | Έμφαση, σύνδεση των δύο σκελών |
| Χιαστό | ἀφ᾽ ὁποίων λόγων ἢ πράξεως ποίας | Καλλιτεχνική συμμετρία |
| Ρητορική επανάληψη με δεικτικό | τοῦτ᾽ ἔργον εὑρεῖν | Ανακεφαλαιώνει και τονίζει τα αντικείμενα |
| Πολυσύνδετο | ἐπαινῇ... καὶ διεξίῃ... καὶ λέγῃ | Πλατύς, τελετουργικός ρυθμός· απαρίθμηση |
| Ομοιοτέλευτο | ἐπαινῇ – διεξίῃ – λέγῃ | Ηχητική συνοχή, μουσικότητα |
| Αντίθεση | οὐχ ἵνα θαυμάζητε ↔ ἀλλ᾽ ἵνα μιμῆσθε | Κορύφωση· καθαρό δίλημμα στάσης |
| Αντίθεση απροσώπων | χαλεπὸν (ἐστι) ↔ ἔργον (ἐστί) | Οργανώνει τη βασική σκέψη της §34 |
Είδη επίκλησης
Ο επίλογος αξιοποιεί ταυτόχρονα και τους τρεις κλασικούς μοχλούς πειθούς:
- Επίκληση στο συναίσθημα (πάθος): οι πρόγονοι, τα τρόπαια, η υπερηφάνεια, η φιλοτιμία.
- Επίκληση στο ήθος του ομιλητή: «ἐγὼ μὲν οὖν οἶμαι» — ο σύμβουλος που δεν εμμένει στην κατηγορία αλλά προτείνει.
- Επίκληση στη λογική (λόγος): η αλυσίδα «αν επικυρώσετε όσα αποφασίσατε → και τα άλλα θα πάνε καλύτερα, το καθένα με τη σειρά του».
- Το σχήμα της παραλείψεως στην αρχή της §34 — τι είναι, γιατί το χρησιμοποιεί, τι πετυχαίνει.
- Η διάκριση κατηγορῶ / ἐπιπλήττω και η πολιτική σημασία της (ολιγαρχικοί ↔ υπόλοιποι Αθηναίοι).
- Η έλλειψη πρακτικού μέρους στον λόγο και οι λόγοι της.
- Το νομίζετε είναι προστακτική, όχι οριστική.
- Το καί στο «καὶ τἄλλ᾽ ἂν ἴσως... σχοίη» είναι προσθετικό, όχι συμπλεκτικό, και η πρόταση είναι κύρια.
- Η τελική αντίθεση θαυμάζειν ↔ μιμεῖσθαι ως τυπικό κλείσιμο επιλόγου.
Η δύναμη του τέλους 🔥
Ο Δημοσθένης δεν τελειώνει με μια δήλωση ούτε με μια απειλή. Τελειώνει με μια επαναδιαπραγμάτευση της συλλογικής μνήμης. Παίρνει κάτι που οι Αθηναίοι αγαπούσαν να ακούν — τα κατορθώματα των προγόνων — και το μετατρέπει σε μέτρο κρίσεως του παρόντος τους. Ο έπαινος γίνεται έλεγχος, η ιστορία γίνεται καθήκον, το μνημείο γίνεται εντολή.
Είναι το σήμα κατατεθέν της δημοσθενικής ρητορικής: να μη χαϊδεύει τα αυτιά, αλλά να κινητοποιεί τα χέρια.