1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Υπέρ της Ροδίων ελευθερίας — Προοίμιον §§ 1-2 📜

Βρισκόμαστε στην αρχή ενός συμβουλευτικού λόγου που εκφωνείται στην Εκκλησία του Δήμου. Οι δημοκρατικοί της Ρόδου, εξορισμένοι ή καταπιεσμένοι μετά την επικράτηση των ολιγαρχικών με τη στήριξη της Καρίας, ζητούν τη βοήθεια της Αθήνας. Το ζήτημα είναι λεπτό: οι Ρόδιοι είχαν πρόσφατα (357-355 π.Χ., Συμμαχικός Πόλεμος) αποστατήσει από τη Β΄ Αθηναϊκή Συμμαχία και είχαν προκαλέσει σοβαρές ζημιές στην Αθήνα. Ο Δημοσθένης πρόκειται να ζητήσει από τους Αθηναίους να βοηθήσουν αυτούς ακριβώς που τους πολέμησαν.

Στο προοίμιο, λοιπόν, ο ρήτορας δεν μπαίνει ακόμη στην ουσία της πρότασής του. Κάνει κάτι πιο κρίσιμο: προετοιμάζει το έδαφος. Ζητά ελευθερία λόγου, επισημαίνει τη σοβαρότητα του θέματος, καυτηριάζει την αδράνεια της πόλης, παρουσιάζει την παρούσα συγκυρία ως θεόσταλτο δώρο και υπόσχεται στους Αθηναίους δόξα. Δύο μόνο παράγραφοι — αλλά μέσα τους βρίσκεται συμπυκνωμένη ολόκληρη η στρατηγική του λόγου.

Το ήξερες; Η «ἰσηγορία» στην Εκκλησία του Δήμου 🏛️

Στη δημοκρατική Αθήνα κάθε πολίτης είχε το δικαίωμα να μιλήσει στη συνέλευση. Ο κήρυκας άνοιγε τη συζήτηση με την καθιερωμένη φράση «τίς ἀγορεύειν βούλεται;» («ποιος θέλει να μιλήσει;»), καλώντας στο βήμα οποιονδήποτε ήθελε. Στην πράξη, βέβαια, το δικαίωμα αυτό το χρησιμοποιούσαν σχετικά λίγοι — συνήθως επιφανείς — πολίτες.

Το κείμενο ✍️

[1] Οἶμαι δεῖν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, περὶ τηλικούτων βουλευομένους διδόναι παρρησίαν ἑκάστῳ τῶν συμβουλευόντων. ἐγὼ δ᾽ οὐδεπώποθ᾽ ἡγησάμην χαλεπὸν τὸ διδάξαι τὰ βέλτισθ᾽ ὑμᾶς (ὡς γὰρ εἰπεῖν ἁπλῶς, ἅπαντες ὑπάρχειν ἐγνωκότες μοι δοκεῖτε), ἀλλὰ τὸ πεῖσαι πράττειν ταῦτα· ἐπειδὰν γάρ τι δόξῃ καὶ ψηφισθῇ, τότ᾽ ἴσον τοῦ πραχθῆναι ἀπέχει ὅσονπερ πρὶν δόξαι. [2] ἔστι μὲν οὖν ἓν ὧν ἐγὼ νομίζω χάριν ὑμᾶς τοῖς θεοῖς ὀφείλειν, τὸ τοὺς διὰ τὴν αὑτῶν ὕβριν ὑμῖν πολεμήσαντας οὐ πάλαι νῦν ἐν ὑμῖν μόνοις τῆς αὑτῶν σωτηρίας ἔχειν τὰς ἐλπίδας. ἄξιον δ᾽ ἡσθῆναι τῷ παρόντι καιρῷ· συμβήσεται γὰρ ὑμῖν, ἐὰν ἃ χρὴ βουλεύσησθ᾽ ὑπὲρ αὐτοῦ, τὰς παρὰ τῶν διαβαλλόντων τὴν πόλιν ἡμῶν βλασφημίας ἔργῳ μετὰ δόξης καλῆς ἀπολύσασθαι.

Νεοελληνική απόδοση 🗣️

[1] Νομίζω, Αθηναίοι, ότι, όταν συσκέπτεστε για τόσο σπουδαία ζητήματα, πρέπει να παραχωρείτε πλήρη ελευθερία λόγου στον καθένα από τους ρήτορες που σας συμβουλεύουν. Εγώ ποτέ μέχρι τώρα δεν θεώρησα δύσκολο το να σας διδάξω ποια είναι τα καλύτερα (γιατί, για να μιλήσω γενικά, μου φαίνεται πως όλοι σας τα γνωρίζετε άριστα από πριν), αλλά δύσκολο είναι να σας πείσω να τα εφαρμόσετε· διότι, μόλις κάτι κριθεί σωστό και ψηφιστεί, τότε απέχει άλλο τόσο από την πραγματοποίησή του όσο απείχε και πριν αποφασιστεί.

[2] Ένα λοιπόν από εκείνα για τα οποία εγώ πιστεύω ότι οφείλετε ευγνωμοσύνη στους θεούς είναι τούτο: ότι αυτοί που πριν από λίγο καιρό σας πολέμησαν εξαιτίας της δικής τους αλαζονείας έχουν τώρα σ' εσάς μόνο στηριγμένες τις ελπίδες της σωτηρίας τους. Αξίζει μάλιστα να χαρείτε για την παρούσα ευκαιρία· γιατί θα σας συμβεί, αν πάρετε τις σωστές αποφάσεις γι' αυτήν, να αποκρούσετε έμπρακτα και με καλή φήμη τις κακολογίες όσων συκοφαντούν την πόλη μας.

Ερμηνευτική προσέγγιση 🔍

«Περὶ τηλικούτων βουλευομένους» — η σοβαρότητα του θέματος

Ήδη με την πρώτη του φράση ο Δημοσθένης δίνει το μέτρο της υπόθεσης. Το επίθετο τηλικούτων («τόσο μεγάλων, τόσο σπουδαίων») δεν είναι ρητορικός πλατειασμός: πρόκειται να αποφασιστεί η πραγματοποίηση ή μη μιας εκστρατείας για την αποκατάσταση της δημοκρατίας στη Ρόδο. Οποιαδήποτε απόφαση — και η θετική και η αρνητική — θα έχει σοβαρές πολιτικές επιπτώσεις: εμπλοκή με την Καρία και έμμεσα με την Περσία, ανατροπή ή επιβεβαίωση της αθηναϊκής εξωτερικής πολιτικής, κύρος ή ταπείνωση της πόλης.

Η σκοπιμότητα είναι διπλή. Πρώτον, ο ρήτορας επιστρατεύει την προσοχή του ακροατηρίου: όποιος ακούει ότι το θέμα είναι τεράστιο, συγκεντρώνεται. Δεύτερον — και κυριότερα — η σοβαρότητα του θέματος λειτουργεί ως δικαιολογητικό για το αίτημα που ακολουθεί αμέσως: επειδή ακριβώς το ζήτημα είναι τόσο μεγάλο, πρέπει να ακουστούν όλες οι γνώμες, ακόμη και οι δυσάρεστες.

«Διδόναι παρρησίαν ἑκάστῳ τῶν συμβουλευόντων» — το αίτημα της ελευθερίας του λόγου

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προοιμίου. Η ἰσηγορία, η ισότητα στο δικαίωμα του λόγου, ήταν δεδομένη στη δημοκρατική Αθήνα: ο κήρυκας με το «τίς ἀγορεύειν βούλεται;» καλούσε στο βήμα κάθε πολίτη. Η ισηγορία όμως θα ήταν χωρίς αντικείμενο, αν δεν συνοδευόταν από το δικαίωμα της πλήρους ελευθερίας του λόγου — από αυτό ακριβώς που ο Δημοσθένης ονομάζει εδώ παρρησίαν.

Η παρρησία έχει δύο διαστάσεις: ως κοινωνική αρετή σημαίνει απόλυτη ειλικρίνεια, ως πολιτικό δικαίωμα σημαίνει θαρραλέα έκφραση της γνώμης ενώπιον του πλήθους. Και στις δύο μορφές συναντούσε αντιδράσεις, τότε όπως και σήμερα. Στη συνέλευση οι ἐκκλησιάζοντες πολλές φορές θορυβούσαν και εμπόδιζαν με αποδοκιμασίες τον ρήτορα να αγορεύσει, όταν δεν συμφωνούσαν με τις απόψεις του.

Σ' αυτό συντελούσε και η τακτική των δημοκολάκων — των «δημοπιθήκων» κατά τον Αριστοφάνη — οι οποίοι φρόντιζαν να είναι δημοφιλείς προσαρμόζοντας τους λόγους τους στις επιθυμίες του πλήθους. Ο Δημοσθένης πολλές φορές επισημαίνει στους Αθηναίους ότι η τακτική αυτή δεν βοηθεί να εκφράζονται στις συνελεύσεις απόψεις χρησιμότατες.

Γιατί όμως ζητά εδώ την παρρησία; Επειδή ξέρει ότι θα διαφωνήσει με τους ρήτορες που προηγήθηκαν και με το γενικό αίσθημα. Θα ζητήσει από τους συμπολίτες του να βοηθήσουν τους Ροδίους, παρά τους κινδύνους και παρά το γεγονός ότι αυτοί με την πρόσφατη αποστασία τους από τη συμμαχία προκάλεσαν σημαντικές ζημιές στην αθηναϊκή πολιτεία. Το αίτημα της παρρησίας είναι, με άλλα λόγια, μια προληπτική ασπίδα απέναντι στις αποδοκιμασίες που προβλέπει.

«Διδάξαι τὰ βέλτιστα» — τι διδάσκει ένας συμβουλευτικός λόγος

Η φράση παραπέμπει στον ίδιο τον σκοπό του συμβουλευτικού γένους. Οι συμβουλευτικοί λόγοι είχαν σκοπό να υποδείξουν στο ακροατήριο τὸ δίκαιον, τὸ νόμιμον, τὸ συμφέρον, τὸ δυνατόν, τὸ καλόν, τὸ ἡδύ (το ευχάριστο). Αυτά είναι οι κατηγορίες πάνω στις οποίες χτίζεται η επιχειρηματολογία ενός δημηγορικού λόγου, και ο Δημοσθένης θα τις αξιοποιήσει και τις έξι στη συνέχεια του λόγου του.

«Ὡς γὰρ εἰπεῖν ἁπλῶς, ἅπαντες ὑπάρχειν ἐγνωκότες μοι δοκεῖτε» — η κολακεία

Εδώ ο ρήτορας κολακεύει τους ακροατές, και μάλιστα με μεγάλη δεξιοτεχνία. Ο σκοπός του, λέει, δεν είναι να διδάξει σ' αυτούς τὰ βέλτιστα — αυτό είναι εύκολο, αφού ἅπαντες τα γνωρίζουν ήδη — αλλά να τους πείσει να τα εφαρμόσουν.

Το κέρδος είναι διπλό: αφενός ο Δημοσθένης εμφανίζεται σεμνός (δεν έρχεται ως δάσκαλος), αφετέρου το ακροατήριο κολακεύεται και ανοίγεται. Ταυτόχρονα όμως, με μια λεπτή κίνηση, η κολακεία μετατοπίζει την ευθύνη: αν όλοι ξέρετε τι πρέπει να γίνει και δεν γίνεται, τότε το πρόβλημα δεν είναι η άγνοια — είναι η αδράνειά σας.

Προσοχή στο ἁπλῶς: το επίρρημα μετριάζει τη γενικότητα του «ἅπαντες». Ο ρήτορας δηλαδή αφήνει περιθώριο: μιλάει σε γενικές γραμμές, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Είναι μια μικρή αλλά χαρακτηριστική ένδειξη της ρητορικής ακρίβειας του Δημοσθένη.

«Ὅσονπερ πρὶν δόξαι» — η καταγγελία της αδράνειας

Η φράση κλείνει την πρώτη παράγραφο με μια από τις πιο δηκτικές διατυπώσεις του Δημοσθένη: μόλις κάτι αποφασιστεί και ψηφιστεί, απέχει από την εκτέλεσή του ακριβώς όσο απείχε και πριν αποφασιστεί. Δηλαδή η απόφαση δεν προχωράει τα πράγματα ούτε ένα βήμα.

Οι υποθέσεις της πόλεως απαιτούν τρία στάδια: βουλήν (σκέψη, διαβούλευση), ψῆφον (απόφαση) και πρᾶξιν (εκτέλεση). Αν απουσιάζει η πρᾶξις, τα άλλα δύο είναι μάταια και χωρίς αξία. Ο Δημοσθένης σε πολλούς λόγους του επιπλήττει τους Αθηναίους για ακριβώς αυτό, αντιπαραβάλλοντας συνήθως την αδράνεια της πόλεως προς την ακαταπόνητη δραστηριότητα του Φιλίππου. Η αμέλεια, η αδράνεια και η αδιαφορία των πολιτών είναι, κατά τον ρήτορα, χαρακτηριστικά μιας πολιτείας που παρακμάζει.

Ρητορικά, η φράση προετοιμάζει το έδαφος για το αίτημα του τέλους του προοιμίου: η δυσφήμηση της πόλης θα αναιρεθεί ἔργῳ, όχι με λόγια.

«Χάριν... ὀφείλειν τοῖς θεοῖς» — η θεϊκή εύνοια

Ο Δημοσθένης συχνά διακηρύσσει πως η Αθήνα είναι η πόλη που έχει την εύνοια των θεών. Μεταξύ των αποδείξεων της εύνοιας αυτής θεωρεί και την παρουσία των ταπεινωμένων Ροδίων που ζητούν βοήθεια από εκείνους ακριβώς εναντίον των οποίων είχαν πρόσφατα (357-355 π.Χ.) πολεμήσει.

Το επιχείρημα είναι εξαιρετικά ισχυρό σε ένα θρησκευόμενο ακροατήριο: αν οι θεοί σας έφεραν αυτή την ευκαιρία, η άρνησή σας να την αξιοποιήσετε δεν είναι απλώς πολιτικό λάθος — είναι σχεδόν ασέβεια. Έτσι ο ρήτορας δεν πείθει μόνο τη λογική, αλλά δεσμεύει και τη θρησκευτική συνείδηση των ακροατών.

«Διὰ τὴν αὑτῶν ὕβριν» — η ύβρις και η τιμωρία της

Η ὕβρις εδώ δεν σημαίνει προσβολή με λόγια. Σημαίνει την ανεδαφική υπεροψία, την αλαζονεία, την προπέτεια, την αυθάδεια που πηγάζει από υπερβολική, αβάσιμη συναίσθηση δυνάμεως.

Οι Ρόδιοι υπέπεσαν στο αμάρτημα της ύβρεως με την αποστασία τους από την Αθηναϊκή Συμμαχία, διότι υπερεκτίμησαν τη δύναμή τους και περιφρόνησαν τους ισχυρότερούς τους. Η συμπεριφορά των πόλεων, όπως και των ανθρώπων, κατά την αντίληψη αυτή, πρέπει να κινείται στα όρια του μέτρου, που είναι και το δίκαιο. Και η τιμωρία της ύβρεως των Ροδίων είναι αυτή ακριβώς η εσχάτη ταπείνωση: να ζητούν το έλεος εκείνων τους οποίους πολέμησαν. Η ίδια αντίληψη για την ύβρη και την αναπόφευκτη τιμωρία της διατρέχει την τραγωδία — χαρακτηριστικά στη σοφόκλεια Αντιγόνη (στ. 473 κ.εξ.).

«Ἄξιον δ᾽ ἡσθῆναι τῷ παρόντι καιρῷ» — η αναστροφή του κλίματος

Ο Δημοσθένης προσπαθεί εδώ ν' αναστρέψει το κλίμα, λέγοντας ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας, αλλά χαράς. Πρέπει όμως να γίνει σαφές τι είδους χαρά εννοεί: δεν πρόκειται για χαιρεκακία για τα δεινά των Ροδίων, αλλά για ικανοποίηση για την εύνοια των θεών στην παρούσα περίσταση.

Την αισιοδοξία του τη στηρίζει επομένως στην πεποίθηση πως η έκκληση των Ροδίων για βοήθεια αποτελεί θεόσταλτη ευκαιρία — έναν καιρόν. Οι ευκαιρίες όμως έχουν αξία μόνο όταν δεν παρέρχονται ανεκμετάλλευτες· γι' αυτό και ο ρήτορας βάζει αμέσως τον όρο: «ἐὰν ἃ χρὴ βουλεύσησθ᾽ ὑπὲρ αὐτοῦ».

Η ίδια σκέψη διατυπώνεται και στον Α΄ Ὀλυνθιακό (§11):

«οἱ μὴ χρησάμενοι τοῖς καιροῖς ὀρθῶς, οὐδ᾽ εἰ συνέβη τι παρὰ τῶν θεῶν χρηστὸν μνημονεύουσι».

(Όσοι δεν αξιοποιούν σωστά τις ευκαιρίες, ούτε καν θυμούνται αν τους έτυχε κάτι καλό από τους θεούς.)

Ο «καιρός» στην αρχαία σκέψη ⏳

Η λέξη καιρός στα αρχαία ελληνικά δεν σημαίνει τον χρόνο γενικά (αυτό είναι ο χρόνος), αλλά τη σωστή, κρίσιμη, αποφασιστική στιγμή — τη συγκυρία που, αν την αδράξεις, αλλάζει την πορεία των πραγμάτων, και που δεν επιστρέφει.

Ο καιρός είναι έννοια-κλειδί σε ολόκληρη τη δημοσθενική πολιτική σκέψη: το βασικό μειονέκτημα των Αθηναίων απέναντι στον Φίλιππο, κατά τον ρήτορα, δεν είναι η έλλειψη δύναμης, αλλά η αδυναμία τους να δράσουν στον σωστό καιρό.

«Τὰς παρὰ τῶν διαβαλλόντων... βλασφημίας» — η έμμεση κολακεία και η σκόπιμη αποσιώπηση

Ονομάζοντας τις κατηγορίες εναντίον της Αθήνας διαβολές (συκοφαντίες), ο Δημοσθένης κολακεύει εμμέσως τους Αθηναίους: υπονοεί ότι οι κατηγορίες είναι εξ ορισμού ψευδείς και η πόλη αθώα.

Η ιστορική αλήθεια όμως είναι πιο σύνθετη. Οι διαβάλλοντες — αντίπαλοι ή και σύμμαχοι της πόλεως — δεν είχαν πάντοτε άδικο. Η αθηναϊκή πολιτεία, ως μεγάλη Δύναμη, είχε επιδείξει όχι λίγες φορές ιμπεριαλιστική συμπεριφορά, και οι σύμμαχοί της είχαν συχνά δοκιμάσει οικονομικές καταπιέσεις και διοικητικές αυθαιρεσίες. Αυτά σκοπίμως εδώ αποσιωπώνται.

Η αποσιώπηση αυτή είναι καθαρά ρητορική επιλογή: ο σκοπός του λόγου δεν είναι η ιστορική ακριβοδικία, αλλά η πειθώ. Και για να πειστούν οι Αθηναίοι, πρέπει να αισθανθούν αδικημένοι — όχι ένοχοι.

«Ἔργῳ μετὰ δόξης καλῆς ἀπολύσασθαι» — λόγος και έργο

Μετά τη λέξη ἔργῳ υπονοείται η φράση «καὶ οὐ λόγῳ». Το ζεύγος των τροπικών επιρρηματικών προσδιορισμών λόγῳ - ἔργῳ απαντάται πολύ συχνά στα αρχαία κείμενα και αποτελεί βασικό εννοιολογικό δίπολο της αρχαίας σκέψης.

Η λογική του επιχειρήματος: είναι ανέφικτο να διαλύσει κανείς με λόγια δυσμενείς φήμες που έχουν με τον χρόνο παγιωθεί. Την ίδια διαπίστωση κάνει και ο Πλάτων στην Ἀπολογία Σωκράτους (27):

«οὐ ῥᾴδιον ἐν χρόνῳ ὀλίγῳ μεγάλας διαβολὰς ἀπολύσασθαι»

(δεν είναι εύκολο σε λίγο χρόνο ν' απαλλαγεί κανείς από μεγάλες συκοφαντίες)

Η πράξη όμως που διαψεύδει την κατηγορία είναι αποστομωτικό επιχείρημα: δεν διαλύει μόνο τις συκοφαντίες, αλλά επιπλέον αποκαθιστά την καλή φήμη. Ο Δημοσθένης δηλαδή δεν υπόσχεται απλώς αθώωση — υπόσχεται δόξα.

«Δόξα καλή» — μια «μέση λέξις»

Η δόξα καλή είναι η καλή φήμη. Η λέξη δόξα (αρχικά: γνώμη, φήμη) σήμαινε την αγαθή υπόληψη, την τιμή, αλλά κάποτε και την κακή φήμη. Ήταν δηλαδή «μέση λέξις» (λατ. media vox): λέξη που από μόνη της είναι ουδέτερη και σημαίνει αδιαφόρως το καλό και το κακό, ανάλογα με τα συμφραζόμενα — όπως π.χ. και η λέξη τύχη.

Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο ο Δημοσθένης προσθέτει το επίθετο καλῆς: για να άρει την αμφισημία και να δηλώσει ρητά τη θετική σημασία.

Ρητορική τεχνική και δομή 🎯

Το προοίμιο ως δομικό μέρος του λόγου

Οι §§1-2 αποτελούν το προοίμιον, το πρώτο από τα δομικά μέρη ενός ρητορικού λόγου (προοίμιον — διήγησις/πρόθεσις — πίστεις — ἐπίλογος). Ο κλασικός σκοπός του προοιμίου είναι τριπλός: να καταστήσει τους ακροατές εὔνους (ευνοϊκά διατεθειμένους), προσεκτικούς και εὐμαθεῖς (πρόθυμους να μάθουν). Ο Δημοσθένης πετυχαίνει και τα τρία:

  • Εὔνοια: με την κολακεία («ἅπαντες ὑπάρχειν ἐγνωκότες») και με το αίτημα της παρρησίας που τον παρουσιάζει ως ειλικρινή σύμβουλο.
  • Προσοχή: με την επισήμανση της σοβαρότητας («περὶ τηλικούτων») και με την υπόσχεση δόξης.
  • Εὐμάθεια: με την προδιαγραφή του θέματος (η ευκαιρία, η ανάγκη για πράξη).

Τα ρητορικά σχήματα και οι τεχνικές

Σχήμα προκαταλήψεως (προλήψεως / προδιορθώσεως / προθεραπείας): το αίτημα της παρρησίας εξουδετερώνει προκαταβολικά τις αναμενόμενες αποδοκιμασίες.

Κολακεία του ακροατηρίου: διπλή — άμεση («ἅπαντες... ἐγνωκότες») και έμμεση (οι κατηγορίες κατά της πόλης ως «βλασφημίαι» συκοφαντών).

Αντίθεση: το κείμενο δομείται πάνω σε αντιθετικά ζεύγη — διδάξαι / πεῖσαι πράττειν, δόξαι-ψηφισθῆναι / πραχθῆναι, λόγῳ (υπονοούμενο) / ἔργῳ.

Υπερβατό: η περίοδος «ἔστι μὲν οὖν... τὰς ἐλπίδας» καθυστερεί σκόπιμα το ουσιώδες περιεχόμενο για μεγαλύτερη έμφαση.

Ειρωνική οξύτητα: το «τότ᾽ ἴσον τοῦ πραχθῆναι ἀπέχει ὅσονπερ πρὶν δόξαι» είναι σκληρή αυτοκριτική της αθηναϊκής πολιτικής ζωής, διατυπωμένη ως ψυχρή διαπίστωση.

Αποσιώπηση: η παράλειψη κάθε αναφοράς στις ευθύνες της αθηναϊκής ηγεμονικής συμπεριφοράς.

Επίκληση στο θείο: η θεϊκή εύνοια ως εγγυητής της ορθότητας της προτεινόμενης πολιτικής.

Η προκατασκευή

Η επιχειρηματολογία σε συνοπτική εικόνα

Ρητορική κίνησηΛεκτικός φορέαςΤι πετυχαίνει
Επισήμανση σοβαρότηταςπερὶ τηλικούτωνΠροσοχή + δικαιολόγηση του αιτήματος
Αίτημα παρρησίαςδιδόναι παρρησίανΑσπίδα έναντι αποδοκιμασιών (προκατάληψη)
Κολακείαἅπαντες ὑπάρχειν ἐγνωκότεςΕύνοια + μετάθεση ευθύνης στην αδράνεια
Καταγγελία αδράνειαςὅσονπερ πρὶν δόξαιΑνάγκη για πρᾶξιν, όχι μόνο ψήφισμα
Επίκληση θεϊκής εύνοιαςχάριν ὀφείλειν τοῖς θεοῖςΗ ευκαιρία ως θεόσταλτο δώρο
Ψόγος των Ροδίωνδιὰ τὴν αὑτῶν ὕβρινΑποφυγή υποψίας μεροληψίας + πράυνση οργής
Αναστροφή κλίματοςἄξιον δ᾽ ἡσθῆναιΑπό τον φόβο στη χαρά και την αισιοδοξία
Υπόσχεση ανταμοιβήςἔργῳ μετὰ δόξης καλῆςΠροκατασκευή της εισηγήσεως

Το ήθος του ρήτορα

Σε δύο μόλις παραγράφους ο Δημοσθένης χτίζει το ἦθος του: εμφανίζεται ειλικρινής (ζητά παρρησία, άρα θα πει τα δύσκολα), σεμνός (δεν διδάσκει, υπενθυμίζει), έμπειρος (μιλά για όσα «οὐδεπώποτε» έχει διαπιστώσει), ευσεβής (αναγνωρίζει τη θεϊκή εύνοια) και πατριώτης (νοιάζεται για τη φήμη «τῆς πόλεως ἡμῶν» — προσέξτε το κτητικό πρώτου πληθυντικού, που τον τοποθετεί μέσα στην κοινότητα των ακροατών του). Αυτή η προσεκτικά κατασκευασμένη εικόνα είναι το πρώτο και ισχυρότερο επιχείρημα του λόγου.