Λυσίου «Ὑπὲρ Μαντιθέου» — Επίλογος §§ 20-21 📜
Φτάσαμε στο τέλος του λόγου. Ο Μαντίθεος έχει ήδη ολοκληρώσει την υπεράσπισή του: απέκρουσε την κατηγορία ότι υπηρέτησε στο ιππικό επί των Τριάκοντα, παρουσίασε το ιδιωτικό του ήθος (τη φροντίδα για τις αδελφές του, την εντιμότητα στις οικονομικές του συναλλαγές), ανέδειξε τη στρατιωτική του προσφορά και αντιπαρέβαλε τη δική του γενναιότητα με τη δειλία άλλων. Τώρα, στον επίλογο, δεν επαναλαμβάνει απλώς τα επιχειρήματά του: αντιμετωπίζει μια τελευταία, άρρητη αλλά υπαρκτή αιχμή — τη δυσαρέσκεια ορισμένων που τον βλέπουν, νέο άνθρωπο, να ανεβαίνει στο βήμα και να αγορεύει μπροστά στον δήμο. ⚖️
Η στροφή αυτή είναι ρητορικά έξυπνη. Ο Μαντίθεος ομολογεί μια «αδυναμία» του — την υπερβολική φιλοδοξία — και μέσα από αυτή την ομολογία καταφέρνει να αυτοεπαινεθεί, να εγκωμιάσει τους ίδιους τους βουλευτές και να κλείσει με ρητορική ερώτηση που δεν αφήνει περιθώριο άλλης απάντησης παρά μόνο την έγκρισή τους.
Ο λόγος εκφωνείται στο πλαίσιο της δοκιμασίας, της υποχρεωτικής εξέτασης που περνούσε κάθε Αθηναίος πριν αναλάβει δημόσιο αξίωμα. Οι νεοεκλεγέντες βουλευτές δοκιμάζονταν ενώπιον της απερχόμενης Βουλής των Πεντακοσίων. Ελέγχονταν η καταγωγή τους, η στάση τους απέναντι στους γονείς και στους τάφους των προγόνων, η εκπλήρωση των στρατιωτικών και φορολογικών τους υποχρεώσεων και η γενικότερη πολιτική τους συμπεριφορά. Οποιοσδήποτε πολίτης μπορούσε να προβάλει κατηγορία, και η ψηφοφορία ήταν μυστική.
Δεν επρόκειτο δηλαδή για ποινική δίκη: δεν κρινόταν κάποιο συγκεκριμένο αδίκημα, αλλά η συνολική καταλληλότητα του πολίτη. Γι' αυτό ο Μαντίθεος απευθύνεται συνεχώς με το «ὦ βουλή» και μιλάει τόσο πολύ για τον βίο του: δικαστές του είναι οι ίδιοι οι βουλευτές — και αυτό ακριβώς το γεγονός θα το αξιοποιήσει ρητορικά στην τελευταία του φράση.
Το κείμενο ✍️
Ο επίλογος αποτελεί το τέταρτο και τελευταίο δομικό μέρος του ρητορικού λόγου. Ο Αριστοτέλης τον περιγράφει έτσι:
«Ὁ δ' ἐπίλογος σύγκειται ἐκ τεττάρων, ἔκ τε τοῦ πρὸς ἑαυτὸν κατασκευάσαι εὖ τὸν ἀκροατὴν καὶ τὸν ἐναντίον φαύλως, καὶ ἐκ τοῦ αὐξῆσαι καὶ ταπεινῶσαι καὶ ἐκ τοῦ εἰς τὰ πάθη τὸν ἀκροατὴν καταστῆσαι καὶ ἐξ ἀναμνήσεως»
Αριστοτέλη, Ρητορική III 19, 1419β11
[20] Ἤδη δέ τινων ᾐσθόμην, ὦ βουλή, καὶ διὰ ταῦτα ἀχθομένων μοι, ὅτι νεώτερος ὢν ἐπεχείρησα λέγειν ἐν τῷ δήμῳ. ἐγὼ δὲ τὸ μὲν πρῶτον ἠναγκάσθην ὑπὲρ τῶν ἐμαυτοῦ πραγμάτων δημηγορῆσαι, ἔπειτα μέντοι καὶ ἐμαυτῷ δοκῶ φιλοτιμότερον διατεθῆναι τοῦ δέοντος, ἅμα μὲν τῶν προγόνων ἐνθυμούμενος, ὅτι οὐδὲν πέπαυνται τὰ τῆς πόλεως πράττοντες, [21] ἅμα δὲ ὑμᾶς ὁρῶν (τὰ γὰρ ἀληθῆ χρὴ λέγειν) τοὺς τοιούτους μόνους <τινὸς> ἀξίους νομίζοντας εἶναι, ὥστε ὁρῶν ὑμᾶς ταύτην τὴν γνώμην ἔχοντας τίς οὐκ ἂν ἐπαρθείη πράττειν καὶ λέγειν ὑπὲρ τῆς πόλεως; ἔτι δὲ τί ἂν τοῖς τοιούτοις ἄχθοισθε; οὐ γὰρ ἕτεροι περὶ αὐτῶν κριταί εἰσιν, ἀλλ᾽ ὑμεῖς.
Θέμα της ενότητας: ο σκοπός της πρώτης αγόρευσης του Μαντιθέου και το κίνητρο της ενασχόλησής του με τα κοινά.
Οι γωνιώδεις αγκύλες που περικλείουν το «τινὸς» δεν ανήκουν στο πρωτότυπο: είναι συμπλήρωμα των εκδοτών. Σημαίνουν ότι η λέξη λείπει από τα χειρόγραφα και οι φιλόλογοι την πρόσθεσαν για να αποκατασταθεί το νόημα. Εδώ συμπληρώνει τη φράση ώστε να διαβάζεται «τοὺς τοιούτους μόνους τινὸς ἀξίους νομίζοντας εἶναι» = «θεωρείτε ότι μόνο τέτοιοι άνθρωποι αξίζουν κάτι». Χωρίς αυτό, το «ἀξίους» μένει χωρίς το συμπλήρωμά του, δηλαδή χωρίς τη γενική της αξίας που απαιτεί το επίθετο.
Να θυμάσαι τη διάκριση των εκδοτικών σημείων: οι γωνιώδεις αγκύλες δηλώνουν προσθήκη του εκδότη, ενώ οι τετράγωνες δηλώνουν κείμενο που ο εκδότης θεωρεί νόθο. Οι αριθμοί των παραγράφων, αντίθετα, είναι απλώς η καθιερωμένη αρίθμηση των νεότερων εκδόσεων, ώστε να παραπέμπουμε εύκολα στο κείμενο.
Νεοελληνική απόδοση 🗣️
[20] Έχω ήδη αντιληφθεί, κύριοι βουλευτές, ότι κάποιοι δυσαρεστούνται μαζί μου και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο: επειδή δηλαδή, ενώ ήμουν αρκετά νέος, επιχείρησα να αγορεύω μπροστά στον δήμο. Εγώ όμως την πρώτη φορά αναγκάστηκα να μιλήσω δημόσια για τις δικές μου υποθέσεις· έπειτα, ωστόσο, έχω και ο ίδιος τη γνώμη ότι έδειξα μεγαλύτερη φιλοδοξία απ' όση έπρεπε — από τη μια, γιατί είχα στον νου μου τους προγόνους μου, ότι δηλαδή δεν έπαψαν καθόλου να ασχολούνται με τις υποθέσεις της πόλης, [21] και από την άλλη, γιατί έβλεπα εσάς (πρέπει άλλωστε να λέει κανείς την αλήθεια) να θεωρείτε ότι μόνο τέτοιου είδους άνθρωποι αξίζουν κάτι. Ώστε, βλέποντας εσάς να έχετε αυτή τη γνώμη, ποιος δεν θα παρακινούνταν να πράττει και να αγορεύει για χάρη της πόλης; Επιπλέον, γιατί τάχα θα δυσαρεστείσθε με τέτοιου είδους πολίτες; Γιατί δεν είναι κάποιοι άλλοι οι κριτές τους, αλλά εσείς οι ίδιοι.
Ερμηνευτική προσέγγιση 🔍
«Ἤδη δέ τινων ᾐσθόμην... ἀχθομένων μοι» — η άρρητη κατηγορία
Ο Μαντίθεος κάνει εδώ κάτι που μόνο ένας ικανός ρήτορας τολμά: φέρνει ο ίδιος στο φως μια αιχμή που κανείς δεν του απηύθυνε επίσημα. Δεν υπάρχει στο κατηγορητήριο άρθρο «αγόρευσε νέος». Υπάρχει όμως στην ατμόσφαιρα της αίθουσας μια δυσαρέσκεια, μια ενόχληση για τον νεαρό που πρόβαλε πολιτικά. Το «τινων» (κάποιων) είναι σκόπιμα αόριστο: δεν κατονομάζει, δεν προκαλεί, απλώς δείχνει ότι έχει επίγνωση.
Η ρητορική σκοπιμότητα είναι διπλή. Πρώτον, αν αφήσει τη δυσαρέσκεια ανείπωτη, εκείνη θα δουλέψει υπόγεια στη σκέψη των βουλευτών τη στιγμή της μυστικής ψηφοφορίας. Δεύτερον, εκθέτοντάς την ο ίδιος, εμφανίζεται ειλικρινής και θαρραλέος: δεν κρύβεται πίσω από τα ευνοϊκά στοιχεία του βίου του, αλλά αντιμετωπίζει και το δυσάρεστο.
«νεώτερος ὢν ἐπεχείρησα λέγειν ἐν τῷ δήμῳ» — το βάρος της ηλικίας
Για να καταλάβουμε γιατί αυτό ήταν ζήτημα, χρειάζεται το θεσμικό υπόβαθρο. Σύμφωνα με νόμο του Σόλωνα, δικαίωμα αγόρευσης στην Εκκλησία του Δήμου είχαν μόνο οι Αθηναίοι πολίτες άνω των πενήντα ετών, και μάλιστα οι μεγαλύτεροι αγόρευαν πρώτοι. Το προνόμιο όμως αυτό της ηλικίας είχε προ πολλού καταργηθεί στην εποχή του Μαντιθέου, και όλοι οι πολίτες από τα είκοσι τους χρόνια και πάνω μπορούσαν να μιλήσουν.
Ωστόσο — και εδώ βρίσκεται το κλειδί — το έθιμο επιβίωσε πέρα από τον νόμο. Γενικά οι νέοι απέφευγαν, για λόγους ευγένειας και σεβασμού προς τους μεγαλύτερους, να λάβουν πρώτοι τον λόγο. Ο Μαντίθεος δηλαδή δεν παρανόμησε· παραβίασε όμως μια άγραφη κοινωνική σύμβαση. Και η δοκιμασία ακριβώς αυτό εξετάζει: όχι τη νομιμότητα, αλλά το ήθος και τη συμπεριφορά.
Στην αρχαία Εκκλησία του Δήμου ο κήρυκας ρωτούσε «τίς ἀγορεύειν βούλεται;» (ποιος θέλει να μιλήσει;) — και, κατά την παλαιότερη ρύθμιση, απευθυνόταν πρώτα στους πάνω από πενήντα ετών. Η κατάργηση του περιορισμού ήταν βήμα εκδημοκρατισμού: κατέστησε το βήμα προσιτό σε κάθε ενήλικο πολίτη. Αλλά, όπως συμβαίνει συχνά, η νοοτροπία άλλαξε πιο αργά από τον νόμο, και η ισηγορία (το ίσο δικαίωμα λόγου) συνυπήρχε με τη σιωπηρή προσδοκία ότι οι νέοι θα δείχνουν αιδώ.
«ἠναγκάσθην ὑπὲρ τῶν ἐμαυτοῦ πραγμάτων δημηγορῆσαι» — ο πρώτος λόγος: ανάγκη, όχι φιλοδοξία
Η πρώτη γραμμή άμυνας του Μαντιθέου είναι η αναγκαιότητα. Το παθητικό «ἠναγκάσθην» (αναγκάστηκα) μεταθέτει την ευθύνη από τη βούλησή του στις περιστάσεις: δεν ανέβηκε στο βήμα από φιλαρχία, αλλά επειδή δεν είχε άλλη επιλογή.
Ποιες ήταν οι περιστάσεις; Προφανώς δημηγόρησε για να διασώσει την πατρική περιουσία από τον κίνδυνο της δήμευσης. Ο ίδιος έχει ήδη υπαινιχθεί το ζήτημα νωρίτερα στον λόγο, όταν μίλησε για «διὰ τὰς συμφορὰς τὰς τοῦ πατρός» (εξαιτίας των συμφορών του πατέρα του). Η πρώτη λοιπόν δημόσια εμφάνισή του δεν ήταν πολιτική εκκίνηση αλλά αμυντική πράξη ενός γιου που προσπαθεί να σώσει τον οίκο του. Το επιχείρημα είναι ισχυρό, γιατί κανένας Αθηναίος δεν θα κατέκρινε κάποιον που υπερασπίζεται την οικογενειακή περιουσία του.
«ἐμαυτῷ δοκῶ φιλοτιμότερον διατεθῆναι τοῦ δέοντος» — η ομολογία που κερδίζει
Εδώ βρίσκεται το ρητορικό διαμάντι της ενότητας. Ο Μαντίθεος ομολογεί το ελάττωμά του: παραδέχεται ότι έδειξε μεγαλύτερη φιλοδοξία απ' όση έπρεπε. Η φράση αποτελεί ευγενή έκφραση ειλικρίνειας — μια από τις πιο εκλεπτυσμένες κινήσεις σε ολόκληρο τον λόγο.
Γιατί λειτουργεί; Επειδή ο ακροατής που ακούει έναν απολογούμενο να παραδέχεται αδυναμία, τον πιστεύει και για όλα τα υπόλοιπα. Η μερική παραδοχή αγοράζει αξιοπιστία για το σύνολο. Επιπλέον, το ελάττωμα που ομολογεί είναι από εκείνα που στην Αθήνα θεωρούνταν σχεδόν αρετή: η φιλοτιμία, η αγάπη για την τιμή και τη διάκριση, ήταν κινητήρια δύναμη της δημόσιας ζωής. Ομολογεί δηλαδή ένα «σφάλμα» που κολακεύει τις αξίες του ακροατηρίου.
Πρόσεξε και τη γλωσσική διατύπωση: το «ἐμαυτῷ δοκῶ» (δοτική προσωπική του κρίνοντος προσώπου) σημαίνει «κατά τη δική μου κρίση». Δεν λέει «είμαι φιλόδοξος», λέει «εγώ ο ίδιος νομίζω ότι ίσως υπερέβαλα». Ο μετριασμός είναι υπολογισμένος: αφήνει την ομολογία να ακουστεί ως αυτοκριτική και όχι ως καύχηση.
Το «ἐμαυτῷ δοκῶ φιλοτιμότερον διατεθῆναι τοῦ δέοντος» είναι κλασικό παράδειγμα κατασκευής ήθους — μιας από τις τρεις έντεχνες πίστεις κατά τον Αριστοτέλη (ἦθος, πάθος, λόγος). Ο ρήτορας πείθει όχι με αποδείξεις αλλά με την εικόνα του εαυτού του που προβάλλει: μετριόφρων, ειλικρινής, ικανός να αυτοκριτικαριστεί. Στη δοκιμασία, όπου κρίνεται ο χαρακτήρας και όχι κάποιο συγκεκριμένο αδίκημα, το ήθος είναι το ισχυρότερο όπλο.
«ἅμα μὲν τῶν προγόνων ἐνθυμούμενος... πράττοντες» — πρώτο κίνητρο: η προγονική παράδοση
Ο Μαντίθεος αιτιολογεί τώρα τη φιλοδοξία του με δύο λόγους, αρθρωμένους στο συμμετρικό σχήμα «ἅμα μὲν... ἅμα δὲ» (από τη μια... από την άλλη). Ο πρώτος λόγος είναι η προγονική παράδοση ενασχόλησης με τα κοινά, που έπρεπε να συνεχιστεί.
Οι πρόγονοί του, λέει, «οὐδὲν πέπαυνται τὰ τῆς πόλεως πράττοντες» — δεν έπαψαν καθόλου να ασχολούνται με τις υποθέσεις της πόλης. Ο παρακείμενος «πέπαυνται» δηλώνει κατάσταση που συνεχίζεται ως το παρόν: η ενασχόληση με τα κοινά είναι διαρκές γνώρισμα του οίκου του. Το επιρρηματικά χρησιμοποιούμενο «οὐδὲν» επιτείνει: όχι απλώς δεν σταμάτησαν, αλλά ούτε στιγμή δεν χαλάρωσαν.
Ο Μαντίθεος δηλαδή παρουσιάζει τη φιλοδοξία του όχι ως προσωπική επιθυμία εξουσίας, αλλά ως οφειλή προς τους προγόνους, ως συνέχεια μιας οικογενειακής παράδοσης. Στην Αθήνα, όπου η καταγωγή και η οικογενειακή προσφορά ζύγιζαν βαριά στη δοκιμασία, το επιχείρημα είχε μεγάλη δύναμη: το να μη συνεχίσει την παράδοση θα ήταν σχεδόν προδοσία του οίκου του.
«ἅμα δὲ ὑμᾶς ὁρῶν... νομίζοντας εἶναι» — δεύτερο κίνητρο: η ίδια η στάση των βουλευτών
Ο δεύτερος λόγος μεταθέτει την ευθύνη με μαεστρία στους ακροατές: η άποψη της πολιτείας ότι μόνο οι ασχολούμενοι με τα κοινά θεωρούνται άξιοι πολίτες κέντρισε περισσότερο τη φιλοδοξία του.
Πρόσεξε τι κάνει εδώ ο Μαντίθεος. Δεν λέει «είμαι φιλόδοξος». Λέει «εσείς μου δείξατε ότι μόνο τέτοιοι άνθρωποι αξίζουν κάτι». Η φιλοδοξία του παρουσιάζεται ως ανταπόκριση σε ένα αξιακό μήνυμα που εκπέμπει η ίδια η πολιτεία. Αν η πόλη τιμά όσους ασχολούνται με τα κοινά, τότε ο νέος που φιλοδοξεί να ασχοληθεί δεν κάνει τίποτε άλλο από το να υπακούει στην αξιολογική κλίμακα της πόλης.
Η παρενθετική φράση «τὰ γὰρ ἀληθῆ χρὴ λέγειν» (πρέπει άλλωστε να λέει κανείς την αλήθεια) είναι επίσης υπολογισμένη: προλαμβάνει την υποψία της κολακείας. Λέει, ουσιαστικά, «δεν σας κολακεύω — απλώς διαπιστώνω κάτι αληθινό».
«ὥστε ὁρῶν ὑμᾶς... τίς οὐκ ἂν ἐπαρθείη πράττειν καὶ λέγειν ὑπὲρ τῆς πόλεως;» — το εγκώμιο των βουλευτών
Η πρώτη ρητορική ερώτηση του επιλόγου είναι στην πραγματικότητα εγκώμιο. Ο ρήτορας εγκωμιάζει τους βουλευτές, οι οποίοι ως εκφραστές του πνεύματος της πολιτείας, υπηρέτες και προστάτες του κοινού συμφέροντος, με την ανάλογη στάση τους παρακινούν κάθε πολίτη να ασχοληθεί με τα ζητήματα της πόλης.
Η δομή του συλλογισμού είναι άψογη:
- Οι βουλευτές τιμούν όσους ασχολούνται με τα κοινά.
- Άρα κάθε πολίτης που τους βλέπει παρακινείται να κάνει το ίδιο.
- Άρα ο Μαντίθεος, που έκανε ακριβώς αυτό, ακολούθησε το παράδειγμα και το μήνυμά τους.
Το «τίς οὐκ ἂν ἐπαρθείη;» (ποιος δεν θα παρακινούνταν;) είναι γενικευτικό: δεν μιλάει πια για τον εαυτό του αλλά για τον καθένα. Η ατομική του συμπεριφορά γίνεται έτσι φυσιολογική, αναμενόμενη, σχεδόν αναπόφευκτη. Ο δυνητικός ευκτικός «ἂν ἐπαρθείη» προσθέτει ευγένεια και μετριασμό, αποφεύγοντας την κατηγορηματικότητα.
Το ζεύγος «πράττειν καὶ λέγειν» δεν είναι τυχαίο: καλύπτει και τις δύο διαστάσεις του ενεργού πολίτη — την έμπρακτη προσφορά (στρατιωτική, οικονομική) και τη λογική και πολιτική συμμετοχή (αγόρευση στην Εκκλησία). Ο Μαντίθεος έχει ήδη αποδείξει την πρώτη· τώρα δικαιολογεί τη δεύτερη.
Η ρητορική ερώτηση (ἐρώτημα) είναι σχήμα λόγου κατά το οποίο ο ομιλητής ρωτά χωρίς να περιμένει απάντηση, γιατί η απάντηση είναι αυτονόητη. Ισοδυναμεί με έντονη κατάφαση ή άρνηση. Στον επίλογο των §§ 20-21 υπάρχουν δύο:
- «τίς οὐκ ἂν ἐπαρθείη...;» = όλοι θα παρακινούνταν (έντονη κατάφαση).
- «τί ἂν τοῖς τοιούτοις ἄχθοισθε;» = καμία αιτία δεν έχετε να δυσαρεστείσθε (έντονη άρνηση).
Η λειτουργία τους: εμπλέκουν τον ακροατή, τον κάνουν να δώσει μόνος του την απάντηση που θέλει ο ρήτορας, και δίνουν ζωντάνια και ένταση στον λόγο. Είναι τυπικό γνώρισμα του επιλόγου, όπου επιδιώκεται η συναισθηματική διέγερση.
«ἔτι δὲ τί ἂν τοῖς τοιούτοις ἄχθοισθε; οὐ γὰρ ἕτεροι... ἀλλ᾽ ὑμεῖς» — το τελικό επιχείρημα
Ο Μαντίθεος τελειώνει την απολογία του υποβάλλοντας στους βουλευτές μια ρητορική ερώτηση που ισοδυναμεί με έντονη άρνηση, την οποία και αιτιολογεί. Τους λέει ότι δεν υπάρχει λόγος να δυσανασχετούν με τέτοιους πολίτες, τους οποίους οι ίδιοι παρακίνησαν με τη στάση τους να ασχοληθούν με τα κοινά. Διότι αυτοί τους κρίνουν με τη δοκιμασία και όχι άλλοι.
Το επιχείρημα είναι το πιο δυνατό του επιλόγου, γιατί κλείνει έναν κύκλο λογικής από τον οποίο δεν υπάρχει διαφυγή:
- Εσείς τιμάτε όσους ασχολούνται με τα κοινά.
- Εγώ ασχολήθηκα, ακολουθώντας το δικό σας μήνυμα.
- Άρα, αν με αποδοκιμάσετε, αναιρείτε τον ίδιο σας τον εαυτό.
- Και μάλιστα η κρίση είναι αποκλειστικά δική σας — δεν υπάρχει άλλος κριτής.
Η φράση «οὐ γὰρ ἕτεροι περὶ αὐτῶν κριταί εἰσιν, ἀλλ᾽ ὑμεῖς» έχει διπλή λειτουργία. Από τη μια είναι αναγνώριση της κυριαρχίας των βουλευτών: εσείς έχετε τον τελευταίο λόγο, εσείς αποφασίζετε μέσω της δοκιμασίας. Από την άλλη είναι έμμεση υπενθύμιση ευθύνης: αφού μόνο εσείς κρίνετε, μόνο εσείς φέρετε το βάρος της απόφασης.
Το εντυπωσιακό είναι ότι ο λόγος τελειώνει με το «ὑμεῖς» — με τους ίδιους τους ακροατές. Το τελευταίο πράγμα που ακούγεται στην αίθουσα δεν είναι μια επίκληση οίκτου ούτε μια περίληψη επιχειρημάτων, αλλά η λέξη «εσείς». Ο Μαντίθεος αφήνει τον λόγο στα χέρια τους, κολακεύοντας και δεσμεύοντάς τους ταυτόχρονα.
Ρητορική τεχνική και δομή 🎯
Ο επίλογος κατά τον Αριστοτέλη
Το παράθεμα από τη Ρητορική του Αριστοτέλη ορίζει τέσσερα συστατικά του επιλόγου. Δες πώς εφαρμόζονται εδώ:
| Συστατικό | Αριστοτελική διατύπωση | Στις §§ 20-21 |
|---|---|---|
| Εύνοια προς τον ομιλητή, δυσμένεια προς τον αντίπαλο | «πρὸς ἑαυτὸν κατασκευάσαι εὖ τὸν ἀκροατὴν καὶ τὸν ἐναντίον φαύλως» | Καλλιεργεί εύνοια με την ειλικρίνεια και το εγκώμιο των βουλευτών· δεν επιτίθεται όμως στους κατηγόρους — τους αγνοεί εντελώς |
| Μεγέθυνση και σμίκρυνση | «ἐκ τοῦ αὐξῆσαι καὶ ταπεινῶσαι» | Μεγεθύνει την προγονική παράδοση και το κύρος της Βουλής· σμικρύνει τη δική του «υπερβολική φιλοδοξία» σε συγγνωστό σφάλμα |
| Συναισθηματική διέγερση | «εἰς τὰ πάθη τὸν ἀκροατὴν καταστῆσαι» | Οι δύο ρητορικές ερωτήσεις και η άμεση προσφώνηση «ὦ βουλή» |
| Ανακεφαλαίωση | «ἐξ ἀναμνήσεως» | Έμμεση: υπενθυμίζει το ήθος του και τη στάση των βουλευτών, χωρίς ξερή επανάληψη των επιχειρημάτων |
Στα αθηναϊκά δικαστήρια ο επίλογος ήταν συχνά στιγμή έντονης συγκίνησης: ο κατηγορούμενος έφερνε τα παιδιά του, θρηνούσε, ικέτευε τους δικαστές για οίκτο. Ο Μαντίθεος δεν κάνει τίποτε από αυτά. Ο επίλογός του είναι λογικός, μετρημένος, σχεδόν ψύχραιμος: ούτε επίκληση οίκτου, ούτε αναφορά σε συγγενείς, ούτε επίθεση στους κατηγόρους. Αυτή η αυτοκυριαρχία είναι από μόνη της επιχείρημα: δείχνει έναν άνθρωπο που δεν χρειάζεται να παρακαλέσει, γιατί έχει την ήσυχη συνείδηση ότι τα έργα του μιλούν.
Τα σχήματα λόγου
Ρητορική ερώτηση (δύο φορές): «τίς οὐκ ἂν ἐπαρθείη...;» και «τί ἂν τοῖς τοιούτοις ἄχθοισθε;». Και οι δύο ζητούν σιωπηρή συμφωνία και δίνουν παλμό στον επίλογο.
Αντίθεση: «τὸ μὲν πρῶτον... ἔπειτα μέντοι» (ανάγκη ↔ φιλοδοξία) και «οὐ γὰρ ἕτεροι... ἀλλ᾽ ὑμεῖς» (άλλοι ↔ εσείς). Η αντίθεση οργανώνει τη σκέψη σε ευδιάκριτα ζεύγη και διευκολύνει την πρόσληψη.
Παραλληλισμός με «ἅμα μὲν... ἅμα δὲ»: δομεί συμμετρικά τα δύο κίνητρα της φιλοδοξίας (πρόγονοι, στάση της πόλης), δίνοντας ρυθμό και σαφήνεια.
Παρένθεση: «(τὰ γὰρ ἀληθῆ χρὴ λέγειν)». Διακόπτει τη ροή για να πιστοποιήσει την ειλικρίνεια του ομιλητή — τεχνική που ενισχύει το ήθος.
Προσφώνηση: «ὦ βουλή». Κρατά ζωντανή τη σχέση με το ακροατήριο και υπενθυμίζει το θεσμικό πλαίσιο της δοκιμασίας.
Μετριασμός: το «ἐμαυτῷ δοκῶ» και οι δυνητικές ευκτικές «ἂν ἐπαρθείη», «ἂν ἄχθοισθε» απαλύνουν τον τόνο και αποτρέπουν την εντύπωση αλαζονείας.
Η στρατηγική του επιλόγου συνοπτικά
Ο Μαντίθεος στις §§ 20-21 κάνει τέσσερις διαδοχικές κινήσεις:
- Αναγνωρίζει μια άρρητη αιχμή (νέος και ήδη αγορεύει) — δείχνοντας θάρρος και ειλικρίνεια.
- Δικαιολογεί την πρώτη του εμφάνιση ως αναγκαστική (σωτηρία της πατρικής περιουσίας).
- Ομολογεί το μοναδικό του «σφάλμα» — υπερβολική φιλοδοξία — και το αιτιολογεί με δύο κίνητρα (προγονική παράδοση, αξίες της πόλης).
- Επιστρέφει την ευθύνη στους βουλευτές: εσείς με παρακινήσατε, εσείς κρίνετε.
Θυμήσου τα βασικά της ενότητας:
- Δομικό μέρος: επίλογος (το τέταρτο μέρος του λόγου, μετά το προοίμιο, τη διήγηση και τις πίστεις).
- Δύο κίνητρα φιλοδοξίας: (α) η προγονική παράδοση ενασχόλησης με τα κοινά, (β) η αντίληψη της πόλης ότι άξιοι θεωρούνται μόνο όσοι ασχολούνται με τα κοινά.
- Ήθος: η ομολογία υπερβολικής φιλοδοξίας λειτουργεί ως απόδειξη ειλικρίνειας.
- Δύο ρητορικές ερωτήσεις: εγκώμιο των βουλευτών και άρνηση της δυσαρέσκειας.
- Θεσμικό υπόβαθρο: ο νόμος του Σόλωνα για την αγόρευση μετά τα πενήντα — καταργημένος, αλλά ζωντανός ως έθιμο.
- Κατακλείδα: «οὐ γὰρ ἕτεροι περὶ αὐτῶν κριταί εἰσιν, ἀλλ᾽ ὑμεῖς» — η κρίση ανήκει αποκλειστικά στη Βουλή.