1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Υπέρ Μαντιθέου — §§ 14-17 📜

Βρισκόμαστε στην καρδιά των πίστεων (αποδείξεων) του λόγου. Ο Μαντίθεος έχει ήδη ανασκευάσει την κατηγορία ότι υπηρέτησε ως ιππέας επί των Τριάκοντα και έχει παρουσιάσει το ήθος του ως ιδιώτη: φρόντισε τις αδελφές του, φέρθηκε γενναιόδωρα στον αδελφό του, έζησε σώφρονα και κόσμια ζωή. Τώρα περνάει από τον ιδιωτικό στον δημόσιο βίο και ειδικότερα στη στρατιωτική του δράση, που για τον Αθηναίο πολίτη ήταν η υψηλότερη απόδειξη πατριωτισμού.

Στα χωρία αυτά ο ρήτορας απαριθμεί τρία περιστατικά, κλιμακωτά ανεβασμένα: (α) την οικονομική ενίσχυση των άπορων συνδημοτών του πριν από την εκστρατεία στην Αλίαρτο, (β) την εθελοντική του τοποθέτηση στην πρώτη γραμμή στη μάχη της Νεμέας κατά την εκστρατεία στην Κόρινθο, και (γ) την πρωτοβουλία του να σταλεί η τάξη του χωρίς κλήρωση για βοήθεια κατά του Αγησιλάου. Σε κάθε περίπτωση το σχήμα είναι το ίδιο: οι άλλοι διστάζουν — εγώ προχωρώ.

Το ήξερες; Ο οπλίτης πλήρωνε μόνος του τον πόλεμο 🛡️

Στην Αθήνα ο πολίτης-οπλίτης όφειλε να προμηθευτεί μόνος του την πανοπλία του: ασπίδα, κράνος, θώρακα, κνημίδες, δόρυ, ξίφος. Η πόλη έδινε μόνο έναν πενιχρό ημερήσιο μισθό — δύο οβολούς για τον στρατιώτη και άλλους δύο για τη διατροφή του. Επειδή αυτά δεν έφταναν, εύποροι και φιλάνθρωποι Αθηναίοι κάλυπταν από την τσέπη τους τις ανάγκες σε οπλισμό των άπορων στρατιωτών του δήμου τους. Ακριβώς αυτό κάνει και ο Μαντίθεος — και φροντίζει να το πει στους βουλευτές.

Το κείμενο ✍️

ΜΑΡΤΥΡΙΑ

[14] Συλλεγέντων τοίνυν τῶν δημοτῶν πρὸ τῆς ἐξόδου, εἰδὼς αὐτῶν ἐνίους πολίτας μὲν χρηστοὺς ὄντας καὶ προθύμους, ἐφοδίων δὲ ἀποροῦντας, εἶπον ὅτι χρὴ τοὺς ἔχοντας παρέχειν τὰ ἐπιτήδεια τοῖς ἀπόρως διακειμένοις. καὶ οὐ μόνον τοῦτο συνεβούλευον τοῖς ἄλλοις, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἔδωκα δυοῖν ἀνδροῖν τριάκοντα δραχμὰς ἑκατέρῳ, οὐχ ὡς πολλὰ κεκτημένος, ἀλλ᾽ ἵνα παράδειγμα τοῦτο τοῖς ἄλλοις γένηται. Καί μοι ἀνάβητε.

Πρόταση του Μαντιθέου για οικονομική ενίσχυση των στρατευμένων συνδημοτών του.

ΜΑΡΤΥΡΕΣ

[15] Μετὰ ταῦτα τοίνυν, ὦ βουλή, εἰς Κόρινθον ἐξόδου γενομένης καὶ πάντων προειδότων ὅτι δεήσει κινδυνεύειν, ἑτέρων ἀναδυομένων ἐγὼ διεπραξάμην ὥστε τῆς πρώτης τεταγμένος μάχεσθαι τοῖς πολεμίοις· καὶ μάλιστα τῆς ἡμετέρας φυλῆς δυστυχησάσης, καὶ πλείστων ἐναποθανόντων, ὕστερος ἀνεχώρησα τοῦ σεμνοῦ Στειριῶς τοῦ πᾶσιν ἀνθρώποις δειλίαν ὠνειδικότος. [16] καὶ οὐ πολλαῖς ἡμέραις ὕστερον μετὰ ταῦτα ἐν Κορίνθῳ χωρίων ἰσχυρῶν κατειλημμένων, ὥστε τοὺς πολεμίους μὴ δύνασθαι παριέναι, Ἀγησιλάου δ᾽ εἰς τὴν Βοιωτίαν ἐμβαλόντος ψηφισαμένων τῶν ἀρχόντων ἀποχωρίσαι τάξεις αἵτινες βοηθήσουσι, φοβουμένων ἁπάντων (εἰκότως, ὦ βουλή· δεινὸν γὰρ ἦν ἀγαπητῶς ὀλίγῳ πρότερον σεσωσμένους ἐφ᾽ ἕτερον κίνδυνον ἰέναι) προσελθὼν ἐγὼ τὸν ταξίαρχον ἐκέλευον ἀκληρωτὶ τὴν ἡμετέραν τάξιν πέμπειν. [17] ὥστ᾽ εἴ τινες ὑμῶν ὀργίζονται τοῖς τὰ μὲν τῆς πόλεως ἀξιοῦσι πράττειν, ἐκ δὲ τῶν κινδύνων ἀποδιδράσκουσιν, οὐκ ἂν δικαίως περὶ ἐμοῦ τὴν γνώμην ταύτην ἔχοιεν· οὐ γὰρ μόνον τὰ προσταττόμενα ἐποίουν προθύμως, ἀλλὰ καὶ κινδυνεύειν ἐτόλμων. καὶ ταῦτ᾽ ἐποίουν οὐχ ὡς οὐ δεινὸν ἡγούμενος εἶναι Λακεδαιμονίοις μάχεσθαι, ἀλλ᾽ ἵνα, εἴ ποτε ἀδίκως εἰς κίνδυνον καθισταίμην, διὰ ταῦτα βελτίων ὑφ᾽ ὑμῶν νομιζόμενος ἁπάντων τῶν δικαίων τυγχάνοιμι. Καί μοι ἀνάβητε τούτων μάρτυρες.

Ο ηρωισμός του Μαντιθέου.

Νεοελληνική απόδοση 🗣️

ΜΑΡΤΥΡΙΑ

[14] Όταν λοιπόν συγκεντρώθηκαν οι δημότες πριν από την εκστρατεία, επειδή ήξερα ότι μερικοί από αυτούς ήταν μεν πολίτες χρήσιμοι και πρόθυμοι, δεν είχαν όμως τα εφόδια (για την εκστρατεία), είπα ότι πρέπει όσοι έχουν να παρέχουν τα αναγκαία σε όσους βρίσκονται σε κατάσταση φτώχειας. Και όχι μόνο αυτό συμβούλευα τους άλλους, αλλά και ο ίδιος έδωσα σε δύο άνδρες τριάντα δραχμές στον καθένα — όχι επειδή είχα αποκτήσει μεγάλη περιουσία, αλλά για να γίνει αυτό παράδειγμα για τους άλλους. Και σας παρακαλώ, ανεβείτε (στο βήμα).

Πρόταση του Μαντιθέου για οικονομική ενίσχυση των στρατευμένων συνδημοτών του.

ΜΑΡΤΥΡΕΣ

[15] Ύστερα από αυτά λοιπόν, βουλευτές, όταν έγινε η εκστρατεία στην Κόρινθο και ενώ όλοι γνώριζαν από πριν ότι θα χρειαζόταν να διακινδυνεύσουμε, τη στιγμή που άλλοι απέφευγαν (τη μάχη), εγώ κατόρθωσα να παραταχθώ και να πολεμήσω εναντίον των εχθρών στην πρώτη γραμμή. Και μολονότι κυρίως η δική μας φυλή νικήθηκε και σκοτώθηκαν εκεί πάρα πολλοί, εγώ αποχώρησα αργότερα από τον αλαζονικό εκείνον Στειριέα, ο οποίος είχε κατηγορήσει όλους τους ανθρώπους για δειλία.

[16] Και λίγες ημέρες αργότερα, μετά από αυτά, όταν στην Κόρινθο είχαν καταληφθεί οχυρές θέσεις, ώστε οι εχθροί να μη μπορούν να περάσουν, και όταν ο Αγησίλαος είχε εισβάλει στη Βοιωτία, μολονότι οι άρχοντες αποφάσισαν να αποσπάσουν κάποια τμήματα του στρατού για να σπεύσουν σε βοήθεια, ενώ όλοι φοβούνταν (και εύλογα, βουλευτές· γιατί ήταν φοβερό, εκείνοι που μόλις και μετά βίας είχαν σωθεί λίγο πριν, να βαδίσουν προς έναν άλλο κίνδυνο), εγώ πλησίασα τον ταξίαρχο και τον προέτρεπα να στείλει τη δική μας τάξη χωρίς κλήρωση.

[17] Ώστε, αν κάποιοι από εσάς οργίζονται με εκείνους που αξιώνουν μεν να ασχολούνται με τα δημόσια πράγματα, αποφεύγουν όμως τους κινδύνους, δεν θα είχαν δίκιο να έχουν αυτή τη γνώμη για μένα. Γιατί όχι μόνο εκτελούσα πρόθυμα τις διαταγές, αλλά και τολμούσα να διακινδυνεύω. Και αυτά τα έκανα όχι επειδή θεωρούσα ότι δεν είναι φοβερό να πολεμά κανείς εναντίον των Λακεδαιμονίων, αλλά για να θεωρούμαι, εξαιτίας αυτών, καλύτερος πολίτης από εσάς και να τυγχάνω πλήρους δικαιοσύνης, αν κάποτε βρισκόμουν άδικα σε κίνδυνο. Και σας παρακαλώ, ανεβείτε οι μάρτυρες αυτών.

Ο ηρωισμός του Μαντιθέου.

Ερμηνευτική προσέγγιση 🔍

«συλλεγέντων τῶν δημοτῶν» — η συνέλευση του δήμου πριν την εκστρατεία 🏛️

Οι «δημότες» εδώ δεν είναι το πλήθος γενικά, αλλά συγκεκριμένα οι στρατευμένοι συνδημότες του Μαντιθέου από τον δήμο του Θορικού. Στην Αθήνα η στρατολογία γινόταν κατά δήμους και φυλές: τους καταλόγους των στρατευσίμων δημοτών τους κατάρτιζαν οι δήμαρχοι. Η λεπτομέρεια δεν είναι διακοσμητική — ο Μαντίθεος υπενθυμίζει ότι δρα μέσα σε ένα θεσμικό, αναγνωρίσιμο πλαίσιο, όπου ο καθένας ξέρει τον καθένα. Άρα τα λεγόμενά του είναι ελέγξιμα: μπορεί να παρουσιάσει μάρτυρες, και το κάνει.

«πρὸ τῆς ἐξόδου» — ποια εκστρατεία; ⚔️

Πρόκειται για την εκστρατεία στην Αλίαρτο (395 π.Χ.), το πρώτο επεισόδιο του Κορινθιακού πολέμου. Ο ρήτορας δεν χρειάζεται να το εξηγήσει στους βουλευτές: όλοι το θυμούνταν. Για τον σημερινό αναγνώστη όμως η χρονολόγηση είναι κρίσιμη, γιατί δείχνει ότι ο Μαντίθεος επιστρατεύεται και προσφέρει από την πρώτη στιγμή που η πόλη τον χρειάστηκε μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας.

«ἐφοδίων δ᾽ ἀποροῦντας» — η οικονομική διάσταση της στρατείας 💰

Εδώ βρίσκεται η κοινωνική βάση της χειρονομίας του. Ο Αθηναίος στρατιώτης έπρεπε να φροντίσει ο ίδιος για τον οπλισμό του, ενώ ο ημερήσιος μισθός που του έδινε η πολιτεία ήταν μόλις δύο οβολοί και άλλοι δύο για τη διατροφή του — ποσό εντελώς ανεπαρκές. Έτσι, είχε καθιερωθεί εύποροι και φιλάνθρωποι Αθηναίοι να καλύπτουν με πρόσθετη προσωπική εισφορά τις ανάγκες σε οπλισμό των άπορων στρατιωτών του δήμου τους. Ο Μαντίθεος δεν εφευρίσκει κάτι πρωτότυπο· εντάσσεται σε μια αναγνωρισμένη πρακτική ευεργεσίας — και ακριβώς γι᾽ αυτό η πράξη του «διαβάζεται» αμέσως από το ακροατήριο ως δείγμα καλού πολίτη.

Παρατηρήστε και τον προσεκτικό χαρακτηρισμό των δημοτών: «πολίτας μὲν χρηστοὺς ὄντας καὶ προθύμους, ἐφοδίων δὲ ἀποροῦντας». Οι φτωχοί δεν παρουσιάζονται ως κατώτεροι· είναι χρηστοί και πρόθυμοι, απλώς τους λείπουν τα μέσα. Ο Μαντίθεος κολακεύει έμμεσα το λαϊκό ακροατήριο της βουλής και αποφεύγει κάθε υποψία ολιγαρχικής περιφρόνησης προς τον δήμο — ζωτικό σημείο για κάποιον που κατηγορείται για συμμετοχή στο ιππικό των Τριάκοντα.

«καὶ οὐ μόνον τοῦτο συνεβούλευον… ἀλλὰ καί… γένηται» — η τριπλή απόδειξη πατριωτισμού 🎯

Η περίοδος αυτή στήνεται σε τρία σκαλοπάτια, και καθένα προσθέτει βάρος:

  1. Η συμβουλή: πρότεινε στους εύπορους να ενισχύσουν τους άπορους. Είναι πολιτική πρωτοβουλία, όχι απλή σκέψη.
  2. Η υλοποίηση: δεν αρκέστηκε στα λόγια — έδωσε ο ίδιος τριάντα δραχμές στον καθένα από δύο άνδρες. Το ποσό είναι συγκεκριμένο, άρα ελέγξιμο.
  3. Ο επιδιωκόμενος σκοπός: «ἵνα παράδειγμα τοῦτο τοῖς ἄλλοις γένηται» — δεν ενήργησε για επίδειξη, αλλά για να παρασύρει και άλλους.

Και τα τρία μαζί συνιστούν ισχυρή απόδειξη του πατριωτισμού του. Καίρια είναι και η άρνηση «οὐχ ὡς πολλὰ κεκτημένος»: ο Μαντίθεος προλαμβάνει την ένσταση ότι έδωσε επειδή του περίσσευαν. Όχι — έδωσε χωρίς να είναι πλούσιος, πράγμα που κάνει τη χειρονομία πολύ βαρύτερη ηθικά. Ταυτόχρονα, το «οὐχ ὡς πολλὰ κεκτημένος» απομακρύνει και την εικόνα του πλούσιου ολιγαρχικού που θα μπορούσε να τον βλάψει στη δοκιμασία.

«Καί μοι ἀνάβητε» — η κλήση των μαρτύρων 📜

Με τη φράση αυτή ο Μαντίθεος καλεί τους δύο άνδρες που ευεργέτησε να ανεβούν στο βήμα και να επιβεβαιώσουν με τη μαρτυρία τους τα λεγόμενά του. Η τεχνική είναι κλασική στη δικανική ρητορεία: ο ρήτορας διακόπτει τον λόγο του ακριβώς στο σημείο όπου ο ισχυρισμός του θα μπορούσε να φανεί αυτοεπαινετικός, και αφήνει άλλους να μιλήσουν γι᾽ αυτόν. Η αυτοπροβολή μετατρέπεται έτσι σε τεκμηριωμένο γεγονός.

«εἰς Κόρινθον ἐξόδου γενομένης» — η μάχη της Νεμέας ⚔️

Πρόκειται για την εκστρατεία στην Κόρινθο των Αθηναίων και των συμμάχων τους — Κορινθίων, Βοιωτών και Αργείων — εναντίον των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων τους, το 394 π.Χ. Η σύγκρουση αυτή είναι η μάχη της Νεμέας, μία από τις μεγαλύτερες πεζομαχίες που είχαν ποτέ δει οι Έλληνες μεταξύ τους.

«πάντων προειδότων ὅτι δεήσει κινδυνεύειν» — ο φόβος ήταν καθολικός 😰

Ο Μαντίθεος τονίζει ότι όλοι ήξεραν εκ των προτέρων τι τους περίμενε. Η σύγκρουση προβλεπόταν σκληρή, τόσο λόγω της ισοδυναμίας των αντιπάλων όσο και λόγω της φήμης του αήττητου των Λακεδαιμονίων στην πεζομαχία. Η παρατήρηση αυτή είναι ρητορικά ουσιώδης: αν κανείς δεν ήξερε τον κίνδυνο, η προσφορά του Μαντιθέου θα ήταν αφέλεια. Επειδή όμως όλοι ήξεραν, η επιλογή του γίνεται συνειδητή τόλμη.

«ἑτέρων ἀναδυομένων ἐγὼ διεπραξάμην ὥστε… τοῖς πολεμίοις» — η αντίθεση που κάνει τη διαφορά 💡

Εδώ έχουμε τον πυρήνα του χωρίου: η αντίθεση ανάμεσα στους «ἑτέρους» που αναδύονταν (απέφευγαν, οπισθοχωρούσαν) και στο «ἐγώ» που διεπραξάμην (κατόρθωσα) εξαίρει τη γενναιότητα του Μαντιθέου, ο οποίος έλαβε μέρος στη μάχη εκείνη ως οπλίτης.

Η λεπτομέρεια «ως οπλίτης» έχει τεράστια σημασία για τη δίκη. Ο Μαντίθεος κατηγορείται ότι υπηρέτησε ως ιππέας επί των Τριάκοντα. Το να δηλώνει τώρα ότι πολέμησε στην πρώτη γραμμή του πεζικού είναι έμμεση αλλά ισχυρότατη ανασκευή: ο πραγματικός ιππέας δεν κατεβαίνει στην πρώτη γραμμή των οπλιτών. Και το ρήμα «διεπραξάμην» δείχνει ότι δεν του ανατέθηκε η θέση — την επιδίωξε και την πέτυχε με ενέργειές του.

«τῆς ἡμετέρας φυλῆς δυστυχησάσης, καὶ πλείστων ἐναποθανόντων» — ο ευφημισμός της ήττας 🕊️

Ο ρήτορας κατ᾽ ευφημισμόν χρησιμοποιεί την ηπιότερη μετοχή δυστυχησάσης αντί της σκληρής ἡττηθείσης. Δεν λέει «όταν νικηθήκαμε», λέει «όταν ατυχήσαμε» — μια λεπτή γλωσσική κίνηση που προστατεύει την υπερηφάνεια του ακροατηρίου και συνάμα εξομαλύνει την ανάμνηση μιας οδυνηρής στιγμής.

Και ήταν πράγματι οδυνηρή. Η Ακαμαντίδα φυλή, στην οποία ανήκε ο Μαντίθεος, μαζί με άλλες πέντε φυλές βρέθηκαν στη Νεμέα αντιμέτωπες με τους Λακεδαιμονίους, που είχαν ηγέτη τον Αριστόδημο, και υπέστησαν οδυνηρή ήττα. Οι απώλειες ήταν συντριπτικά άνισες: από τους Λακεδαιμονίους σκοτώθηκαν μόνο 8 και 1100 από τους συμμάχους τους, ενώ από τους αντιπάλους τους 2800 σε εκείνη τη σύγκρουση — τη «μεγάλη μάχη», όπως τη χαρακτηρίζει ο Δημοσθένης (Προς Λεπτίνην 52).

Το «καὶ πλείστων ἐναποθανόντων» φορτίζει συναισθηματικά τη διήγηση: ο Μαντίθεος δεν αποχώρησε τελευταίος από ένα ασφαλές πεδίο, αλλά από ένα πεδίο σπαρμένο νεκρούς συμπολίτες του.

«ὕστερος ἀνεχώρησα τοῦ σεμνοῦ Στειριῶς… ὠνειδικότος» — το τολμηρό χτύπημα στον Θρασύβουλο 🗣️

Ο «Στειριεύς» είναι ο στρατηγός Θρασύβουλος, ο άνθρωπος που κατέλυσε την αρχή των Τριάκοντα και αποκατέστησε τη δημοκρατία στην Αθήνα. Ονομάζεται Στειριεύς επειδή ανήκε στον δήμο Στειριά, που υπαγόταν στην Πανδιονίδα φυλή. Στη μάχη της Νεμέας ήταν επικεφαλής των Αθηναίων.

Ο Μαντίθεος χαρακτηρίζει αλαζονική τη συμπεριφορά του Θρασυβούλου προς τους άνδρες του, τους οποίους κατηγόρησε ως δειλούς — εξ ου και το επίθετο «σεμνοῦ», που εδώ δεν σημαίνει «σεβαστού» αλλά «υπερήφανου, αλαζόνα». Το επιχείρημα, ως ενισχυτικό του προηγουμένου, αναδεικνύει το θάρρος του Μαντιθέου: ο ίδιος ο άνθρωπος που καταλόγιζε δειλία σε όλους, αποχώρησε από τη μάχη πριν από τον Μαντίθεο.

«ἐν Κορίνθῳ χωρίων ἰσχυρῶν κατειλημμένων… παριέναι» — ο έλεγχος του Ισθμού 🗺️

Παρά τη νίκη των Σπαρτιατών και των συμμάχων τους στη Νεμέα, ο αντίπαλος συνασπισμός εξακολούθησε να κατέχει την Κόρινθο. Με την κατάληψη οχυρών θέσεων πέτυχε τον έλεγχο του Ισθμού, εμποδίζοντας έτσι τους Σπαρτιάτες του Αριστόδημου να ενωθούν με τον στρατό του Αγησιλάου, που είχε ήδη φθάσει στη Βοιωτία. Τελικά μόνο μία μοίρα στρατού (περίπου 600 άνδρες) κατάφερε να φθάσει στον Αγησίλαο.

Η γεωγραφική αυτή λεπτομέρεια εξηγεί γιατί η αποστολή που περιγράφεται αμέσως μετά ήταν τόσο επικίνδυνη: το τμήμα που θα έφευγε από την Κόρινθο για να βοηθήσει στη Βοιωτία θα εγκατέλειπε ένα κερδισμένο οχυρό για να βαδίσει σε ανοιχτό πεδίο εναντίον του ισχυρότερου στρατού της εποχής.

«Ἀγησιλάου δ᾽ εἰς τὴν Βοιωτίαν ἐμβαλόντος» — ο φοβερότερος αντίπαλος 👑

Ο Αγησίλαος, ο ικανότερος βασιλιάς που ανέδειξε η Σπάρτη, είχε εκστρατεύσει στη Μικρά Ασία για να απελευθερώσει τις εκεί ελληνικές πόλεις από τους Πέρσες, με απώτερο σκοπό να καταλύσει το περσικό κράτος για όσα κακά είχε διαπράξει στους Έλληνες. Ο απώτερος αυτός σκοπός δεν πραγματοποιήθηκε: με εντολή των Εφόρων επέστρεψε εσπευσμένα στην Ελλάδα για να αντιμετωπίσει τον αντισπαρτιατικό συνασπισμό Αθηναίων, Αργείων, Βοιωτών και Κορινθίων, ο οποίος είχε συγκροτηθεί με περσικά χρήματα. Ο Αγησίλαος έμπαινε στη Βοιωτία τον Αύγουστο του 394 π.Χ. με περίπου 20.000 άνδρες.

Ο Μαντίθεος δεν χρειάζεται να πει τίποτε άλλο: το όνομα και μόνο του Αγησιλάου, σε συνδυασμό με το μέγεθος του στρατού του, ήταν αρκετό για να καταλάβουν οι βουλευτές την έκταση του κινδύνου στον οποίο ο ρήτορας προσφέρθηκε εθελοντικά να ριχτεί.

Το ήξερες; Η κλήρωση των τμημάτων 🎲

Όταν έπρεπε να αποσπαστούν τμήματα στρατού για μια επικίνδυνη αποστολή, η επιλογή γινόταν συνήθως με κλήρωση, ώστε το βάρος του κινδύνου να μοιραστεί δίκαια και απρόσωπα. Ο Μαντίθεος ζητά ρητά το αντίθετο: ἀκληρωτί, δηλαδή «χωρίς κλήρωση» — να σταλεί η τάξη του εθελοντικά. Παραιτείται δηλαδή από την προστασία που του πρόσφερε ο θεσμός της τύχης. Είναι η κορύφωση όλης της αφήγησης.

«φοβουμένων ἁπάντων… προσελθὼν ἐγὼ τὸν ταξίαρχον ἐκέλευον… πέμπειν» — η αντίθεση ξανά, πιο έντονα 🎯

Ο ρήτορας λίαν επιτυχώς αντιπαραθέτει τον καθολικό και αιτιολογημένο φόβο των στρατιωτών (φοβουμένων ἁπάντων) προς τη δική του τολμηρή και θαρραλέα στάση (προσελθὼν ἐγώ). Η αντίθεση είναι η ίδια που είδαμε στην § 15 («ἑτέρων ἀναδυομένων ἐγώ»), αλλά κλιμακωμένη: εκεί δίσταζαν «άλλοι», εδώ φοβούνται όλοι. Και εκεί ο Μαντίθεος ζήτησε απλώς θέση στην πρώτη γραμμή, ενώ εδώ ζητά η τάξη του να σταλεί σε νέα, φοβερότερη μάχη χωρίς καν κλήρωση.

Παρατηρήστε επίσης ότι το «ἐγὼ» τοποθετείται δίπλα στη μετοχή «προσελθών» και μπροστά από το «ἐκέλευον»: η σύνταξη αναδεικνύει το πρόσωπο και την πρωτοβουλία.

«εἰκότως, ὦ βουλή· δεινὸν γὰρ ἦν… ἐφ᾽ ἕτερον κίνδυνον ἰέναι» — η γενναιοδωρία προς τους φοβισμένους 💡

Η παρενθετική αυτή φράση είναι από τα ωραιότερα σημεία του λόγου. Ο Μαντίθεος διακόπτει την αφήγηση για να δικαιολογήσει τον φόβο των συστρατιωτών του: «εύλογα φοβούνταν». Το επιχείρημα είναι ρεαλιστικό και ψυχολογικό. Αποτελεί πράγματι φοβερή δοκιμασία για τον στρατιώτη που έχασε τη μάχη και σώθηκε ως εκ θαύματος, να ριχτεί με πεσμένο το ηθικό και σε ελάχιστο χρονικό διάστημα σε έναν πολύ πιο δύσκολο αγώνα, με αντίπαλο μάλιστα τον Αγησίλαο.

Ρητορικά, η κίνηση αυτή είναι διπλά κερδοφόρα:

  • Ηθικά: ο Μαντίθεος δεν μειώνει κανέναν. Δεν λέει «όλοι ήταν δειλοί κι εγώ γενναίος», λέει «όλοι είχαν δίκιο να φοβούνται». Δείχνει έτσι μετριοφροσύνη, κατανόηση και σεβασμό προς τους συμπολίτες του — αρετές που κερδίζουν την εύνοια του ακροατηρίου. Είναι το αντίθετο ακριβώς της αλαζονείας που καταλόγισε στον Θρασύβουλο.
  • Λογικά: όσο πιο δικαιολογημένος ήταν ο φόβος, τόσο πιο εξαιρετική γίνεται η δική του τόλμη. Ενισχύοντας το επιχείρημα των «αντιπάλων» του, ο Μαντίθεος ενισχύει στην πραγματικότητα το δικό του.

«τὸν ταξίαρχον» — ένας αθηναϊκός θεσμός 🏛️

Ταξίαρχος ήταν ο διοικητής της τάξεως, δηλαδή του πεζικού σώματος της κάθε φυλής. Γι᾽ αυτόν τον λόγο στην Αθήνα εκλέγονταν κάθε χρόνο με χειροτονία δέκα ταξίαρχοι, όσες και οι φυλές. Ο Μαντίθεος λοιπόν απευθύνεται στον άμεσο διοικητή του — μια ακόμη ελέγξιμη λεπτομέρεια που δίνει στη διήγηση αίσθηση αυθεντικότητας.

«εἴ τινες ὑμῶν ὀργίζονται… ἐκ δὲ τῶν κινδύνων ἀποδιδράσκουσιν» — προλαμβάνοντας την προκατάληψη ⚖️

Στην § 17 ο Μαντίθεος αλλάζει επίπεδο: από την αφήγηση περνά στο συμπέρασμα. Αναγνωρίζει ότι υπάρχει μια διαδεδομένη — και δικαιολογημένη — οργή απέναντι σε όσους θέλουν μεν να ασχολούνται με τα κοινά, αποφεύγουν όμως τους κινδύνους. Η αντίθεση προκαλεί δικαιολογημένη οργή, και ο ρήτορας δηλώνει: εγώ δεν ανήκω σε αυτούς.

Το ζήτημα δεν είναι απλώς ηθικό, είναι νομικό. Στην Αθήνα η αποφυγή της στρατιωτικής υπηρεσίας (ἀστρατεία), η λιποταξία και η δειλία όχι μόνο δεν επέτρεπαν στον πολίτη να αναλάβει δημόσια αξιώματα, αλλά του στερούσαν και τα πολιτικά δικαιώματα (ἀτιμία). Ο Μαντίθεος, που βρίσκεται ακριβώς σε δοκιμασία για να αναλάβει αξίωμα, χτίζει έτσι τον ισχυρότερο δυνατό ισχυρισμό: αν κάποιος αποκλείεται για λιποταξία, εγώ αντίθετα δικαιούμαι το αξίωμα, γιατί έκανα το ακριβώς αντίστροφο.

«οὐ γὰρ μόνον τὰ προσταττόμενα… ἀλλὰ καὶ κινδυνεύειν ἐτόλμων» — πάνω από το καθήκον 🏅

Η φράση συμπυκνώνει όλη την επιχειρηματολογία των παραγράφων. Η προθυμία στην εκτέλεση των διαταγών αλλά και η περιφρόνηση του κινδύνου διαφοροποιούν τον Μαντίθεο από τον μέσο πολίτη. Το σχήμα «οὐ μόνον… ἀλλὰ καί» επαναλαμβάνεται εδώ σκόπιμα (το είδαμε ήδη στην § 14: «οὐ μόνον τοῦτο συνεβούλευον… ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἔδωκα»), και δηλώνει κάθε φορά την ίδια υπέρβαση: το ελάχιστο που όφειλα το έκανα — και έκανα και παραπάνω.

«ἀλλ᾽ ἵνα… ἁπάντων τῶν δικαίων τυγχάνοιμι» — η ειλικρινής ομολογία 🤝

Το κλείσιμο της § 17 είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον ψυχολογικά. Ο Μαντίθεος ομολογεί ότι δεν πολεμούσε επειδή θεωρούσε εύκολο πράγμα το να αντιμετωπίζει κανείς τους Λακεδαιμονίους (οὐχ ὡς οὐ δεινὸν ἡγούμενος εἶναι Λακεδαιμονίοις μάχεσθαι — και πάλι μια διόρθωση πιθανής παρανόησης, όπως το «οὐχ ὡς πολλὰ κεκτημένος» της § 14). Αντιθέτως: το έκανε για να τον θεωρήσουν οι πολίτες καλύτερο και έτσι, αν κάποτε βρισκόταν άδικα σε κίνδυνο, να τύχει πλήρους δικαιοσύνης.

Η ομολογία αυτή θα μπορούσε να φανεί υπολογιστική, στην πραγματικότητα όμως λειτουργεί υπέρ του:

  • Δείχνει ειλικρίνεια: δεν προσποιείται τον ανιδιοτελή ήρωα. Παραδέχεται ένα ανθρώπινο, κατανοητό κίνητρο.
  • Συνδέει το παρελθόν με το παρόν: το «εἴ ποτε ἀδίκως εἰς κίνδυνον καθισταίμην» δείχνει κατευθείαν στη σημερινή δίκη. Ο κίνδυνος ήρθε, και ήρθε άδικα. Ο Μαντίθεος λέει ουσιαστικά στους βουλευτές: αυτή ακριβώς είναι η στιγμή που προεξοφλούσα· τώρα εξαργυρώνω όσα προσέφερα.
  • Κολακεύει το δικαστήριο: εμπιστεύεται ότι οι βουλευτές θα του αποδώσουν το δίκαιο. Τους αναγνωρίζει τον ρόλο του δίκαιου κριτή.

«Καί μοι ἀνάβητε τούτων μάρτυρες» — και πάλι η τεκμηρίωση 📜

Ο ρήτορας κλείνει την ενότητα όπως άνοιξε: με κλήση μαρτύρων. Το σχήμα ισχυρισμός → μάρτυρες → ισχυρισμός → μάρτυρες διατρέχει όλη τη ρητορική στρατηγική του Μαντιθέου και είναι εκείνο που μετατρέπει έναν αυτοέπαινο σε δικανικό αποδεικτικό υλικό.

Ρητορική τεχνική και δομή 🎯

Πού ανήκουν οι §§ 14-17

Οι παράγραφοι αυτές ανήκουν στις πίστεις (αποδείξεις) του λόγου, και συγκεκριμένα στο τμήμα των ἀτέχνων πίστεων συνδυασμένων με ἔντεχνες: ο Μαντίθεος συνδυάζει την προσωπική αφήγηση (έντεχνη απόδειξη, βασισμένη στο ἦθος του) με τις μαρτυρίες (άτεχνη απόδειξη, εξωτερική επιβεβαίωση). Θεματικά είναι το τμήμα που πραγματεύεται τον δημόσιο βίο και ειδικότερα τη στρατιωτική δράση.

Η κλιμάκωση των τριών επεισοδίων 📈

Τα τρία περιστατικά δεν παρατίθενται τυχαία, αλλά σε αυξανόμενη ένταση:

ΕπεισόδιοΤι προσφέρει ο ΜαντίθεοςΤι διακινδυνεύει
§ 14 — Πριν την ΑλίαρτοΧρήματα στους άπορους συνδημότεςΤην περιουσία του
§ 15 — Μάχη ΝεμέαςΘέση στην πρώτη γραμμή, τελευταίος στην αποχώρησηΤη ζωή του
§ 16 — Μετά τη ΝεμέαΑποστολή της τάξης του χωρίς κλήρωση κατά του ΑγησιλάουΤη ζωή του, όταν όλοι φοβούνται

Η κλίμακα ανεβαίνει από τα χρήματα στη ζωή, και από την ατομική τόλμη (§ 15) στην τόλμη που αναλαμβάνει και για λογαριασμό άλλων (§ 16). Το τελευταίο σκαλοπάτι είναι το πιο εντυπωσιακό ακριβώς γιατί εκεί ο φόβος ήταν καθολικός.

Η κυρίαρχη ἀντίθεση ⚖️

Όλη η ενότητα στηρίζεται σε ένα επαναλαμβανόμενο σχήμα αντίθεσης «οι άλλοι — εγώ»:

  • «ἑτέρων ἀναδυομένων» ↔ «ἐγὼ διεπραξάμην»
  • «τοῦ σεμνοῦ Στειριῶς» (αποχώρησε πρώτος) ↔ «ὕστερος ἀνεχώρησα»
  • «φοβουμένων ἁπάντων» ↔ «προσελθὼν ἐγώ»
  • «τοῖς… ἐκ τῶν κινδύνων ἀποδιδράσκουσιν» ↔ «κινδυνεύειν ἐτόλμων»

Και ένα δεύτερο, ενδοπροσωπικό σχήμα «οὐ μόνον — ἀλλὰ καί», που δηλώνει υπέρβαση του καθήκοντος:

  • «οὐ μόνον τοῦτο συνεβούλευον… ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἔδωκα»
  • «οὐ γὰρ μόνον τὰ προσταττόμενα ἐποίουν… ἀλλὰ καὶ κινδυνεύειν ἐτόλμων»

Σχήματα λόγου 🎨

  • Λιτότης: «οὐ πολλαῖς ἡμέραις ὕστερον» αντί «ὀλίγαις ἡμέραις». Η άρνηση του αντιθέτου δίνει ήπιο, κομψό τόνο και ταυτόχρονα υπογραμμίζει τη συντομία του χρονικού διαστήματος.
  • Εὐφημισμός: «δυστυχησάσης» αντί «ἡττηθείσης». Απαλύνει την ανάμνηση της ήττας.
  • Ἀντίθεσις: το κυρίαρχο σχήμα, όπως αναλύθηκε παραπάνω.
  • Παρένθεσις: «(εἰκότως, ὦ βουλή· δεινὸν γὰρ ἦν… ἰέναι)». Διακόπτει τη ροή για να προσθέσει ψυχολογική ερμηνεία και να κερδίσει εύνοια.
  • Προδιόρθωσις / πρόληψις: «οὐχ ὡς πολλὰ κεκτημένος», «οὐχ ὡς οὐ δεινὸν ἡγούμενος». Ο ρήτορας προλαμβάνει πιθανές παρερμηνείες πριν καν διατυπωθούν.
  • Ἀποστροφή προς τους δικαστές: «ὦ βουλή» (δύο φορές στην ενότητα). Κρατά ζωντανή την επαφή με το ακροατήριο και δημιουργεί κλίμα οικειότητας.
  • Ἀσύνδετο σχήμα στη σώρευση των γενικών απόλυτων της § 16 («χωρίων… κατειλημμένων», «Ἀγησιλάου… ἐμβαλόντος», «ψηφισαμένων τῶν ἀρχόντων», «φοβουμένων ἁπάντων»), που δημιουργεί αίσθηση συσσώρευσης κινδύνων.

Η συντακτική υφή: οι γενικές απόλυτες ⚙️

Χαρακτηριστικό γνώρισμα του ύφους εδώ είναι η πυκνή χρήση γενικών απόλυτων μετοχών, που στήνουν το σκηνικό γύρω από τη δράση του ομιλητή: συλλεγέντων τῶν δημοτῶν, ἐξόδου γενομένης, πάντων προειδότων, ἑτέρων ἀναδυομένων, τῆς ἡμετέρας φυλῆς δυστυχησάσης, πλείστων ἐναποθανόντων, χωρίων κατειλημμένων, Ἀγησιλάου ἐμβαλόντος, ψηφισαμένων τῶν ἀρχόντων, φοβουμένων ἁπάντων.

Το αποτέλεσμα είναι σκηνοθετικό: όλες αυτές οι μετοχές περιγράφουν συνθήκες που δεν εξαρτώνται από τον Μαντίθεο — τον περιβάλλουν, τον πιέζουν, τον απειλούν. Και μέσα σε αυτόν τον κύκλο των απρόσωπων γεγονότων ξεχωρίζουν τα λίγα ρήματα σε πρώτο πρόσωπο: εἶπον, ἔδωκα, διεπραξάμην, ἀνεχώρησα, ἐκέλευον, ἐποίουν, ἐτόλμων. Η ίδια η σύνταξη λοιπόν παριστάνει το κεντρικό μήνυμα: γύρω παθητικότητα και φόβος, στο κέντρο δράση.

Το ήθος που χτίζεται 🏛️

Συνολικά, στις παραγράφους αυτές ο Μαντίθεος συγκροτεί ένα ολοκληρωμένο πορτρέτο ιδανικού πολίτη:

  • Γενναιόδωρος χωρίς επίδειξη (§ 14, «οὐχ ὡς πολλὰ κεκτημένος»)
  • Παραδειγματικός — φροντίζει η πράξη του να παρασύρει και άλλους (§ 14, «ἵνα παράδειγμα… γένηται»)
  • Ανδρείος και μάλιστα εθελοντικά (§ 15, «διεπραξάμην ὥστε τῆς πρώτης τεταγμένος μάχεσθαι»)
  • Πρωτοβουλιακός — δεν περιμένει διαταγή, προσέρχεται ο ίδιος (§ 16, «προσελθὼν ἐγώ»)
  • Μετριόφρων και κατανοητικός προς τους συμπολίτες του (§ 16, «εἰκότως, ὦ βουλή»)
  • Ειλικρινής για τα κίνητρά του (§ 17, «ἀλλ᾽ ἵνα… ἁπάντων τῶν δικαίων τυγχάνοιμι»)

Και όλα αυτά τεκμηριώνονται με μάρτυρες, δύο φορές μέσα σε τέσσερις παραγράφους. Αυτός ακριβώς ο συνδυασμός — ζωντανή προσωπική αφήγηση, μετρημένη αυτοπροβολή, θεσμική επιβεβαίωση — είναι που έκανε τον Υπέρ Μαντιθέου πρότυπο ηθοποιίας στην αρχαία ρητορική.