Ὑπὲρ Μαντιθέου — Προοίμιο §§ 1-3 📜
Βρισκόμαστε στην αρχή του λόγου με τον πλήρη τίτλο Ἐν βουλῇ Μαντιθέῳ δοκιμαζομένῳ ἀπολογία. Ο Μαντίθεος έχει εκλεγεί βουλευτής και στέκεται μπροστά στη Βουλή των Πεντακοσίων για τη δοκιμασία, δηλαδή τον προκαταρκτικό έλεγχο του ήθους και του πολιτικού παρελθόντος του, ώστε να επικυρωθεί η εκλογή του. Οι αντίπαλοί του τον κατηγορούν ότι υπηρέτησε στο ιππικό επί των Τριάκοντα, δηλαδή ότι συνεργάστηκε με το ολιγαρχικό καθεστώς.
Στις τρεις πρώτες παραγράφους έχουμε το προοίμιο του λόγου. Εδώ ο ρήτορας δεν αποδεικνύει ακόμη τίποτε: προετοιμάζει το ακροατήριο. Επιδιώκει τα τρία κλασικά ζητούμενα κάθε προοιμίου — να κάνει τους ακροατές εὔνους (ευνοϊκά διακείμενους), προσεκτικούς και ἀκροατὰς εὐμαθεῖς (έτοιμους να παρακολουθήσουν) — και κλείνει με μια σαφή δήλωση για το τι πρόκειται να αποδείξει. Δύο είναι τα κεντρικά σημεία: ο Μαντίθεος ελπίζει στην έγκριση της βουλευτικής του εκλογής και εκθέτει το κατηγορητήριο εναντίον του.
Στην αθηναϊκή δημοκρατία κανένας δεν αναλάμβανε αξίωμα χωρίς προηγούμενο έλεγχο. Στη δοκιμασία εξετάζονταν η ιθαγένεια, η στάση απέναντι στους γονείς, η εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεων, η καταβολή των φόρων και — κυρίως μετά την πτώση των Τριάκοντα — η πολιτική διαγωγή του υποψηφίου. Οποιοσδήποτε πολίτης μπορούσε να υποβάλει κατηγορία, και ο υποψήφιος απολογούνταν επί τόπου. Γι' αυτό ο λόγος του Μαντιθέου δεν είναι δικανικός με τη στενή έννοια: δεν κινδυνεύει με ποινή, αλλά με απώλεια του αξιώματος και με κηλίδα στην υπόληψή του.
Το κείμενο ✍️
«Ἔστι δὲ προοίμιον καθόλου μὲν εἰπεῖν ἀκροατῶν παρασκευὴ καὶ τοῦ πράγματος ἐν κεφαλαίῳ μὴ είδόσι δήλωσις, ἵνα γιγνώσκωσι, περὶ ὧν ὁ λόγος, παρακολουθοῦσί τε τῇ ὑποθέσει, καὶ ἐπὶ τὸ προσέχειν παρακαλέσαι καὶ καθ' ὅσον τῷ λόγῳ δυνατὸν εὔνους ἡμῖν αὐτοὺς ποιῆσαι»
— Αναξιμένης ο Λαμψακηνός 29, 1, 1436α 33
[1] Εἰ μὴ συνῄδη, ὦ βουλή, τοῖς κατηγόροις βουλομένοις ἐκ παντὸς τρόπου κακῶς ἐμὲ ποιεῖν, πολλὴν ἂν αὐτοῖς χάριν εἶχον ταύτης τῆς κατηγορίας· ἡγοῦμαι γὰρ τοῖς ἀδίκως διαβεβλημένοις τούτους εἶναι μεγίστων ἀγαθῶν αἰτίους, οἵτινες ἂν αὐτοὺς ἀναγκάζωσιν εἰς ἔλεγχον τῶν αὐτοῖς βεβιωμένων καταστῆναι. [2] ἐγὼ γὰρ οὕτω σφόδρα ἐμαυτῷ πιστεύω, ὥστ᾽ ἐλπίζω καὶ εἴ τις πρός με τυγχάνει ἀηδῶς [ἢ κακῶς] διακείμενος, ἐπειδὰν ἐμοῦ λέγοντος ἀκούσῃ περὶ τῶν πεπραγμένων, μεταμελήσειν αὐτῷ καὶ πολὺ βελτίω με εἰς τὸν λοιπὸν χρόνον ἡγήσεσθαι. [3] ἀξιῶ δέ, ὦ βουλή, ἐὰν μὲν τοῦτο μόνον ὑμῖν ἐπιδείξω, ὡς εὔνους εἰμὶ τοῖς καθεστηκόσι πράγμασι καὶ ὡς ἠνάγκασμαι τῶν αὐτῶν κινδύνων μετέχειν ὑμῖν, μηδέν πώ μοι πλέον εἶναι· ἐὰν δὲ φαίνωμαι <καὶ> περὶ τὰ ἄλλα μετρίως βεβιωκὼς καὶ πολὺ παρὰ τὴν δόξαν καὶ [παρὰ] τοὺς λόγους τοὺς τῶν ἐχθρῶν, δέομαι ὑμῶν ἐμὲ μὲν δοκιμάζειν, τούτους δὲ ἡγεῖσθαι χείρους εἶναι. πρῶτον δὲ ἀποδείξω ὡς οὐχ ἵππευον οὔδ᾽ ἐπεδήμουν ἐπὶ τῶν τριάκοντα, οὐδὲ μετέσχον τῆς τότε πολιτείας.
Μέσα στο κείμενο συναντάς δύο διαφορετικά είδη αγκυλών, που δεν σημαίνουν το ίδιο πράγμα:
- Οι τετράγωνες αγκύλες στα [ἢ κακῶς] και [παρὰ] σημειώνουν λέξεις που οι εκδότες θεωρούν ότι πιθανόν δεν ανήκουν στο πρωτότυπο του Λυσία, αλλά προστέθηκαν αργότερα από αντιγραφείς. Το νόημα στέκει και χωρίς αυτές.
- Οι γωνιώδεις αγκύλες στο <καὶ> δηλώνουν το αντίθετο: λέξη που λείπει από τα χειρόγραφα και την οποία οι εκδότες προσθέτουν για να αποκατασταθεί το νόημα. Εδώ το «καὶ» είναι σημαντικό, γιατί δίνει τη σημασία «και στα υπόλοιπα» — δηλαδή πέρα από τα δημοκρατικά φρονήματα που μόλις αναφέρθηκαν.
Και τα δύο είδη είναι διαφορετικά από την αρίθμηση των παραγράφων [1], [2], [3].
Νεοελληνική απόδοση 🗣️
[1] Αν δεν γνώριζα καλά, κύριοι βουλευτές, ότι οι κατήγοροι θέλουν με κάθε τρόπο να με βλάψουν, θα τους χρωστούσα μεγάλη ευγνωμοσύνη γι' αυτήν εδώ την κατηγορία· γιατί νομίζω πως σε όσους έχουν άδικα συκοφαντηθεί προσφέρουν τα μεγαλύτερα αγαθά εκείνοι που τους αναγκάζουν να λογοδοτήσουν για όσα έχουν κάνει στη ζωή τους.
[2] Εγώ, βλέπετε, έχω τόσο μεγάλη εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, ώστε ελπίζω ότι, ακόμη κι αν κάποιος τυχαίνει να είναι δυσαρεστημένος ή εχθρικά διατεθειμένος απέναντί μου, μόλις ακούσει εμένα να μιλώ για τις πράξεις μου, θα μετανιώσει και θα με θεωρεί στο εξής πολύ καλύτερο.
[3] Ζητώ λοιπόν, κύριοι βουλευτές, αν σας αποδείξω μόνον αυτό, ότι δηλαδή είμαι φιλικά διατεθειμένος προς το σημερινό πολίτευμα και ότι αναγκάστηκα να μοιραστώ μαζί σας τους ίδιους κινδύνους, να μην έχω ακόμη κανένα όφελος· αν όμως αποδειχθεί ότι και στα υπόλοιπα έχω ζήσει κόσμια, πολύ διαφορετικά από τη φήμη μου και από τα λόγια των εχθρών μου, τότε σας παρακαλώ εμένα μεν να εγκρίνετε την εκλογή μου, αυτούς δε να τους θεωρήσετε χειρότερους. Πρώτα λοιπόν θα αποδείξω ότι δεν υπηρέτησα στο ιππικό ούτε βρισκόμουν στην Αθήνα την εποχή των Τριάκοντα, ούτε πήρα μέρος στο τότε πολίτευμα.
Ερμηνευτική προσέγγιση 🔍
«Εἰ μὴ συνῄδη... τῆς κατηγορίας» — Η ευγνωμοσύνη προς τους κατηγόρους 💡
Ο Μαντίθεος ανοίγει τον λόγο του με μια πρόταση που ξαφνιάζει: θα ευγνωμονούσε τους κατηγόρους του. Η έκφραση ευγνωμοσύνης προς τους κατηγόρους, έστω και υπό προϋποθέσεις, αποτελεί στοιχείο πρωτοτυπίας και εντυπωσιασμού και εξυπηρετεί ταυτόχρονα δύο από τους βασικούς στόχους κάθε προοιμίου: την πρόσεξιν (τραβά αμέσως την προσοχή των βουλευτών, γιατί κανείς δεν περιμένει τον κατηγορούμενο να ευχαριστεί αυτόν που τον κατηγορεί) και την εὔνοιαν (παρουσιάζει τον εαυτό του ως άνθρωπο ήρεμο, ανώτερο, χωρίς εμπάθεια, που δεν φοβάται τον έλεγχο).
Κρίσιμο όμως είναι ότι η ευγνωμοσύνη διατυπώνεται υπό προϋπόθεση, με υποθετικό λόγο του μη πραγματικού: «αν δεν γνώριζα καλά... θα τους χρωστούσα ευγνωμοσύνη». Δηλαδή: επειδή ξέρω ότι σκοπός τους είναι να με βλάψουν με κάθε τρόπο, δεν τους χρωστώ τίποτε. Έτσι ο ρήτορας πετυχαίνει και δεύτερο πλήγμα: εκφράζει τη βεβαιότητά του για την πρόθεση της κατηγορίας και μειώνει τους κατηγόρους του μπροστά στους βουλευτές, πριν καν αρχίσει η απόδειξη. Η κατηγορία εμφανίζεται εξαρχής όχι ως αναζήτηση της αλήθειας, αλλά ως εμπάθεια.
Η τεχνική αυτή είναι αγαπημένη του Λυσία. Ανάλογη είναι και η γνωστή προλογική αρχή στον Ὑπὲρ τοῦ ἀδυνάτου λόγο του ρήτορα: «Οὐ πολλοῦ δέω χάριν ἔχειν, ὦ βουλή, τῷ κατηγόρῳ, ὅτι μοι παρεσκεύασε τὸν ἀγῶνα τουτονί» (λίγο απέχω από το να χρωστώ ευγνωμοσύνη στον κατήγορο, γιατί μου ετοίμασε αυτόν εδώ τον αγώνα).
«ὦ βουλή» — Ποιοι είναι οι ακροατές 🏛️
Η προσφώνηση απευθύνεται στη Βουλή των Πεντακοσίων, το σώμα που αποτελείται από πενήντα μέλη από καθεμία από τις δέκα φυλές. Οι βουλευτές αναδεικνύονταν με κλήρωση από τους δήμους και έπρεπε να έχουν κλείσει το τριακοστό έτος της ηλικίας τους, ώστε να έχουν ήδη αποκτήσει κάποια πολιτική εμπειρία στις συνελεύσεις των δήμων τους.
Το ουσιαστικό έργο της ολομέλειας της Βουλής ήταν:
- η έκδοση προβουλευμάτων, δηλαδή η προετοιμασία των προτάσεων που θα υποβάλλονταν στην Εκκλησία του Δήμου
- η άσκηση ορισμένων δικαστικών αρμοδιοτήτων
- ο έλεγχος του έργου των αρχόντων
- η διεκπεραίωση όλων γενικώς των έργων που δεν είχαν ανατεθεί στην Εκκλησία του Δήμου
Οι ίδιοι οι βουλευτές υποβάλλονταν σε αυστηρή δοκιμασία του ήθους τους πριν αναλάβουν καθήκοντα — ακριβώς αυτή είναι η διαδικασία στην οποία βρίσκεται τώρα ο Μαντίθεος. Αποζημιώνονταν με έναν μισθό, που τον 4ο π.Χ. αιώνα έφτανε τους πέντε οβολούς.
Η γνώση αυτή έχει ερμηνευτική σημασία: οι ακροατές του Μαντιθέου είναι άνθρωποι μέσης ηλικίας, με πολιτική πείρα, που έχουν οι ίδιοι περάσει από τον ίδιο έλεγχο. Ο ρήτορας τους μιλά ως ίσος προς ίσους και επικαλείται συνεχώς την κοινή τους εμπειρία από τα χρόνια των Τριάκοντα.
«ἡγοῦμαι γάρ... καταστῆναι» — Η αιτιολόγηση της παραδοξολογίας ⚖️
Η ημιπερίοδος αυτή αιτιολογεί και αποσαφηνίζει την προηγούμενη: γιατί θα μπορούσε κανείς να ευγνωμονεί τους κατηγόρους του; Επειδή, όπως λέει ο Μαντίθεος, όσοι έχουν άδικα συκοφαντηθεί αποκτούν το μεγαλύτερο αγαθό όταν κάποιος τους αναγκάζει να λογοδοτήσουν δημόσια για τη ζωή τους.
Το επιχείρημα είναι διπλά κερδοφόρο για τον ρήτορα. Πρώτον, οι κατήγοροι —έστω και άθελά τους— προσφέρουν στον κατηγορούμενο τη δυνατότητα να αποδείξει την αθωότητά του μιλώντας δημόσια για τη ζωή του, αντί να υπομένει σιωπηλά τον ψίθυρο. Δεύτερον, του δίνουν τη δυνατότητα να καταδείξει το ποιόν των αντιπάλων του: όταν η συκοφαντία εκτεθεί στο φως και καταρρεύσει, εκτίθεται και ο συκοφάντης.
Παρατήρησε επίσης το ἀδίκως διαβεβλημένοις: με μία λέξη ο Μαντίθεος έχει ήδη κατατάξει τον εαυτό του στους αδίκως συκοφαντημένους, πριν παρουσιάσει έστω και ένα αποδεικτικό στοιχείο. Είναι λεπτή λήψη του ζητουμένου, που περνά απαρατήρητη μέσα στη γενική διατύπωση.
«ἐγὼ γὰρ οὕτω σφόδρα ἐμαυτῷ πιστεύω... ἡγήσεσθαι» — Η αυτοπεποίθηση ως προϊδεασμός 🎯
Στη δεύτερη παράγραφο ο τόνος γίνεται προσωπικός. Ο Μαντίθεος δηλώνει απόλυτη εμπιστοσύνη στον εαυτό του: είναι τόσο βέβαιος για την ποιότητα του βίου του, ώστε ελπίζει πως ακόμη και ο πιο εχθρικά διακείμενος ακροατής, μόλις τον ακούσει, θα μετανιώσει και θα τον θεωρεί στο εξής πολύ καλύτερο άνθρωπο.
Η αυτοπεποίθηση του Μαντιθέου και η ελπίδα του ότι θα μεταστρέψει την εις βάρος του δυσμενή εντύπωση αποτελούν προσπάθεια προϊδεασμού των βουλευτών και δημιουργούν εύλογο ενδιαφέρον για όσα πρόκειται στη συνέχεια να εκθέσει. Ταυτόχρονα, η αυτοπεποίθηση λειτουργεί και η ίδια ως αποδεικτικό στοιχείο στα μάτια του ακροατηρίου: μόνο ο αθώος μιλά έτσι, μόνο αυτός που δεν έχει τίποτε να κρύψει καλεί τους εχθρούς του να τον ακούσουν.
Πρόσεξε τη λεπτότητα του χειρισμού: ο Μαντίθεος δεν λέει «θα σας αποδείξω ότι είμαι αθώος» με έπαρση, αλλά μιλά για μεταστροφή της δυσμενούς εντύπωσης. Αναγνωρίζει έμμεσα ότι υπάρχει εις βάρος του αρνητική φήμη — κάτι που θα το επαναλάβει ρητά στην §3 με το «παρὰ τὴν δόξαν» — και αναλαμβάνει να την ανατρέψει. Αυτή η ειλικρίνεια τον κάνει πιο πιστευτό.
«ἀξιῶ δέ, ὦ βουλή, ἐὰν μέν... πλέον εἶναι· ἐὰν δέ... χείρους εἶναι» — Το διπλό κριτήριο 🏛️
Εδώ ο Μαντίθεος διατυπώνει την πρότασή του προς τη Βουλή με ένα εντυπωσιακά «δίκαιο» σχήμα δύο σκελών:
Πρώτο σκέλος (ἐὰν μέν): αν αποδείξω μόνο ότι είμαι φιλικός προς το παρόν δημοκρατικό πολίτευμα και ότι μοιράστηκα μαζί σας τους ίδιους κινδύνους — τότε να μην έχω κανένα όφελος.
Δεύτερο σκέλος (ἐὰν δέ): αν όμως αποδειχθεί ότι καὶ στα υπόλοιπα έζησα κόσμια, πολύ διαφορετικά από όσα λέει η φήμη και οι εχθροί μου — τότε εγκρίνετε την εκλογή μου και θεωρήστε εκείνους χειρότερους.
Πίσω από αυτό βρίσκεται μια βαθιά αλήθεια της αθηναϊκής πολιτικής ζωής. Τα δημοκρατικά φρονήματα και οι αγώνες για τη δημοκρατία σε χαλεπούς καιρούς, όπως την εποχή των Τριάκοντα, συγκινούσαν ιδιαίτερα τους Αθηναίους και έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στη δοκιμασία των αρχόντων. Δεν αρκούσε όμως μόνον η δημοκρατική διαγωγή για την ανάληψη ενός δημόσιου αξιώματος: έπρεπε ο εκλεγμένος άρχοντας να διαθέτει και το κατάλληλο ήθος. Ο Μαντίθεος ζητά από τους βουλευτές να εγκρίνουν την εκλογή του σε βουλευτή μόνον εφόσον αποδείξει ότι πληροί όλες τις προϋποθέσεις.
Ρητορικά, το κέρδος είναι τεράστιο. Ο Μαντίθεος εμφανίζεται αυστηρότερος κριτής του εαυτού του από τους ίδιους τους κατηγόρους: παραιτείται εκ των προτέρων από το εύκολο επιχείρημα του δημοκρατικού φρονήματος. Δείχνει ότι δεν ζητά χάρη, αλλά δίκαιη κρίση με βάση αντικειμενικά κριτήρια που ο ίδιος θέτει. Και βέβαια, θέτοντας ο ίδιος τους κανόνες του παιχνιδιού, εξασφαλίζει ότι το παιχνίδι θα παιχτεί στο δικό του γήπεδο — στο πεδίο του ήθους, όπου νιώθει ισχυρός.
Πρόσεξε ακόμη το δέομαι ὑμῶν δίπλα στο ἀξιῶ: ο ρήτορας δεν απαιτεί, παρακαλεί — αλλά παρακαλεί για κάτι που έχει ήδη παρουσιάσει ως αυτονόητα δίκαιο.
«πρῶτον δὲ ἀποδείξω ὡς οὐχ ἵππευον...» — Το κατηγορητήριο και η προδιάθεση ⚔️
Η τελευταία πρόταση του προοιμίου έχει καθαρά οικονομική λειτουργία: ο Μαντίθεος εκθέτει ο ίδιος το εις βάρος του κατηγορητήριο, το οποίο και υπόσχεται να αποδείξει ότι δεν ευσταθεί. Οι τρεις κατηγορίες είναι κλιμακωμένες:
- ὅτι ἵππευεν — ότι υπηρέτησε στο ιππικό (το σώμα που είχε στηρίξει τους Τριάκοντα)
- ὅτι ἐπεδήμει — ότι βρισκόταν στην Αθήνα εκείνη την περίοδο
- ὅτι μετέσχε τῆς τότε πολιτείας — ότι πήρε μέρος στο ολιγαρχικό πολίτευμα
Το να εκθέτει ο κατηγορούμενος ο ίδιος την κατηγορία εναντίον του είναι τολμηρή αλλά αποτελεσματική τεχνική: δείχνει ότι δεν έχει τίποτε να αποκρύψει, αφαιρεί από τους αντιπάλους το πλεονέκτημα της επίθεσης και δίνει στον λόγο σαφή δομή — ο ακροατής ξέρει πλέον ακριβώς τι πρόκειται να ακούσει. Είναι, με άλλα λόγια, η προδιάθεση ή προοικονομία που εξασφαλίζει την ενότητα ανάμεσα στο προοίμιο και στη διήγηση που ακολουθεί.
Οι ἱππεῖς ανήκαν στην πλουσιότερη τάξη των Αθηναίων, αφού έπρεπε να συντηρούν άλογο με δικά τους έξοδα. Κατά τη διάρκεια της τυραννίας των Τριάκοντα (404/403 π.Χ.), το ιππικό συνεργάστηκε στενά με το ολιγαρχικό καθεστώς και χρησιμοποιήθηκε εναντίον των δημοκρατικών. Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, η υπηρεσία στο ιππικό εκείνη την περίοδο ήταν στίγμα που μπορούσε να στοιχίσει σε έναν πολίτη το δικαίωμα να αναλάβει αξίωμα — παρά την αμνηστία του 403 π.Χ., η οποία απαγόρευε τη δίωξη για πράξεις της περιόδου εκείνης, αλλά δεν εμπόδιζε την επίκλησή τους σε μια δοκιμασία ήθους.
Ρητορική τεχνική και δομή 🎯
Το προοίμιο ως δομικό μέρος του λόγου
Οι §§ 1-3 αποτελούν το προοίμιο του λόγου. Σύμφωνα με το παράθεμα του Αναξιμένη του Λαμψακηνού που προτάσσεται, το προοίμιο είναι, γενικά μιλώντας, «ἀκροατῶν παρασκευή» — προετοιμασία των ακροατών — και «τοῦ πράγματος ἐν κεφαλαίῳ μὴ εἰδόσι δήλωσις» — συνοπτική έκθεση της υπόθεσης σε όσους δεν τη γνωρίζουν. Σκοπός του:
- ἵνα γιγνώσκωσι περὶ ὧν ὁ λόγος → να μάθουν οι ακροατές για ποιο θέμα γίνεται λόγος
- παρακολουθοῦσί τε τῇ ὑποθέσει → να μπορούν να παρακολουθήσουν την υπόθεση
- ἐπὶ τὸ προσέχειν παρακαλέσαι → να τους παρακινήσει να προσέξουν (πρόσεξις)
- εὔνους ἡμῖν αὐτοὺς ποιῆσαι → να τους κάνει ευνοϊκά διακείμενους προς εμάς (εὔνοια)
Ο Μαντίθεος τα υλοποιεί όλα με ακρίβεια: η παράδοξη ευγνωμοσύνη εξασφαλίζει την πρόσεξιν, η ήρεμη και δίκαιη στάση την εὔνοιαν, και η τελική δήλωση των κατηγοριών τη σαφήνεια της υπόθεσης.
Το ἦθος του λέγοντος
Ο Λυσίας είναι ο μεγάλος τεχνίτης της ἠθοποιίας. Ολόκληρο το προοίμιο δεν περιέχει ούτε ένα πραγματικό επιχείρημα — περιέχει όμως πορτρέτο. Ο ακροατής σχηματίζει την εικόνα ενός ανθρώπου:
- ήρεμου και ανώτερου (δεν βρίζει τους κατηγόρους, τους «ευγνωμονεί»)
- σίγουρου για τον εαυτό του (οὕτω σφόδρα ἐμαυτῷ πιστεύω)
- δίκαιου (θέτει διπλό κριτήριο και παραιτείται από το εύκολο επιχείρημα)
- σεμνού (μετρίως βεβιωκώς — έζησε με μέτρο, όχι λαμπρά)
- ευθύ (εκθέτει ο ίδιος τις κατηγορίες)
Αυτό το ήθος είναι η ισχυρότερη «απόδειξη» του λόγου, γιατί σε μια δοκιμασία το κρινόμενο είναι ακριβώς το ήθος.
Σχήματα και εκφραστικά μέσα
- Υποθετικός λόγος του μη πραγματικού (Εἰ μὴ συνῄδη... ἂν εἶχον): θεμέλιο της αρχικής παραδοξολογίας.
- Παραχωρητική / εναντιωματική πρόταση (καὶ εἴ τις... διακείμενος): παραδέχεται την ύπαρξη εχθρών, για να δείξει ότι δεν τους φοβάται· φανερώνει κάτι το πιθανό.
- Αντίθεση μὲν... δέ στην §3: το διπλό κριτήριο στηρίζεται σε αυστηρά συμμετρική δομή, που δίνει την εντύπωση αντικειμενικότητας.
- Αντίθεση ἐμὲ μὲν... τούτους δέ: η τύχη του ρήτορα και η τύχη των κατηγόρων παρουσιάζονται ως αντίστροφα ανάλογες.
- Πρώτο πρόσωπο σε πυκνή χρήση (συνῄδη, ἡγοῦμαι, πιστεύω, ἐλπίζω, ἀξιῶ, δέομαι, ἀποδείξω): κρατά τον ρήτορα στο επίκεντρο και ενισχύει το προσωπικό ύφος.
- Ενεστώτας και μέλλοντας εναλλάξ: το «τώρα» της δήλωσης και το «μετά» της απόδειξης — ο λόγος κινείται προς τα εμπρός.
- Λιτότητα και σαφήνεια (η περίφημη λυσιακή ἀφέλεια): καμία περίτεχνη λέξη, καμία μυθολογική αναφορά, καθαρή αττική πεζογραφία.
Τα τρία ζητούμενα του προοιμίου — εὔνοια, πρόσεξις, σαφήνεια/εὐμάθεια — ζητούνται σχεδόν πάντα στις εξετάσεις. Να μπορείς να τα αντιστοιχίσεις με συγκεκριμένα χωρία:
- εὔνοια → «πολλὴν ἂν αὐτοῖς χάριν εἶχον», «δέομαι ὑμῶν»
- πρόσεξις → η παράδοξη ευγνωμοσύνη προς τους κατηγόρους (§1)
- σαφήνεια / προοικονομία → «πρῶτον δὲ ἀποδείξω ὡς οὐχ ἵππευον...» (§3)
Το ρήμα δοκιμάζω έχει εδώ τεχνική, θεσμική σημασία: εγκρίνω / επικυρώνω την εκλογή κάποιου μετά από έλεγχο. Δεν σημαίνει απλώς «δοκιμάζω» ή «γεύομαι». Ομοίως, το τὰ καθεστηκότα πράγματα δεν σημαίνει «τα καθεστηκότα» με τη σημερινή αρνητική χροιά, αλλά το ισχύον, το παρόν πολίτευμα — δηλαδή την αποκατεστημένη δημοκρατία.