Κατὰ Φίλωνος δοκιμασίας — §§ 31-33 📜
Βρισκόμαστε στο τελευταίο, καταληκτικό τμήμα της επιχειρηματολογίας του κατηγόρου, λίγο πριν από τον σύντομο επίλογο του λόγου. Ο ρήτορας έχει ήδη αποδείξει ότι ο Φίλων, κατά την περίοδο των Τριάκοντα, ούτε με τους δημοκρατικούς του Πειραιά τάχθηκε ούτε με τους ολιγαρχικούς του άστεως, αλλά αποσύρθηκε στα Ωρωπό ως μέτοικος και, χειρότερα, λήστευε τους ηλικιωμένους αγρότες της Αττικής. Έχει ακόμη καταγγείλει τη συμπεριφορά του απέναντι στη μητέρα του, δείχνοντας ότι ούτε ως ιδιώτης ούτε ως πολίτης είναι άξιος εμπιστοσύνης.
Τώρα ο κατήγορος κάνει τρία πράγματα, το ένα μετά το άλλο, με έντονη ρητορική κλιμάκωση:
- § 31 — Συνάγει τα συμπεράσματα από όσα προηγήθηκαν: αν αυτός είναι ο άνθρωπος, τι είδους βουλευτής θα γίνει; ⚖️
- § 32 — Στρέφεται εναντίον των συνηγόρων του Φίλωνα, δείχνοντας την αντιφατική τους στάση. 🗣️
- § 33 — Καταλήγει στη θέση-κλειδί: ο Φίλων είναι ο μόνος υπεύθυνος για την απόρριψή του. 🎯
Πριν αναλάβει τα καθήκοντά του, κάθε κληρωμένος βουλευτής περνούσε από δοκιμασία ενώπιον της απερχόμενης Βουλής των Πεντακοσίων. Δεν ήταν εξέταση γνώσεων ούτε ικανοτήτων, αλλά έλεγχος ήθους και πολιτικής αξιοπιστίας: ελεγχόταν η αθηναϊκή καταγωγή, η συμπεριφορά προς τους γονείς, η εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεων, η φορολογική συνέπεια. Οποιοσδήποτε πολίτης μπορούσε να σηκωθεί και να κατηγορήσει τον υποψήφιο. Γι' αυτό ο λόγος αυτός δεν είναι ποινικός: δεν ζητείται τιμωρία, αλλά ἀποδοκιμασία — απλή απόρριψη.
Το κείμενο ✍️
[31] ἔτι δὲ ἐνθυμήθητε· ποίων ἂν ὑμῖν δοκεῖ οὗτος ὅρκων φροντίσαι, ὃς ἔργῳ τοὺς πατρίους θεοὺς προὔδωκεν; ἢ πῶς ἂν χρηστόν τι βουλεῦσαι περὶ τῆς πολιτείας, ὃς οὐδὲ ἐλευθερῶσαι τὴν πατρίδα ἐβουλήθη; ἢ ποῖα ἂν ἀπόρρητα τηρῆσαι, ὃς οὐδὲ τὰ προειρημένα ποιῆσαι ἠξίωσε; πῶς δ᾽ εἰκός ἐστι τοῦτον, ὃς οὐδὲ τελευταῖος ἐπὶ τοὺς κινδύνους ἦλθε, πρότερον τῶν κατεργασαμένων <ἤ> καὶ οὕτω συντιμηθῆναι; σχέτλιον δ᾽ ἂν εἴη, εἰ οὗτος μὲν ἅπαντας τοὺς πολίτας περὶ οὐδενὸς ἡγήσατο, ὑμεῖς δὲ τοῦτον ἕνα ὄντα μὴ ἀποδοκιμάσαιτε. [32] ὁρῶ δέ τινας οἳ νῦν μὲν τούτῳ παρασκευάζονται βοηθεῖν καὶ δεῖσθαι ὑμῶν, ἐπειδὴ ἐμὲ οὐκ ἐδύναντο πεῖσαι· τότε δέ, ὅτε οἱ κίνδυνοι μὲν ὑμῖν καὶ οἱ μέγιστοι ἀγῶνες ἦσαν, τὰ δὲ ἆθλα αὐτὴ ἡ πολιτεία ἔκειτο, καὶ ἔδει οὐ μόνον περὶ τοῦ βουλεύειν ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς ἐλευθερίας ἀγωνίζεσθαι, τότε οὐκ ἐδέοντο αὐτοῦ βοηθῆσαι καὶ ὑμῖν καὶ κοινῇ τῇ πόλει, καὶ μὴ προδοῦναι μήτε τὴν πατρίδα μήτε τὴν βουλήν, ἧς νῦν ἀξιοῖ τυχεῖν οὐ μετὸν αὐτῷ, ἄλλων γε κατεργασαμένων. [33] μόνος δή, ὦ βουλή, δικαίως οὐδ᾽ ἂν ἀγανακτοίη μὴ τυχών· οὐ γὰρ ὑμεῖς νῦν αὐτὸν ἀτιμάζετε, ἀλλ᾽ αὐτὸς αὑτὸν τότε ἀπεστέρησεν, ὅτε οὐκ ἠξίωσεν, ὥσπερ νῦν προθύμως κληρωσόμενος ἦλθε, καὶ τότε διαμαχούμενος περὶ αὐτῆς καταστῆναι μεθ᾽ ὑμῶν.
Νεοελληνική απόδοση 🗣️
[31] Ακόμη σκεφθείτε το εξής: ποιους όρκους σας φαίνεται ότι θα σεβόταν αυτός, ο οποίος με τα έργα του πρόδωσε τους πατρώους θεούς; Ή πώς θα μπορούσε να αποφασίσει κάτι χρήσιμο για το πολίτευμα αυτός, ο οποίος ούτε καν θέλησε να ελευθερώσει την πατρίδα; Ή ποια απόρρητα θα φύλαγε αυτός, ο οποίος ούτε αυτά που είχαν προαποφασιστεί δεν καταδέχτηκε να εκτελέσει; Και πώς είναι λογικό αυτός, ο οποίος ούτε τελευταίος δεν ήρθε να αντιμετωπίσει τους κινδύνους, να τιμηθεί εξίσου (και μάλιστα) πριν από εκείνους που πέτυχαν το αποτέλεσμα, ή έστω και με τον τρόπο αυτόν; Θα ήταν φρικτό, αν αυτός μεν δεν λογάριασε καθόλου όλους τους πολίτες, εσείς όμως δεν τον απορρίπτατε, ενώ είναι ένας μόνο.
[32] Βλέπω μάλιστα κάποιους που τώρα ετοιμάζονται να τον βοηθήσουν και να σας παρακαλέσουν, επειδή δεν κατάφεραν να πείσουν εμένα. Τότε όμως, όταν οι κίνδυνοι για σας ήταν μεγάλοι και οι αγώνες οι μέγιστοι, και το έπαθλο ήταν το ίδιο το πολίτευμα, και έπρεπε να αγωνίζεστε όχι μόνο για το δικαίωμα να είστε βουλευτές αλλά και για την ίδια την ελευθερία, τότε δεν τον παρακαλούσαν να βοηθήσει και εσάς και συνολικά την πόλη, και να μην προδώσει ούτε την πατρίδα ούτε τη Βουλή, της οποίας τώρα αξιώνει να γίνει μέλος, χωρίς να έχει το δικαίωμα, αφού άλλοι βέβαια ήταν εκείνοι που πέτυχαν το αποτέλεσμα.
[33] Αυτός λοιπόν μόνος, βουλευτές, δίκαια δεν θα είχε ούτε λόγο να αγανακτεί αν δεν γινόταν βουλευτής· γιατί δεν είστε εσείς που τώρα τον στερείτε από την τιμή, αλλά ο ίδιος στέρησε τον εαυτό του τότε, όταν δεν καταδέχτηκε — όπως τώρα ήρθε πρόθυμα για να κληρωθεί — να παραταχθεί και τότε μαζί σας για να αγωνιστεί μέχρι τέλους γι' αυτήν.
Ερμηνευτική προσέγγιση 🔍
§ 31 — Η αλυσίδα των ρητορικών ερωτήσεων
Η παράγραφος 31 δομείται πάνω σε μια σειρά από τέσσερις διαδοχικές ρητορικές ερωτήσεις, καθεμιά από τις οποίες έχει την ίδια ακριβώς αρχιτεκτονική: μια υπόθεση για το μέλλον (τι θα κάνει ο Φίλων ως βουλευτής) που ανατρέπεται αμέσως από ένα γεγονός του παρελθόντος (τι έκανε ήδη). Ο συλλογισμός είναι επαγωγικός από το «ελάσσον» στο «μείζον»: αν κάποιος απέτυχε στο μικρότερο, πώς θα ανταποκριθεί στο μεγαλύτερο;
«ποίων... ὅρκων φροντίσαι, ὃς ἔργῳ τοὺς πατρίους θεοὺς προὔδωκε;»
Ο κατήγορος επιστρέφει εδώ στο θέμα του βουλευτικού όρκου, που είχε θέσει ήδη από την αρχή του λόγου. Κάθε βουλευτής, αναλαμβάνοντας καθήκοντα, ορκιζόταν ότι θα ενεργεί προς όφελος της πόλης. Η πεποίθηση όμως του κατηγόρου ότι ο Φίλων δεν πρόκειται να τηρήσει αυτόν τον όρκο δεν είναι αυθαίρετη: στηρίζεται σε ένα προηγούμενο. Ο Φίλων είχε ήδη προδώσει τον εφηβικό όρκο, τον όρκο που έδιναν οι Αθηναίοι έφηβοι στο ιερό της Αγλαύρου Αθηνάς όταν αναλάμβαναν τις υποχρεώσεις του πολίτη-οπλίτη. Ο όρκος αυτός περιλάμβανε τη ρητή δέσμευση «ἱερὰ τὰ πάτρια» — ότι θα σέβεται δηλαδή τα πατρώα ιερά και τους πατρώους θεούς.
Η λέξη-κλειδί είναι το ἔργῳ. Ο Φίλων δεν πρόδωσε τους θεούς με λόγια ή με ασέβεια σε τελετουργικό επίπεδο· τους πρόδωσε έμπρακτα, με τη στάση του κατά την περίοδο της αποκατάστασης της δημοκρατίας. Το να αδιαφορήσει κανείς για την πατρίδα του σημαίνει, στην αθηναϊκή αντίληψη, ότι αδιαφορεί και για τα ιερά της. Άρα ο συλλογισμός είναι: όποιος αθέτησε τον πρώτο, θεμελιώδη όρκο του, με ποια εγγύηση θα τηρήσει τον δεύτερο;
«πῶς ἂν χρηστόν τι βουλεῦσαι, ὃς οὐδὲ ἐλευθερῶσαι... ἐβουλήθη;»
Η δεύτερη ερώτηση μετακινείται από το θρησκευτικό στο πολιτικό πεδίο. Ο Φίλων χαρακτηρίζεται από ατομικισμό: ενδιαφέρθηκε αποκλειστικά για τον εαυτό του και για την ασφάλειά του, γι' αυτό και αρνήθηκε να συμμετάσχει στον αγώνα για την απελευθέρωση της πατρίδας. Ο ρήτορας δείχνει ότι αυτός ο ατομικισμός δεν είναι απλώς ένα ηθικό ελάττωμα — είναι τεκμήριο ανικανότητας για το βουλευτικό αξίωμα.
Ο λόγος είναι απλός: για να αποφασίσει κάποιος «κάτι χρηστό» για την πόλη, χρειάζεται συνείδηση πολίτη, δηλαδή την ικανότητα να ταυτίζει το προσωπικό του συμφέρον με το συλλογικό. Ακριβώς αυτό λείπει από τον Φίλωνα. Ένας άνθρωπος που δεν σκέφτηκε ποτέ την πόλη ως δικό του πράγμα δεν έχει το πνευματικό και ηθικό εργαλείο για να βουλεύεται υπέρ της. Παρατηρήστε και το ετυμολογικό παιχνίδι: βουλεῦσαι — ἐβουλήθη. Η ίδια ρίζα υπηρετεί δύο αντίθετες σημασίες, τη συλλογική απόφαση και την ατομική θέληση.
«ἀπόρρητα τηρῆσαι... οὐδὲ τὰ προειρημένα ποιῆσαι»
Εδώ ο Λυσίας τοποθετεί μια ωραιότατη παρονομασία: τα ἀπόρρητα (τα κρατικά μυστικά, όσα δεν επιτρέπεται να ειπωθούν) δίπλα στα προειρημένα (όσα έχουν προαποφασιστεί, όσα έχουν ήδη ειπωθεί). Οι δύο λέξεις μοιράζονται τη ρίζα του ρήματος «λέγω/ἐρῶ» και ηχούν παρόμοια, ενώ σημασιολογικά βρίσκονται σε ένταση.
Το επιχείρημα αγγίζει έναν πραγματικό κίνδυνο για την πόλη. Ένας βουλευτής, λόγω της ιδιότητάς του, γίνεται κάτοχος κρατικών μυστικών: διπλωματικών, στρατιωτικών, οικονομικών. Η διαφύλαξη των απορρήτων απαιτεί υψηλό αίσθημα ευθύνης απέναντι στο σύνολο. Ο Φίλων όμως έχει ήδη αποδείξει ότι δεν διαθέτει τέτοιο αίσθημα: υπήρξε προδότης και των πατρώων θεών και της πατρίδας, αγνόησε δηλαδή ακριβώς τα «προειρημένα», όσα η πόλη είχε από κοινού αποφασίσει. Ο ρήτορας λοιπόν δεν φοβάται απλώς ότι ο Φίλων θα είναι κακός βουλευτής — φοβάται ότι θα είναι επικίνδυνος βουλευτής.
«πῶς δ᾽ εἰκός ἐστι... συντιμηθῆναι;»
Η τέταρτη ερώτηση στηρίζεται σε μια ωραιότατη αντίθεση: «ὃς οὐδὲ τελευταῖος ἐπὶ τοὺς κινδύνους ἦλθε» απέναντι στο «πρότερον τῶν κατεργασαμένων». Ο Φίλων δεν ήρθε ούτε τελευταίος στους κινδύνους — δηλαδή δεν συμμετείχε καθόλου, ούτε καν στην έσχατη θέση, ούτε καν καθυστερημένα. Και όμως τώρα διεκδικεί να τιμηθεί πριν από εκείνους που έφεραν εις πέρας το έργο της απελευθέρωσης.
Η αντίθεση αυτή καθιστά το συντιμηθῆναι ταυτόχρονα παράλογο και άδικο. Παράλογο, γιατί ανατρέπει τη φυσική σειρά: πρώτος τιμάται όποιος πρώτος κινδύνευσε. Άδικο, γιατί η επιβράβευση των ανικάνων μειώνει την προσφορά των ικανών. Αν ο Φίλων πάρει την ίδια —ή μεγαλύτερη— τιμή με τους αγωνιστές του Πειραιά, τότε ο αγώνας τους απαξιώνεται· η θυσία εξισώνεται με την αποχή.
«σχέτλιον δ᾽ ἂν εἴη...»
Η παράγραφος κλείνει με μια αντίθεση προσώπων και αριθμών που είναι από τις πιο εύστοχες του λόγου: οὗτος μὲν ἅπαντας τοὺς πολίτας — ὑμεῖς δὲ τοῦτον ἕνα ὄντα. Ο ένας περιφρόνησε τους πάντες· θα ήταν φρικτό οι πάντες να μην απορρίψουν τον ένα. Η αριθμητική δυσαναλογία (ἅπαντας / ἕνα) λειτουργεί ως το πιο ισχυρό επιχείρημα δικαιοσύνης: η ανταπόδοση εδώ δεν είναι καν αυστηρή, είναι απλώς συμμετρική.
§ 32 — Η επίθεση στους συνηγόρους
«ὁρῶ δέ τινας οἳ... παρασκευάζονται βοηθεῖν καὶ δεῖσθαι ὑμῶν»
Ο κατήγορος αλλάζει στόχο. Δεν επιτίθεται πια στον Φίλωνα αλλά στους συνηγόρους του — τους ανθρώπους που πρόκειται να μιλήσουν υπέρ του και να παρακαλέσουν τους βουλευτές να εγκρίνουν την εκλογή του στο βουλευτικό αξίωμα. Πρόκειται για κλασική τακτική προκατάληψης (προκαταλήψεως): ο ομιλητής προλαβαίνει τα επιχειρήματα του αντιπάλου και τα εξουδετερώνει προτού καν διατυπωθούν. Το «ὁρῶ» δίνει μάλιστα αμεσότητα και ζωντάνια — ο ρήτορας τους δείχνει μπροστά στο ακροατήριο.
«ἐπειδὴ ἐμὲ οὐκ ἐδύναντο πεῖσαι»
Μια σύντομη αλλά αποκαλυπτική πληροφορία: οι συνήγοροι του Φίλωνα είχαν προσπαθήσει, πριν από τη δίκη, να μεταπείσουν τον κατήγορο να αποσύρει την κατηγορία, χωρίς αποτέλεσμα. Η φράση υπηρετεί δύο σκοπούς ταυτόχρονα. Πρώτον, τονίζει την ακεραιότητα του κατηγόρου: δέχτηκε πιέσεις και δεν υποχώρησε, άρα ενεργεί από αρχή και όχι από συμφέρον. Δεύτερον, υπονομεύει τους συνηγόρους: αποδεικνύεται ότι εργάζονται στα παρασκήνια για τον Φίλωνα, άρα δεν είναι αμερόληπτοι μάρτυρες αλλά διατεταγμένοι υποστηρικτές.
«ὅτε οἱ κίνδυνοι μὲν ὑμῖν καὶ οἱ μέγιστοι ἀγῶνες ἦσαν»
Ο ρήτορας ανακαλεί τη μεγάλη στιγμή: τους αγώνες για την αποκατάσταση της δημοκρατίας μετά την τυραννία των Τριάκοντα. Οι αγώνες αυτοί ήταν πράγματι «μέγιστοι» και οι κίνδυνοι ανάλογοι — δεν πρόκειται για ρητορική υπερβολή. Το διακύβευμα ήταν το ίδιο το πολίτευμα («τὰ δὲ ἆθλα αὐτὴ ἡ πολιτεία ἔκειτο»), μια μεταφορά δανεισμένη από τον αθλητικό αγώνα: το πολίτευμα παρουσιάζεται ως το έπαθλο που «κείται», που είναι τοποθετημένο για τον νικητή.
Η ίδια η ελληνική ποιητική παράδοση θα διατυπώσει αργότερα την ίδια αλήθεια: «Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία» (Α. Κάλβος, Ωδή εις Σάμον). Η ελευθερία δεν χαρίζεται — κερδίζεται με κίνδυνο.
Εδώ ο κατήγορος εφαρμόζει την κολακεία του ακροατηρίου: προσπαθεί να κερδίσει τη συμπάθεια των βουλευτών τονίζοντας τη μεγάλη δική τους συμβολή στους αγώνες, σε πλήρη αντίθεση με τη στάση του Φίλωνα. Το «ἔδει... περὶ τῆς ἐλευθερίας ἀγωνίζεσθαι... καὶ μὴ προδοῦναι μήτε τὴν πατρίδα μήτε τὴν βουλήν» απευθύνεται στους δικαστές ως αναγνώριση: εσείς κάνατε αυτό που έπρεπε. Και υπάρχει και μια λεπτή κλιμάκωση: ο αγώνας δεν ήταν μόνο «περὶ τοῦ βουλεύειν» (για το δικαίωμα συμμετοχής στη Βουλή) αλλά «περὶ τῆς ἐλευθερίας» — από το μερικό στο ολικό, από το αξίωμα στην ίδια την ύπαρξη.
«τότε οὐκ ἐδέοντο αὐτοῦ βοηθῆσαι καὶ ὑμῖν καὶ κοινῇ τῇ πόλει»
Εδώ βρίσκεται το πιο έξυπνο επιχείρημα της παραγράφου. Ο κατήγορος επισημαίνει την αντιφατική συμπεριφορά των συνηγόρων με στόχο να τους καταστήσει αναξιόπιστους. Η αντίθεση είναι χαρακτηριστική και δομείται πάνω στο ζεύγος νῦν μέν — τότε δέ:
| Τότε (στην κρίσιμη ώρα) ⚔️ | Τώρα (στη δοκιμασία) 🗣️ |
|---|---|
| δεν παρακαλούσαν τον Φίλωνα να βοηθήσει την πόλη | παρακαλούν εσάς να βοηθήσετε τον Φίλωνα |
| Το διακύβευμα ήταν η ελευθερία όλων | Το διακύβευμα είναι το αξίωμα ενός |
| Σιωπή | Έντονη κινητοποίηση |
Το συμπέρασμα είναι καταπέλτης: οι συνήγοροι ενδιαφέρθηκαν για τον Φίλωνα μόνο όταν επρόκειτο για τη δική του ωφέλεια, ποτέ όταν επρόκειτο για τη συνεισφορά του. Αν η φιλία τους ήταν γνήσια, θα τον είχαν προτρέψει τότε να πράξει το σωστό. Άρα δεν είναι φίλοι της πόλης, είναι εξυπηρετητές ενός ατόμου.
«ἧς νῦν ἀξιοῖ τυχεῖν οὐ μετὸν αὐτῷ, ἄλλων γε κατεργασαμένων»
Η κατακλείδα της παραγράφου συμπυκνώνει όλο τον λόγο σε μία φράση. Η Βουλή, την οποία ο Φίλων δεν υπερασπίστηκε όταν κινδύνευε, είναι η ίδια Βουλή στην οποία τώρα αξιώνει να μπει. Και δεν έχει κανένα δικαίωμα (οὐ μετὸν αὐτῷ) — γιατί την ελευθερία που καθιστά δυνατή αυτή τη Βουλή την κέρδισαν άλλοι.
§ 33 — Ο Φίλων μόνος υπεύθυνος
Η τελευταία παράγραφος αντιστρέφει πλήρως το ερώτημα της ευθύνης. Ο Φίλων, αν αποκλειστεί, δεν θα έχει κανένα δίκιο να αγανακτήσει — και μάλιστα είναι ο μόνος (μόνος δή) για τον οποίο ισχύει κάτι τέτοιο.
Το επιχείρημα είναι θαυμαστά διατυπωμένο: «οὐ γὰρ ὑμεῖς νῦν αὐτὸν ἀτιμάζετε, ἀλλ᾽ αὐτὸς αὑτὸν τότε ἀπεστέρησεν». Δεν είναι η Βουλή που τον στερεί από την τιμή τώρα· είναι ο ίδιος που στέρησε τον εαυτό του τότε. Η ενδεχόμενη αποδοκιμασία δεν είναι λοιπόν τιμωρία που επιβάλλεται από έξω, αλλά απλή επικύρωση μιας απόφασης που ο ίδιος ο Φίλων πήρε χρόνια πριν. Η πράξη των βουλευτών περιορίζεται στο να αναγνωρίσουν ένα ήδη υπάρχον γεγονός.
Παρατηρήστε την ένταση των αντιθέσεων: ὑμεῖς — αὐτὸς αὑτόν, νῦν — τότε. Ο ρήτορας μετατοπίζει το βάρος από το παρόν στο παρελθόν και από τη Βουλή στον Φίλωνα, απαλλάσσοντας ταυτόχρονα τους δικαστές από κάθε τύψη.
Το τελικό επιχείρημα αφορά το κίνητρο του Φίλωνα:
- «νῦν προθύμως κληρωσόμενος ἦλθε» — ήρθε πρόθυμα για την κλήρωση, δηλαδή για το αξίωμα.
- «οὐκ ἠξίωσεν... καὶ τότε διαμαχούμενος περὶ αὐτῆς καταστῆναι μεθ᾽ ὑμῶν» — δεν καταδέχτηκε να παραταχθεί μαζί σας για να πολεμήσει μέχρι τέλους για τη Βουλή, δηλαδή για τον θεσμό.
Το συμπέρασμα είναι αμείλικτο: ο Φίλων δεν αγαπά τον θεσμό της Βουλής — αγαπά μόνο το αξίωμα. Η διάκριση αυτή είναι το ηθικό επιστέγασμα ολόκληρου του λόγου. Ο θεσμός απαιτεί θυσία· το αξίωμα προσφέρει προνόμια. Ο Φίλων αποφεύγει το πρώτο και επιδιώκει το δεύτερο. Ως αποκλειστικά υπεύθυνος λοιπόν για τον ενδεχόμενο αποκλεισμό του, δεν είναι δίκαιο να αγανακτεί.
Η αντίθεση προθυμίας είναι εντυπωσιακή: το ίδιο πρόσωπο που δεν βρήκε την προθυμία να πολεμήσει, βρίσκει την προθυμία να παρουσιαστεί για κλήρωση. Και οι δύο πράξεις αφορούν τη Βουλή — αλλά η μία απαιτεί να δώσει, η άλλη του επιτρέπει να πάρει.
- § 31: Αν ο Φίλων πρόδωσε ήδη τον εφηβικό όρκο και την πατρίδα, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι θα τηρήσει τον βουλευτικό όρκο και τα κρατικά απόρρητα (επιχείρημα ἐκ τοῦ εἰκότος, από το πιθανό).
- § 32: Οι συνήγοροί του είναι αναξιόπιστοι, γιατί κινητοποιούνται τώρα για το συμφέρον ενός, ενώ σιωπούσαν τότε για το συμφέρον όλων.
- § 33: Ο Φίλων αγαπά το αξίωμα, όχι τον θεσμό· άρα ο ίδιος αυτοαποκλείστηκε και δεν έχει δικαίωμα παραπόνου.
Ρητορική τεχνική και δομή 🎯
Δομικό μέρος του λόγου
Οι παράγραφοι αυτές ανήκουν στις πίστεις (αποδείξεις) και αποτελούν τη συμπερασματική τους κατάληξη. Η § 31 συνοψίζει τα προηγούμενα με τη μορφή συλλογισμών, η § 32 απαντά προληπτικά στην αντίδικη πλευρά, και η § 33 λειτουργεί σχεδόν ως γέφυρα προς τον επίλογο — παρέχει τη διανοητική και ηθική δικαίωση της απόφασης που θα ζητηθεί.
Είδη επιχειρημάτων
- Ἐκ τοῦ εἰκότος (από το πιθανό/λογικό): «πῶς δ᾽ εἰκός ἐστι...». Ο ρήτορας δεν έχει άμεσες αποδείξεις για το μέλλον, γι' αυτό στηρίζεται στο τι είναι εύλογο να συμβεί με βάση το παρελθόν.
- Ἀπὸ τοῦ ἐλάττονος πρὸς τὸ μεῖζον: αν απέτυχε στα μικρότερα (εφηβικός όρκος, στοιχειώδης πολιτική συμμετοχή), θα αποτύχει και στα μεγαλύτερα (κρατικά απόρρητα, βουλευτικός όρκος).
- Ἐκ τοῦ δικαίου: η επιβράβευση των ανικάνων αδικεί τους ικανούς.
- Ἐπίθεση στο ήθος (κατά τῶν συνηγόρων): υπονόμευση της αξιοπιστίας των υπερασπιστών.
- Αντιστροφή της ευθύνης: ο κατηγορούμενος αυτοκαταδικάστηκε· οι δικαστές απλώς διαπιστώνουν.
Σχήματα λόγου
- Ρητορικές ερωτήσεις (τέσσερις διαδοχικές στην § 31): δεν ζητούν απάντηση, την επιβάλλουν. Δημιουργούν ρυθμό, ένταση και συνενοχή του ακροατηρίου, που «απαντά» νοερά.
- Παρονομασία: ἀπόρρητα — προειρημένα. Ηχητική συγγένεια σε σημασιολογική αντίθεση.
- Αντίθεση: το κυρίαρχο σχήμα και των τριών παραγράφων — οὗτος/ὑμεῖς, ἅπαντας/ἕνα, νῦν/τότε, μέν/δέ, ὑμεῖς/αὐτὸς αὑτόν.
- Ἀναφορά: η επανάληψη του αναφορικού «ὅς» στην αρχή κάθε δευτερεύουσας πρότασης της § 31 (ὃς ἔργῳ..., ὃς οὐδέ..., ὃς οὐδέ..., ὃς οὐδέ...) δημιουργεί σφυροκόπημα.
- Ἐπαναφορά του οὐδέ: τρεις φορές το «οὐδέ» τονίζει την πλήρη απουσία του Φίλωνα — ούτε καν το ελάχιστο δεν έκανε.
- Πολυσύνδετο: «καὶ ὑμῖν καὶ κοινῇ τῇ πόλει», «μήτε τὴν πατρίδα μήτε τὴν βουλήν» — επιβραδύνει τον λόγο και βαραίνει κάθε όρο ξεχωριστά.
- Μεταφορά από τον αθλητικό χώρο: «τὰ δὲ ἆθλα αὐτὴ ἡ πολιτεία ἔκειτο».
- Σχῆμα ἐξ ἀναλόγου / κλιμάκωση: «οὐ μόνον περὶ τοῦ βουλεύειν ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς ἐλευθερίας».
Στις §§ 31-33 η αντίθεση δεν είναι απλό διακοσμητικό σχήμα — είναι το λογικό σκελετό της επιχειρηματολογίας. Κάθε αντίθεση παράγει και ένα συμπέρασμα:
- ἅπαντας ↔ ἕνα → η αποδοκιμασία είναι απλή συμμετρία, όχι σκληρότητα.
- νῦν ↔ τότε (συνήγοροι) → οι υπερασπιστές είναι αναξιόπιστοι.
- ὑμεῖς ↔ αὐτὸς αὑτόν → η ευθύνη ανήκει στον Φίλωνα, όχι στη Βουλή.
- θεσμός ↔ αξίωμα → το κίνητρο του Φίλωνα είναι ιδιοτελές.
Όταν καλείσαι να εντοπίσεις σχήματα λόγου, μην αρκείσαι στην ονομασία: εξήγησε τι πετυχαίνει το σχήμα στο συγκεκριμένο σημείο.
Το ήθος του ρήτορα
Ο κατήγορος φροντίζει να εμφανίζεται ως αδιάφθορος (δεν πείστηκε να αποσύρει την κατηγορία), ως υπερασπιστής του θεσμού (μιλά για τη Βουλή, όχι για προσωπική έχθρα) και ως σεβαστικός προς τους δικαστές (τους αναγνωρίζει τη συμβολή στην αποκατάσταση της δημοκρατίας). Έτσι, η κατηγορία δεν παρουσιάζεται ως προσωπική επίθεση αλλά ως πολιτικό καθήκον.
Οι Αθηναίοι έφηβοι, γύρω στα δεκαοκτώ τους, έδιναν όρκο στο ιερό της Αγλαύρου Αθηνάς στην Ακρόπολη. Ορκίζονταν να μην ντροπιάσουν τα όπλα τους, να μην εγκαταλείψουν τον διπλανό τους στη μάχη, να υπερασπιστούν τα ιερά και τα όσια, και να παραδώσουν την πατρίδα όχι μικρότερη αλλά μεγαλύτερη και καλύτερη από όσο την παρέλαβαν. Περιλάμβανε ρητά τη φράση «ἱερὰ τὰ πάτρια». Ο όρκος αυτός ήταν η τελετή εισόδου στη σφαίρα του πολίτη — γι' αυτό και η αθέτησή του, όπως δείχνει ο κατήγορος, ισοδυναμεί με άρνηση της ίδιας της ιδιότητας του πολίτη.