Κατά Φίλωνος δοκιμασίας — §§ 27-30 📜
Βρισκόμαστε στο τμήμα των πίστεων (αποδείξεων) του λόγου, λίγο πριν τον επίλογο. Ο κατήγορος έχει ήδη εκθέσει τη συμπεριφορά του Φίλωνα κατά την περίοδο των Τριάκοντα: την αποχή του από τον αγώνα της δημοκρατικής παράταξης, την εγκατάσταση στην Ωρωπό, τις ληστρικές επιδρομές κατά των ηλικιωμένων συμπολιτών του στην ύπαιθρο. Τώρα κάνει κάτι διαφορετικό και ρητορικά πολύ έξυπνο: προλαμβάνει το βασικό νομικό επιχείρημα που ετοιμάζεται να προβάλει ο αντίδικος.
Το επιχείρημα αυτό είναι απλό και ισχυρό: «Δεν υπάρχει νόμος που να τιμωρεί την απουσία μου. Άρα δεν διέπραξα αδίκημα.» Ο κατήγορος πρέπει να το γκρεμίσει — και το κάνει με τρεις διαδοχικές κινήσεις: πρώτα ανατρέπει τη λογική του νομοθετικού κενού (§§ 27-28), έπειτα φέρνει τη συντριπτική σύγκριση με τους μετοίκους (§ 29), και τέλος υπενθυμίζει στους βουλευτές τον παιδευτικό σκοπό κάθε τιμής και κάθε ποινής (§ 30).
Πριν αναλάβει τα καθήκοντά του, κάθε νεοεκλεγμένος βουλευτής περνούσε από δοκιμασία ενώπιον της απερχόμενης Βουλής των Πεντακοσίων. Δεν ήταν δίκη με την αυστηρή έννοια: δεν εξεταζόταν αν κάποιος παρέβη συγκεκριμένο νόμο, αλλά αν είναι άξιος να ασκήσει το αξίωμα. Γι' αυτό ακριβώς το επιχείρημα «δεν υπάρχει νόμος» του Φίλωνα είναι, στο πλαίσιο μιας δοκιμασίας, λιγότερο ισχυρό απ' ό,τι φαίνεται — και ο κατήγορος θα το εκμεταλλευτεί.
Το κείμενο ✍️
[27] Ἀκούω δ᾽ αὐτὸν λέγειν ὡς, εἴ τι ἦν ἀδίκημα τὸ μὴ παραγενέσθαι ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ, νόμος ἂν ἔκειτο περὶ αὐτοῦ διαρρήδην, ὥσπερ καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἀδικημάτων. οὐ γὰρ οἴεται ὑμᾶς γνώσεσθαι ὅτι διὰ τὸ μέγεθος τοῦ ἀδικήματος οὐδεὶς περὶ αὐτοῦ ἐγράφη νόμος. τίς γὰρ ἄν ποτε ῥήτωρ ἐνεθυμήθη ἢ νομοθέτης ἤλπισεν ἁμαρτήσεσθαί τινα τῶν πολιτῶν τοσαύτην ἁμαρτίαν; [28] οὐ γὰρ ἂν δήπου, εἰ μέν τις λίποι τὴν τάξιν μὴ αὐτῆς τῆς πόλεως ἐν κινδύνῳ οὔσης ἀλλ᾽ ἑτέρους εἰς τοῦτο καθιστάσης, ἐτέθη νόμος ὡς μεγάλα ἀδικοῦντος, εἰ δέ τις αὐτῆς τῆς πόλεως ἐν κινδύνῳ οὔσης λίποι τὴν πόλιν αὐτήν, οὐκ ἂν ἄρα ἐτέθη. <ἦ> σφόδρα γ᾽ ἄν, εἴ τις ᾠήθη τινὰ τῶν πολιτῶν ἁμαρτήσεσθαί τι τοιοῦτόν ποτε. [29] τίς δ᾽ οὐκ ἂν εἰκότως ἐπιτιμήσειεν ὑμῖν, εἰ τοὺς μετοίκους μέν, ὅτι οὐ κατὰ τὸ προσῆκον ἑαυτοῖς ἐβοήθησαν τῷ δήμῳ, ἐτιμήσατε ἀξίως τῆς πόλεως, τοῦτον δέ, ὅτι παρὰ τὸ προσῆκον ἑαυτῷ προὔδωκε τὴν πόλιν, μὴ κολάσετε, εἰ μή γε ἄλλῳ τινὶ μείζονι, τῇ γε παρούσῃ ἀτιμίᾳ; [30] ἀναμνήσθητε δὲ δι᾽ ὅ τι ποτὲ τοὺς ἀγαθοὺς ἄνδρας γενομένους περὶ τὴν πόλιν τιμᾶτε καὶ τοὺς κακοὺς ἀτιμάζετε. ἐδείχθη γὰρ ἀμφότερα ταῦτα οὐ τῶν γεγενημένων μᾶλλόν τι ἕνεκα ἢ τῶν γενησομένων, ἵν᾽ ἀγαθοὶ προθυμῶνται γίγνεσθαι ἐκ παρασκευῆς, κακοὶ δὲ μηδὲ ἐξ ἑνὸς τρόπου ἐπιχειρῶσιν.
Νεοελληνική απόδοση 🗣️
[27] Πληροφορούμαι ότι αυτός λέει πως, αν ήταν κάποιο αδίκημα το να μην παρευρεθεί κανείς σ' εκείνη την κρίσιμη περίσταση, θα είχε θεσπιστεί ρητά νόμος γι' αυτό, όπως ακριβώς και για τα άλλα αδικήματα. Γιατί δεν φαντάζεται ότι εσείς θα κρίνετε πως εξαιτίας του μεγέθους του αδικήματος δεν γράφτηκε κανένας νόμος γι' αυτό. Διότι ποιος ρήτορας θα το είχε ποτέ σκεφτεί ή ποιος νομοθέτης θα περίμενε ότι κάποιος από τους πολίτες θα διέπραττε τόσο μεγάλο σφάλμα;
[28] Γιατί δεν θα ήταν, υποθέτω, δυνατόν: αν κάποιος εγκαταλείψει τη θέση του στη μάχη, όχι όταν η ίδια η πόλη βρίσκεται σε κίνδυνο, αλλά όταν αυτή θέτει άλλους σ' αυτή την κατάσταση, να έχει θεσπιστεί νόμος με το σκεπτικό ότι διαπράττει μεγάλα αδικήματα, ενώ αν κάποιος, όταν η ίδια η πόλη βρίσκεται σε κίνδυνο, εγκαταλείψει την ίδια την πόλη, να μην έχει τότε θεσπιστεί. Πράγματι, οπωσδήποτε θα είχε θεσπιστεί, αν κάποιος φανταζόταν ότι θα διέπραττε ποτέ κάποιος από τους πολίτες τέτοιο σφάλμα.
[29] Και ποιος δεν θα σας κατηγορούσε δικαιολογημένα, αν τους μετοίκους μεν, επειδή βοήθησαν τον δήμο πέρα από ό,τι τους άρμοζε, τους τιμήσατε αντάξια της πόλης, ενώ αυτόν εδώ, επειδή αντίθετα προς ό,τι του άρμοζε πρόδωσε την πόλη, δεν τον τιμωρήσετε — αν όχι με κάποια άλλη βαρύτερη ποινή, τουλάχιστον με τη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων που έχετε στη διάθεσή σας τώρα;
[30] Θυμηθείτε λοιπόν για ποιον ακριβώς λόγο τιμάτε τους άνδρες που υπήρξαν αγαθοί απέναντι στην πόλη και ατιμάζετε τους κακούς. Γιατί αποδείχθηκε ότι και τα δύο αυτά γίνονται όχι τόσο για όσα έχουν ήδη συμβεί όσο για όσα πρόκειται να συμβούν, ώστε οι αγαθοί να προθυμοποιούνται να γίνονται τέτοιοι από προμελέτη, ενώ οι κακοί να μην επιχειρούν με κανέναν τρόπο (να βλάψουν την πόλη).
Ερμηνευτική προσέγγιση 🔍
Δύο αντίθετες αναγνώσεις του ίδιου νομοθετικού κενού (§ 27)
Το ενδιαφέρον αυτής της παραγράφου είναι ότι κατήγορος και κατηγορούμενος συμφωνούν απόλυτα στο γεγονός — δεν υπάρχει νόμος για τη συγκεκριμένη πράξη — αλλά το ερμηνεύουν με διαμετρικά αντίθετο τρόπο.
Ο Φίλων χτίζει έναν καθαρά παραγωγικό συλλογισμό:
- Για όλα τα αδικήματα έχουν γραφτεί νόμοι.
- Για την απουσία μου τον καιρό εκείνο δεν έχει γραφτεί νόμος.
- Άρα η απουσία μου δεν αποτελεί αδίκημα.
Τυπικά ο συλλογισμός στέκει. Ο κατήγορος όμως δεν επιτίθεται στη λογική μορφή του, αλλά υπονομεύει τη μείζονα πρόταση: δεν είναι αλήθεια ότι κάθε αδίκημα έχει προβλεφθεί νομοθετικά. Υπάρχουν πράξεις τόσο ακραίες, ώστε κανείς νομοθέτης δεν τις διανοήθηκε ποτέ. Η ανυπαρξία νόμου, δηλαδή, δεν σημαίνει αθωότητα — σημαίνει το ακριβώς αντίθετο: σημαίνει το ασύλληπτο μέγεθος του αδικήματος.
Ο κατήγορος ενισχύει τη θέση του με μια διπλή ρητορική ερώτηση: τίς γὰρ ἄν ποτε ῥήτωρ ἐνεθυμήθη ἢ νομοθέτης ἤλπισεν...; Η αναφορά και στον ρήτορα (αυτόν που εισηγείται νόμο στην Εκκλησία του Δήμου) και στον νομοθέτη καλύπτει όλο το φάσμα όσων θα μπορούσαν να είχαν προβλέψει την πράξη. Η απάντηση που περιμένει είναι αυτονόητη: κανείς.
Παρατηρήστε επίσης τη διατύπωση οὐ γὰρ οἴεται ὑμᾶς γνώσεσθαι. Ο κατήγορος δεν λέει απλώς «ο Φίλων κάνει λάθος»· λέει ότι ο Φίλων υποτιμά τη νοημοσύνη των βουλευτών, θεωρεί ότι δεν θα καταλάβουν το προφανές. Είναι έμμεση προσβολή του δικαστηρίου εκ μέρους του αντιδίκου, κατασκευασμένη από τον κατήγορο για να στρέψει το σώμα εναντίον του.
Η τεχνική με την οποία ο ρήτορας προλαμβάνει και ανασκευάζει εκ των προτέρων ένα επιχείρημα του αντιπάλου, πριν καν εκείνος προλάβει να το εκφωνήσει, λέγεται προκατάληψις (ή προληπτική ανασκευή). Το Ἀκούω δ᾽ αὐτὸν λέγειν ὡς... είναι η κλασική εισαγωγική της φόρμουλα. Το πλεονέκτημα είναι διπλό: ο κατήγορος παρουσιάζει το επιχείρημα του αντιπάλου με δικά του λόγια (άρα στην πιο αδύναμη εκδοχή του) και το γκρεμίζει προτού αυτό προλάβει να κάνει εντύπωση στους δικαστές.
Το επιχείρημα «από το έλασσον προς το μείζον» (§ 28)
Εδώ ο κατήγορος αίρει την φαινομενική αντίφαση που θα δημιουργούσε το επιχείρημα του Φίλωνα, με ένα κλασικό σχήμα a fortiori (από το μικρότερο στο μεγαλύτερο).
Η σύγκριση είναι δομημένη σε τέλεια συμμετρία:
| Περίπτωση | Συνθήκες | Πράξη | Νόμος; |
|---|---|---|---|
| Λιποταξία | Η πόλη δεν κινδυνεύει — εκείνη θέτει άλλους σε κίνδυνο | Εγκατάλειψη θέσης στη μάχη | Υπάρχει ✔ |
| Φίλων | Η ίδια η πόλη κινδυνεύει | Εγκατάλειψη της ίδιας της πόλης | Δεν υπάρχει ✘ |
Το επιχείρημα είναι αδιάσειστο: αν το μικρότερο αδίκημα (λιποταξία σε επιθετικό πόλεμο, όπου η Αθήνα είναι αυτή που απειλεί) έχει νόμο, πώς είναι δυνατόν να μην έχει το μεγαλύτερο (εγκατάλειψη της πόλης όταν αυτή κινδυνεύει);
Η απάντηση του κατηγόρου δίνεται με το εμφατικό <ἦ> σφόδρα γ᾽ ἄν — μια ελλειπτική διατύπωση όπου εννοείται το ἐτίθετο νόμος: «οπωσδήποτε βέβαια θα είχε θεσπιστεί νόμος», αρκεί να είχε φανταστεί κανείς ότι υπάρχει Αθηναίος ικανός για κάτι τέτοιο. Η έλλειψη του ρήματος κάνει τη φράση κοφτή, σχεδόν αγανακτισμένη — αποδίδει τον τόνο ενός ανθρώπου που θεωρεί το πράγμα αυταπόδεικτο.
Έτσι η λογική κλείνει: το νομοθετικό κενό δεν είναι κενό προστασίας, είναι κενό φαντασίας. Ο Αθηναίος νομοθέτης δεν φαντάστηκε ποτέ πολίτη τόσο ξένο προς την πόλη του.
Η λιποταξία (λιποταξίου γραφή) και η αστρατεία ήταν στην Αθήνα από τα βαρύτερα αδικήματα, με ποινή την ἀτιμίαν: ο καταδικασμένος έχανε τα πολιτικά του δικαιώματα, δεν μπορούσε να μιλήσει στην Εκκλησία, να ασκήσει αξίωμα, να μπει σε ιερά ή στην αγορά. Ακριβώς αυτή την ποινή ζητά ο κατήγορος και για τον Φίλωνα — μια ποινή που στην περίπτωση της δοκιμασίας επέρχεται σχεδόν αυτόματα, αφού η απόρριψη σημαίνει αποκλεισμό από το βουλευτικό αξίωμα.
Το ισχυρότερο επιχείρημα: μέτοικοι εναντίον Φίλωνα (§ 29)
Αυτή είναι, ρητορικά, η κορυφή της ενότητας. Το επιχείρημα στηρίζεται στην αντίθεση ανάμεσα στη συμπεριφορά των μετοίκων και του Φίλωνα απέναντι στην πόλη, και η δύναμή του βρίσκεται στο ότι η αντίθεση χτίζεται σε τρία επίπεδα ταυτόχρονα:
- Στην πράξη: ἐβοήθησαν ↔ προὔδωκε (βοήθησαν ↔ πρόδωσε)
- Στο καθήκον: οὐ κατὰ τὸ προσῆκον ↔ παρὰ τὸ προσῆκον (πάνω από το καθήκον ↔ αντίθετα προς το καθήκον)
- Στη μεταχείριση από τη Βουλή: ἐτιμήσατε ↔ μὴ κολάσετε (τιμήσατε ↔ δεν τιμωρείτε)
Το καθοριστικό στοιχείο είναι η διαφορετική κοινωνική ιδιότητα των δύο μερών. Οι μέτοικοι ήταν ξένοι κάτοικοι της Αττικής: πλήρωναν φόρο, υπηρετούσαν στον στρατό, αλλά δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα και επομένως καμία υποχρέωση να θυσιαστούν για μια δημοκρατία που δεν τους ανήκε. Παρ' όλα αυτά, πολέμησαν στο πλευρό των δημοκρατικών. Ο Φίλων, αντίθετα, ήταν Αθηναίος πολίτης — είχε τα πλήρη δικαιώματα και άρα και τις πλήρεις υποχρεώσεις. Κι όμως έφυγε.
Το συμπέρασμα προκύπτει μόνο του, και είναι συντριπτικό: αυτοί που δεν όφειλαν έδωσαν τα πάντα· αυτός που όφειλε δεν έδωσε τίποτα.
Αλλά ο κατήγορος δεν σταματά εκεί. Στρέφει το επιχείρημα προς τους ίδιους τους κριτές: τίς δ᾽ οὐκ ἂν εἰκότως ἐπιτιμήσειεν ὑμῖν; — «ποιος δεν θα σας κατηγορούσε δικαιολογημένα;». Αν η Βουλή τιμήσει τους μετοίκους και συγχρόνως αφήσει ατιμώρητο τον Φίλωνα, τότε η ίδια η Βουλή θα εμφανιστεί αντιφατική και θα εκτεθεί στην κριτική. Το βάρος μετατοπίζεται από τον κατηγορούμενο στους δικαστές: δεν κρίνεται πια μόνο ο Φίλων — κρίνεται η συνέπεια της Βουλής.
Σημειώστε και τη ρητορική διαβάθμιση στο τέλος: εἰ μή γε ἄλλῳ τινὶ μείζονι, τῇ γε παρούσῃ ἀτιμίᾳ. Ο κατήγορος δείχνει μετριοπάθεια: δεν ζητά τη μέγιστη ποινή, ζητά «τουλάχιστον» αυτήν που έτσι κι αλλιώς είναι διαθέσιμη στη Βουλή, δηλαδή την απόρριψη στη δοκιμασία. Η φαινομενική αυτή αυτοσυγκράτηση τον κάνει να μοιάζει εύλογος και δίκαιος, ενώ στην πραγματικότητα διευκολύνει την απόφαση: το αίτημά του είναι το ελάχιστο δυνατό, άρα δύσκολα απορρίπτεται.
Όταν ο Θρασύβουλος κατέλαβε τη Φυλή και ξεκίνησε την αντίσταση κατά των Τριάκοντα, πολλοί μέτοικοι — ξένοι εγκατεστημένοι στην Αθήνα, χωρίς πολιτικά δικαιώματα — πολέμησαν στο πλευρό των δημοκρατικών. Μετά την αποκατάσταση, ο δήμος τους τίμησε: άλλοι πήραν πολιτεία (αθηναϊκή υπηκοότητα), άλλοι ἰσοτέλεια (φορολογική εξίσωση με τους πολίτες). Το ίδιο το σώμα που κρίνει τώρα τον Φίλωνα, δηλαδή, είχε πρόσφατα ψηφίσει αυτές τις τιμές — γι' αυτό και το επιχείρημα του κατηγόρου χτυπά κατευθείαν στη ζωντανή μνήμη των ακροατών του.
Στην ίδια περίοδο συνυπάρχουν δύο διαφορετικοί τύποι αιτιολογικών προτάσεων και συχνά μπερδεύονται:
- εἰ... ἐτιμήσατε → αιτιολογική πρόταση υποθετικής αιτιολογίας (εισάγεται με το εἰ, γιατί η αιτία παρουσιάζεται ως ενδεχόμενο, ως υπόθεση).
- ὅτι... ἐβοήθησαν τῷ δήμῳ → αιτιολογική πρόταση πραγματικής αιτιολογίας (εισάγεται με το ὅτι, γιατί η αιτία είναι γεγονός αναμφισβήτητο).
Ο συνδυασμός δεν είναι τυχαίος: το γεγονός (η βοήθεια των μετοίκων) δίνεται ως βεβαιότητα, ενώ η στάση της Βουλής ως ενδεχόμενο που ο κατήγορος θέλει να αποτρέψει.
Ο παιδευτικός σκοπός τιμών και ποινών (§ 30)
Η ενότητα κλείνει με μια γενική αρχή πολιτικής φιλοσοφίας, την οποία ο κατήγορος ανακαλεί στη μνήμη των βουλευτών (ἀναμνήσθητε).
Γιατί μια πόλη τιμά τους αγαθούς και ατιμάζει τους κακούς; Η αυθόρμητη απάντηση θα ήταν: επειδή έτσι αποδίδεται δικαιοσύνη για ό,τι έγινε. Ο Λυσίας όμως προχωρά βαθύτερα. Οι τιμές και οι ποινές έχουν βέβαια αιτία στα περασμένα (τῶν γεγενημένων), αλλά αυτό που ενδιαφέρει πραγματικά την πολιτεία είναι ο σκοπός τους, που κοιτάζει στα μελλούμενα (τῶν γενησομένων):
- Οι τιμές έχουν προτρεπτική λειτουργία: ωθούν τους πολίτες να γίνονται αγαθοί — και μάλιστα ἐκ παρασκευῆς, δηλαδή από συνειδητή προμελέτη, όχι από τυχαία περίσταση. Η αρετή γίνεται επιλογή, όχι σύμπτωση.
- Οι ποινές έχουν αποτρεπτική λειτουργία: εμποδίζουν τους κακούς να επιχειρήσουν οτιδήποτε μηδὲ ἐξ ἑνὸς τρόπου, με κανέναν απολύτως τρόπο.
Και οι δύο λειτουργίες μαζί συνιστούν τον παιδευτικό ρόλο της δικαιοσύνης. Η ποινή δεν είναι εκδίκηση για το παρελθόν· είναι διαμόρφωση του μέλλοντος.
Το ρητορικό αποτέλεσμα είναι σημαντικό: ο κατήγορος δεν λέει ευθέως στους βουλευτές «καταδικάστε τον». Τους δίνει την αρχή και τους αφήνει να βγάλουν μόνοι τους το συμπέρασμα. Είναι έμμεση υπόδειξη — πολύ πιο αποτελεσματική από μια ωμή απαίτηση, γιατί ο ακροατής νιώθει ότι αποφασίζει ελεύθερα, ενώ στην πραγματικότητα έχει οδηγηθεί.
Η ίδια αντίληψη εμφανίζεται και αλλού στον Λυσία. Στον λόγο Κατά των Σιτοπωλών (19-20) διαβάζουμε: «...αν τους καταδικάσετε (τους σιτοπώλες) σε θάνατο, οι υπόλοιποι θα γίνουν κοσμιότεροι· αν όμως τους αφήσετε ατιμώρητους, θα τους έχετε δώσει το δικαίωμα να κάνουν ό,τι θέλουν. Πρέπει όμως, κύριοι δικαστές, να μην τους τιμωρείτε μόνον για τα περασμένα αλλά και για παραδειγματισμό αυτών που πρόκειται να γίνουν σιτοπώλες.» Η σύμπτωση δείχνει ότι δεν πρόκειται για τέχνασμα της στιγμής, αλλά για σταθερή πεποίθηση του ρήτορα σχετικά με τον ρόλο της δικαστικής απόφασης στην αθηναϊκή πολιτεία.
Ρητορική τεχνική και δομή 🎯
Θέση στη δομή του λόγου
Και οι τέσσερις παράγραφοι ανήκουν στις πίστεις (αποδείξεις). Ειδικότερα:
- §§ 27-28 → ανασκευή (λύσις): αντίκρουση του νομικού επιχειρήματος του αντιδίκου.
- § 29 → κατασκευή: θετική απόδειξη μέσω σύγκρισης.
- § 30 → γενική αρχή που προετοιμάζει τον επίλογο και το τελικό αίτημα.
Παρατηρήστε ότι όλα τα επιχειρήματα εδώ είναι έντεχνες πίστεις: δεν στηρίζονται σε μάρτυρες, νόμους ή έγγραφα, αλλά στη λογική επεξεργασία του ρήτορα. Είναι δηλαδή προϊόν καθαρής ρητορικής τέχνης.
Τα επιχειρήματα με τη σειρά τους
| Παράγραφος | Τύπος επιχειρήματος | Πυρήνας |
|---|---|---|
| § 27 | Ανατροπή του συλλογισμού του αντιδίκου | Η ανυπαρξία νόμου δείχνει το μέγεθος, όχι την ανυπαρξία του αδικήματος |
| § 28 | A fortiori (από το έλασσον στο μείζον) | Αν τιμωρείται η λιποταξία, πολύ περισσότερο η προδοσία της πόλης |
| § 29 | Επιχείρημα εκ της αντιθέσεως / σύγκριση | Μέτοικοι (τιμήθηκαν) ↔ Φίλων (ατιμώρητος) |
| § 30 | Επιχείρημα από το συμφέρον της πόλης | Η ποινή είναι παιδευτική, όχι εκδικητική |
Σχήματα λόγου
- Ρητορικές ερωτήσεις — τίς γὰρ ἄν ποτε ῥήτωρ ἐνεθυμήθη...; (§ 27), τίς δ᾽ οὐκ ἂν εἰκότως ἐπιτιμήσειεν ὑμῖν...; (§ 29). Δεν ζητούν απάντηση: την επιβάλλουν, κάνοντας τον ακροατή συνένοχο στο συμπέρασμα.
- Αντίθεση — το κυρίαρχο σχήμα ολόκληρης της ενότητας: μὴ αὐτῆς τῆς πόλεως ἐν κινδύνῳ οὔσης ↔ αὐτῆς τῆς πόλεως ἐν κινδύνῳ οὔσης, τοὺς μετοίκους μέν ↔ τοῦτον δέ, ἐβοήθησαν ↔ προὔδωκε, τοὺς ἀγαθούς ↔ τοὺς κακούς, τῶν γεγενημένων ↔ τῶν γενησομένων.
- Παρήχηση και παρονομασία — ἁμαρτήσεσθαί τινα... ἁμαρτίαν (§ 27), λίποι τὴν τάξιν... λίποι τὴν πόλιν (§ 28). Η επανάληψη της ρίζας εντυπώνει τη σύγκριση στη μνήμη.
- Έλλειψη — <ἦ> σφόδρα γ᾽ ἄν (§ 28), όπου το ρήμα ἐτίθετο νόμος παραλείπεται. Δίνει ζωντάνια και προφορικότητα.
- Πολυσύνδετο και ισοκωλία — η συμμετρική δόμηση των αντιθετικών ζευγών της § 29 (ὅτι... ἐβοήθησαν / ὅτι... προὔδωκε) δημιουργεί ρυθμό που κάνει την αντίθεση ακουστικά αισθητή.
Ήθος και πάθος
Ο κατήγορος διατηρεί σε όλη την ενότητα το ήθος του μετρημένου πολίτη: δεν υβρίζει, δεν αφηγείται νέα σκάνδαλα, δεν ζητά τη μέγιστη ποινή. Επιχειρηματολογεί ψυχρά, με νομική και λογική συνέπεια. Ταυτόχρονα όμως ενεργοποιεί το πάθος των βουλευτών με δύο τρόπους: με την υπενθύμιση της θυσίας των μετοίκων (αίσθημα ευγνωμοσύνης και ντροπής) και με τον φόβο της δημόσιας κατακραυγής αν φανούν αντιφατικοί (τίς δ᾽ οὐκ ἂν... ἐπιτιμήσειεν ὑμῖν;).
- Ο παραγωγικός συλλογισμός του Φίλωνα και ο τρόπος που ο κατήγορος τον ανατρέπει (§ 27) — να τον ξέρετε και στα τρία του βήματα.
- Το σχήμα από το έλασσον στο μείζον στην § 28 και η άρση της φαινομενικής αντίφασης.
- Η τριπλή αντίθεση μετοίκων-Φίλωνα (§ 29) και η σημασία της διαφορετικής κοινωνικής ιδιότητας.
- Η προτρεπτική / αποτρεπτική λειτουργία τιμών και ποινών (§ 30) και ο παιδευτικός χαρακτήρας της δικαιοσύνης.
- Οι συντακτικοί όροι: μετοχή απόλυτη χρονικοϋποθετική (οὔσης), γενική της αξίας (τῆς πόλεως), δοτική του τρόπου (ἀτιμίᾳ), αττική σύνταξη (ἐδείχθη... ἀμφότερα ταῦτα), αναστροφή προθέσεως (τῶν γεγενημένων ἕνεκα).