Κατὰ Φίλωνος δοκιμασίας — §§ 13-14 📜
Βρισκόμαστε στο τμήμα των πίστεων (αποδείξεων) του λόγου. Ο κατήγορος έχει ήδη στοιχειοθετήσει ότι ο Φίλων, την ώρα που η Αθήνα σπαρασσόταν από τον εμφύλιο των Τριάκοντα, δεν τάχθηκε με κανένα από τα δύο στρατόπεδα: ούτε έμεινε στο ἄστυ με τους ολιγαρχικούς ούτε κατέβηκε στον Πειραιά με τους δημοκρατικούς. Αποτραβήχτηκε στον Ὠρωπό και περίμενε να δει ποιος θα νικήσει.
Εδώ ο ρήτορας κάνει μια έξυπνη ρητορική κίνηση. Απευθύνεται στον φόβο του πολιτικού κόστους: η Βουλή ίσως διστάζει να απορρίψει τον Φίλωνα μήπως δυσαρεστήσει κάποια πολιτική μερίδα. Ο κατήγορος τούς καθησυχάζει — η αποδοκιμασία του Φίλωνα δεν πρόκειται να θίξει κανέναν, ακριβώς επειδή ο Φίλων δεν ανήκει σε κανέναν. Η ουδετερότητά του, που ίσως φάνταζε ασφάλεια, γίνεται τώρα το μεγαλύτερο βάρος της κατηγορίας. 🎯
Πριν αναλάβει καθήκοντα, κάθε κληρωμένος βουλευτής περνούσε από δοκιμασία ενώπιον της απερχόμενης Βουλής των Πεντακοσίων. Δεν ήταν εξέταση γνώσεων αλλά έλεγχος ήθους και πολιτικής αξιοπιστίας: ελεγχόταν η καταγωγή, η στάση απέναντι στους γονείς, η εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεων και — μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 403 π.Χ. — κυρίως η στάση κατά τη διάρκεια της τυραννίας των Τριάκοντα. Οποιοσδήποτε πολίτης μπορούσε να παρουσιαστεί και να υποβάλει κατηγορία εναντίον του υποψηφίου. Αυτόν ακριβώς τον ρόλο έχει ο ομιλητής μας.
Το κείμενο ✍️
[13] ἀλλὰ μὴν οὐδ᾽ ἀπεχθήσεσθέ γε τῶν πολιτῶν οὐδενὶ τοῦτον ἀποδοκιμάσαντες, <ὃς> οὔ τι τοὺς ἑτέρους ἀλλ᾽ ἀμφοτέρους φανερός ἐστι προδούς, ὥστε μήτε τοῖς ἐν τῷ ἄστει γενομένοις φίλον προσήκειν εἶναι τοῦτον (οὐ γὰρ ἠξίωσεν ὡς αὐτοὺς ἐλθεῖν κινδυνεύοντας), μήτε τοῖς τὸν Πειραιᾶ καταλαβοῦσιν· οὐδὲ γὰρ τούτοις ἠθέλησε συγκατελθεῖν, φυγὰς καὶ ταῦτα καὶ αὐτὸς γενόμενος. [14] εἰ μέντοι τι μέρος περίεστι τῶν πολιτῶν ὅ τι τῶν αὐτῶν μετέσχε τούτῳ πραγμάτων, μετ᾽ ἐκείνων, ἐάν ποτε (ὃ μὴ γένοιτο) λάβωσι τὴν πόλιν, βουλεύειν ἀξιούτω. Ὡς οὖν ᾤκει τε ἐν Ὠρωπῷ ἐπὶ προστάτου καὶ ἐκέκτητο ἱκανὴν οὐσίαν καὶ οὔτ᾽ ἐν τῷ Πειραιεῖ οὔτ᾽ ἐν τῷ ἄστει ἔθετο τὰ ὅπλα, ἵνα εἰδῆτε ὅτι ταῦτα πρῶτον ἀληθῆ λέγω, ἀκούσατε τῶν μαρτύρων.
Η αναφορική αντωνυμία ὃς παραδίδεται μέσα σε οξείες αγκύλες. Αυτό είναι σύμβαση των εκδοτών των αρχαίων κειμένων και σημαίνει ότι η λέξη δεν σώζεται στα χειρόγραφα, αλλά έχει προστεθεί από τον εκδότη ως αναγκαία συμπλήρωση (λατινικά: addendum).
Γιατί χρειάζεται; Χωρίς αυτήν, η πρόταση «οὔ τι τοὺς ἑτέρους ἀλλ᾽ ἀμφοτέρους φανερός ἐστι προδούς» μένει ασύνδετη με το προηγούμενο «τοῦτον». Το ὃς την καθιστά αναφορική πρόταση που προσδιορίζει τον Φίλωνα και δικαιολογεί την αποδοκιμασία του: «αυτόν εδώ, ο οποίος είναι φανερό ότι πρόδωσε...».
Θυμήσου τη διάκριση: οι οξείες αγκύλες δηλώνουν προσθήκη του εκδότη σε χάσμα του κειμένου, ενώ οι τετράγωνες αγκύλες στις κριτικές εκδόσεις δηλώνουν λέξη που ο εκδότης θεωρεί νόθα και αθετεί. Στο σχολικό μας κείμενο οι τετράγωνες αγκύλες [13], [14] έχουν διαφορετική χρήση: δηλώνουν απλώς την αρίθμηση των παραγράφων.
Η αποδοκιμασία του Φίλωνα δεν θα δυσαρεστήσει καμμιά πολιτική μερίδα.
Κράτησέ τον: συμπυκνώνει το επιχείρημα ολόκληρης της παραγράφου 13 και εξηγεί γιατί ο ρήτορας επιμένει τόσο στο σχήμα «οὔ τι τοὺς ἑτέρους ἀλλ᾽ ἀμφοτέρους».
Νεοελληνική απόδοση 🗣️
[13] Αλλ' όμως ούτε και θα γίνετε μισητοί σε κανέναν από τους πολίτες, αν απορρίψετε αυτόν εδώ, ο οποίος είναι φανερό ότι πρόδωσε όχι απλώς τη μία μερίδα αλλά και τις δύο· ώστε ούτε σ' εκείνους που έμειναν στην πόλη ταιριάζει να είναι φίλος αυτός (γιατί δεν καταδέχτηκε να πάει κοντά τους την ώρα που κινδύνευαν), ούτε σ' εκείνους που κατέλαβαν τον Πειραιά· γιατί ούτε και μ' αυτούς θέλησε να κατέβει μαζί τους στην πόλη, και μάλιστα ενώ κι ο ίδιος ήταν εξόριστος.
[14] Αν όμως απομένει κάποια μερίδα πολιτών που να έχει πάρει μέρος στις ίδιες υποθέσεις μ' αυτόν εδώ, ας αξιώνει να γίνει βουλευτής μαζί μ' εκείνους, αν κάποτε — που να μη γίνει ποτέ! — καταλάβουν την πόλη.
Για να μάθετε λοιπόν ότι αυτά που λέω είναι πρώτα απ' όλα αληθινά — ότι δηλαδή ζούσε στον Ωρωπό υπό την προστασία κάποιου προστάτη, ότι είχε αποκτήσει αρκετή περιουσία και ότι ούτε στον Πειραιά ούτε στην πόλη πήρε τα όπλα — ακούστε τους μάρτυρες.
Ερμηνευτική προσέγγιση 🔍
«ἀλλὰ μὴν οὐδ᾽ ἀπεχθήσεσθε... τοῦτον ἀποδοκιμάσαντες» — η άρση του πολιτικού φόβου ⚖️
Ο κατήγορος αγγίζει εδώ ένα πολύ πραγματικό ζήτημα. Η Αθήνα του 403/402 π.Χ. μόλις έχει βγει από εμφύλιο πόλεμο και ζει υπό το καθεστώς της αμνηστίας. Οι βουλευτές είναι επιφυλακτικοί: κάθε απόφαση που φαίνεται να τιμωρεί κάποιον για την πολιτική του τοποθέτηση κινδυνεύει να ξαναρχίσει τις έχθρες. Ο ρήτορας το ξέρει και προλαβαίνει την αντίρρηση πριν καν διατυπωθεί.
Το επιχείρημά του είναι απλό και συντριπτικό: δεν υπάρχει καμία μερίδα να δυσαρεστηθεί. Όποιον κι αν αποδοκιμάσει η Βουλή, κάποιος συνήθως θίγεται — ένας ολιγαρχικός έχει ολιγαρχικούς φίλους, ένας δημοκρατικός έχει δημοκρατικούς. Ο Φίλων όμως δεν έχει κανέναν. Η αποδοκιμασία του είναι, με άλλα λόγια, πολιτικά ανώδυνη. Ο ρήτορας μετατρέπει έτσι έναν ενδεχόμενο δισταγμό των βουλευτών σε λόγο άνεσης: μπορείτε να τον καταδικάσετε χωρίς κόστος.
Πρόσεξε τη λεπτή διατύπωση: το ρήμα βρίσκεται σε παθητική φωνή (ἀπεχθήσεσθε, «θα γίνετε μισητοί») και το πρόσωπο που θα σας μισούσε δίνεται σε δοτική του ποιητικού αιτίου (οὐδενί). Ο ρήτορας δηλαδή δεν λέει «δεν θα κάνετε κακό σε κανέναν», αλλά «κανείς δεν θα σας μισήσει» — μιλάει κατευθείαν στο συμφέρον και στην ασφάλεια των δικαστών του.
«<ὃς> οὔ τι τοὺς ἑτέρους ἀλλ᾽ ἀμφοτέρους φανερός ἐστι προδούς» — η διπλή προδοσία ⚔️
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της κατηγορίας και συνάμα η ωραιότερη ρητορική στιγμή της ενότητας. Ο κατήγορος δεν λέει ότι ο Φίλων διάλεξε λάθος πλευρά — λέει ότι δεν διάλεξε καμία, και ότι αυτό ισοδυναμεί με προδοσία και των δύο.
Η αναφορική πρόταση που εισάγεται με το συμπληρωμένο ὃς δεν είναι απλή περιγραφή. Λειτουργεί αιτιολογικά: η Βουλή δεν θα δυσαρεστήσει κανέναν επειδή ακριβώς αυτός ο άνθρωπος πρόδωσε τους πάντες. Η αναφορική δηλαδή κουβαλάει το ίδιο το επιχείρημα, γι' αυτό και η απώλειά της στα χειρόγραφα αφήνει το νόημα μετέωρο.
Η αντίθεση «τοὺς ἑτέρους» (τη μία από τις δύο μερίδες) ↔ «ἀμφοτέρους» (και τις δύο) είναι κλιμακωτή και επιδεινωτική. Ο ακροατής περιμένει να ακούσει «πρόδωσε τους δικούς μας» και ακούει «πρόδωσε τους πάντες». Το μέγεθος του παραπτώματος διπλασιάζεται μέσα σε μία λέξη. Σημαντικό είναι και το φανερός ἐστι προδούς: ο ρήτορας δεν λέει «νομίζω ότι πρόδωσε» αλλά «είναι ολοφάνερο ότι πρόδωσε» — παρουσιάζει την κατηγορία ως κοινό τόπο, ως κάτι που δεν χρειάζεται καν απόδειξη.
Το επιχείρημα αναπτύσσεται στη συνέχεια σε δύο συμμετρικά σκέλη που εισάγονται με το «μήτε... μήτε», καθένα με τη δική του αιτιολόγηση:
- Δεν είναι φίλος όσων έμειναν στο ἄστυ, γιατί «οὐ γὰρ ἠξίωσεν ὡς αὐτοὺς ἐλθεῖν κινδυνεύοντας» — δεν καταδέχτηκε να πάει κοντά τους την ώρα που κινδύνευαν. Το ρήμα «ἠξίωσεν» είναι δηκτικό: υποδηλώνει περιφρόνηση, σαν ο Φίλων να θεώρησε ότι δεν άξιζαν τον κόπο. Η χρονική μετοχή «κινδυνεύοντας» καρφώνει τη στιγμή: όχι οποτεδήποτε, αλλά τότε που κινδύνευαν.
- Δεν είναι φίλος όσων κατέλαβαν τον Πειραιά, γιατί «οὐδὲ γὰρ τούτοις ἠθέλησε συγκατελθεῖν» — ούτε μ' αυτούς θέλησε να κατέβει στην πόλη.
Και τότε έρχεται η μαχαιριά: «φυγὰς καὶ ταῦτα καὶ αὐτὸς γενόμενος» — και μάλιστα ενώ ήταν κι ο ίδιος εξόριστος. Αυτή η φράση αχρηστεύει την πιθανή απολογία του Φίλωνα. Θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι δεν είχε λόγο να συμπαραταχθεί με τους δημοκρατικούς του Πειραιά. Όχι, απαντά ο κατήγορος: είχε τον ίδιο ακριβώς λόγο μ' εκείνους, αφού μοιραζόταν την ίδια μοίρα της εξορίας. Δεν του έλειπε το κίνητρο· του έλειπε η θέληση. Το «ἠθέλησε» το τονίζει: ήταν συνειδητή επιλογή, όχι αδυναμία.
Στην αρχαία Αθήνα η αποχή από τον εμφύλιο δεν ήταν αρετή αλλά αδίκημα. Υπήρχε νόμος αποδιδόμενος στον Σόλωνα που ατίμωνε όποιον σε στάση δεν έπαιρνε θέση με κάποια από τις δύο παρατάξεις.
Αυτό είναι το κλειδί για να καταλάβεις όλη την ενότητα: αυτό που εμείς σήμερα ίσως θεωρούσαμε σύνεση ή μετριοπάθεια, ο Αθηναίος το έβλεπε ως έλλειψη πολιτικού ήθους και εγκατάλειψη της πόλης στην ώρα της ανάγκης. Ο ρήτορας δεν χρειάζεται καν να το εξηγήσει — το ακροατήριό του το θεωρεί αυτονόητο.
«εἰ μέντοι... βουλεύειν ἀξιούτω» — η ειρωνεία της ανύπαρκτης Βουλής 😏
Η παράγραφος 14 ανοίγει με μια από τις πιο δηκτικές ειρωνείες του λόγου. Ο κατήγορος υποθέτει: αν υπάρχει κάποια μερίδα πολιτών που έκανε ό,τι ακριβώς κι ο Φίλων, ας ζητήσει να γίνει βουλευτής μαζί μ' εκείνους — όταν εκείνοι καταλάβουν την πόλη.
Το επιχείρημα είναι ταυτόχρονα ειρωνικό και ρεαλιστικό. Ειρωνικό, γιατί μια τέτοια μερίδα δεν υπάρχει: ο Φίλων απομονώθηκε μόνος του, δεν ανήκε σε καμία ομάδα. Ρεαλιστικό, γιατί θέτει με ακρίβεια το πραγματικό ζήτημα: η αξίωση του Φίλωνα να επικυρωθεί η εκλογή του από αυτή τη Βουλή είναι ασυμβίβαστη με το ήθος των βουλευτών της. Οι άνθρωποι που κάθονται απέναντί του πολέμησαν, κινδύνευσαν, πήραν θέση. Ο Φίλων δεν έχει καμία ηθική κοινότητα μαζί τους.
Μόνο μια υποθετική Βουλή της ίδιας νοοτροπίας με τον Φίλωνα θα μπορούσε να ικανοποιήσει το αίτημά του — μια Βουλή από ανθρώπους που κι εκείνοι πρόδωσαν και τις δύο πλευρές. Και μια τέτοια Βουλή θα προϋπέθετε νέα κατάληψη της πόλης, δηλαδή νέο εμφύλιο.
Γι' αυτό ακριβώς ο ρήτορας παρεμβάλλει την ευχή «ὃ μὴ γένοιτο» — «που να μη γίνει ποτέ». Συντακτικά πρόκειται για αναφορική παρενθετική πρόταση εκφερόμενη με ευχετική ευκτική, δηλαδή για μια ευχή που διακόπτει τη ροή του λόγου. Είναι μια διαχρονική έκφραση αποτροπής, από αυτές που έχουν επιβιώσει στη γλώσσα ως τις μέρες μας. Η λειτουργία της είναι διπλή: αφενός απομακρύνει τον οιωνό ενός νέου εμφυλίου, αφετέρου — και κυρίως — ταυτίζει τη νομιμοποίηση του Φίλωνα με τη μεγαλύτερη συμφορά που μπορεί να φανταστεί ο Αθηναίος. Το να γίνει βουλευτής ο Φίλων και το να ξαναπέσει η πόλη σε ξένα χέρια τοποθετούνται στο ίδιο επίπεδο. 💡
Η προστακτική «ἀξιούτω» (γ' πρόσωπο, «ας αξιώνει») ενισχύει την αποστασιοποίηση: ο ρήτορας δεν απευθύνεται στον Φίλωνα, μιλάει γι' αυτόν στους βουλευτές, σαν να μην αξίζει καν την προσφώνηση.
«ᾤκει ἐν Ὠρωπῷ ἐπὶ προστάτου» — η τριπλή κατηγορία 🏛️
Πριν καλέσει τους μάρτυρες, ο κατήγορος συνοψίζει σε τρία σημεία όσα θα αποδειχθούν:
- «ᾤκει ἐν Ὠρωπῷ ἐπὶ προστάτου» — κατοικούσε στον Ωρωπό υπό προστάτη. Ο Ωρωπός ήταν μεθοριακή περιοχή ανάμεσα στην Αττική και τη Βοιωτία, δηλαδή έξω από την πόλη, σε ασφαλή απόσταση από τη σύγκρουση. Το «ἐπὶ προστάτου» δηλώνει τη θέση του μετοίκου: ο Φίλων ζούσε σαν ξένος, εξαρτημένος από προστάτη. Είναι μια εικόνα εθελούσιας απόσυρσης από την ιδιότητα του πολίτη.
- «ἐκέκτητο ἱκανὴν οὐσίαν» — είχε αποκτήσει αρκετή περιουσία. Το σημείο είναι καίριο, γιατί αχρηστεύει το πιθανό επιχείρημα της ένδειας. Ο Φίλων είχε τα μέσα να συνεισφέρει στον αγώνα της πόλης· δεν το έκανε. Η ευπορία μετατρέπει την αποχή από ανάγκη σε επιλογή.
- «οὔτ᾽ ἐν τῷ Πειραιεῖ οὔτ᾽ ἐν τῷ ἄστει ἔθετο τὰ ὅπλα» — ούτε στον Πειραιά ούτε στην πόλη πήρε τα όπλα. Η έκφραση «τίθεμαι τὰ ὅπλα» σημαίνει «λαμβάνω τα όπλα, πολεμώ», δηλώνει δηλαδή ένταξη σε στράτευμα. Η επανάληψη του διπλού αρνητικού σχήματος επαναφέρει το κεντρικό μοτίβο της ενότητας και το σφραγίζει.
Πρόσεξε τη σύνταξη: οι τρεις ειδικές προτάσεις που εισάγονται με το «ὡς» λειτουργούν ως αντικείμενα του ἀκούσατε και προτάσσονται — μπαίνουν, δηλαδή, πριν από το ρήμα που τις εξαρτά. Δεν είναι τυχαίο. Ο ρήτορας θέλει οι τρεις κατηγορίες να έχουν ήδη ηχήσει στα αυτιά των βουλευτών πριν αυτοί στραφούν προς τους μάρτυρες. Η μαρτυρία που ακολουθεί δεν θα αποκαλύψει κάτι νέο· θα επιβεβαιώσει κάτι που έχει ήδη εντυπωθεί. 🎯
«ἀκούσατε τῶν μαρτύρων» — η μετάβαση στην απόδειξη 📋
Η κλήση των μαρτύρων ήταν απαραίτητη διαδικαστικά, ώστε να επιβεβαιωθεί η αλήθεια των ισχυρισμών του κατηγόρου. Στον αθηναϊκό δικανικό λόγο ο ρήτορας δεν αρκείται στην επιχειρηματολογία: πρέπει να στηρίξει τα γεγονότα με μαρτυρικές καταθέσεις.
Έχει σημασία και η τοποθέτηση: ο ρήτορας καλεί τους μάρτυρες αφού πρώτα έχει χτίσει το ηθικό επιχείρημα. Οι βουλευτές δεν ακούν στεγνά στοιχεία — ακούν στοιχεία που έχουν ήδη ερμηνευτεί γι' αυτούς. Η φράση «ἵνα εἰδῆτε ὅτι ταῦτα πρῶτον ἀληθῆ λέγω» λειτουργεί επίσης ως έμμεση αυτοσύσταση ήθους: ο κατήγορος παρουσιάζεται ως άνθρωπος που δεν φοβάται τον έλεγχο, που καλεί ο ίδιος αποδείξεις για όσα λέει. Το «πρῶτον» μάλιστα υπόσχεται και συνέχεια: αυτά είναι μόνο τα πρώτα από όσα θα αποδειχθούν.
Ο Ωρωπός βρισκόταν στα βορειοανατολικά σύνορα της Αττικής με τη Βοιωτία και άλλαζε συχνά χέρια μεταξύ Αθηναίων, Θηβαίων και Ερετριέων. Την εποχή των Τριάκοντα ήταν ένα ιδανικό καταφύγιο: αρκετά κοντά ώστε να παρακολουθεί κανείς τις εξελίξεις στην Αθήνα, αρκετά μακριά ώστε να μη χρειάζεται να πάρει θέση.
Οι δημοκρατικοί εξόριστοι, αντίθετα, συγκεντρώθηκαν στη Φυλή με τον Θρασύβουλο και από εκεί κατέλαβαν τον Πειραιά, νικώντας τελικά τους Τριάκοντα στη μάχη της Μουνιχίας. Η επιλογή του Φίλωνα να μείνει στον Ωρωπό αντί να πάει στη Φυλή είναι ακριβώς αυτό που ο κατήγορος του καταλογίζει.
Ρητορική τεχνική και δομή 🎯
Θέση στον λόγο
Οι §§ 13-14 ανήκουν στις πίστεις και συγκεκριμένα κλείνουν το πρώτο μεγάλο επιχειρηματολογικό μπλοκ, καταλήγοντας στην κλήση μαρτύρων. Η δομή είναι κλασική: επιχείρημα → ανασκευή πιθανής αντίρρησης → σύνοψη → απόδειξη.
Τα ρητορικά μέσα
| Τεχνική | Πού εμφανίζεται | Τι πετυχαίνει |
|---|---|---|
| Πρόληψη (προκαταβολική άρση αντίρρησης) | «οὐδ᾽ ἀπεχθήσεσθέ γε... οὐδενί» | Εξουδετερώνει τον δισταγμό των βουλευτών πριν διατυπωθεί |
| Αντίθεση / κλιμάκωση | «οὔ τι τοὺς ἑτέρους ἀλλ᾽ ἀμφοτέρους» | Διπλασιάζει το μέγεθος της προδοσίας |
| Συμμετρικός παραλληλισμός | «μήτε τοῖς ἐν τῷ ἄστει... μήτε τοῖς τὸν Πειραιᾶ...» | Δίνει ρυθμό και αίσθηση εξαντλητικής κάλυψης |
| Παρένθεση επιχειρηματολογική | «(οὐ γὰρ ἠξίωσεν...)» | Τεκμηριώνει ακαριαία, χωρίς να σπάει τη ροή |
| Ειρωνεία | «μετ᾽ ἐκείνων... βουλεύειν ἀξιούτω» | Γελοιοποιεί την αξίωση του αντιδίκου |
| Ευχή αποτροπής | «ὃ μὴ γένοιτο» | Ταυτίζει τη νομιμοποίηση του Φίλωνα με εθνική συμφορά |
| Πρόταξη | οι ειδικές προτάσεις με «ὡς» πριν το «ἀκούσατε» | Δίνει έμφαση στις τρεις κατηγορίες |
| Επίκληση σε μάρτυρες | «ἀκούσατε τῶν μαρτύρων» | Μετατρέπει τον ισχυρισμό σε απόδειξη |
Το είδος της επιχειρηματολογίας
Ο κατήγορος συνδυάζει τρεις τύπους επιχειρημάτων:
- Επιχείρημα από το συμφέρον (§ 13α): η αποδοκιμασία δεν έχει πολιτικό κόστος.
- Επιχείρημα από το ήθος (§ 13β): ο Φίλων στερείται πολιτικού ήθους, άρα δεν ταιριάζει σε κανέναν.
- Επιχείρημα εις άτοπον απαγωγή (§ 14): αν ο Φίλων άξιζε να γίνει βουλευτής, θα άξιζε μόνο σε μια Βουλή προδοτών — δηλαδή σε καμία υπαρκτή Βουλή.
Αν σου ζητηθεί να εντοπίσεις τον τρόπο πειθούς, πρόσεξε ότι εδώ κυριαρχεί η επίκληση στο ήθος του αντιδίκου (αρνητικό ήθος: ο Φίλων ως διπλός προδότης), ενισχυμένη από επίκληση στη λογική (η συλλογιστική του «ούτε... ούτε...») και με σαφή δόση επίκλησης στο συναίσθημα μέσω της ευχής «ὃ μὴ γένοιτο», που ανακαλεί τον φόβο του εμφυλίου.
Θυμήσου επίσης το λύσιο ύφος: σαφήνεια, συντομία, φυσικότητα, απουσία στόμφου. Ο Λυσίας πείθει με την οικονομία του λόγου, όχι με τη μεγαλοστομία.
Η συνολική εικόνα
Η μεγάλη ρητορική επιτυχία αυτής της ενότητας είναι ότι μετατρέπει την απουσία σε ενοχή. Ο Φίλων δεν κατηγορείται για κάτι που έκανε αλλά για κάτι που δεν έκανε — και ο ρήτορας καταφέρνει να παρουσιάσει αυτή την παράλειψη ως χειρότερη από οποιαδήποτε πράξη. Όποιος πολέμησε στη λάθος πλευρά είχε τουλάχιστον πεποιθήσεις· ο Φίλων είχε μόνο υπολογισμό.
Και το επιχείρημα κλείνει κυκλικά: ξεκίνησε με τη διαβεβαίωση ότι κανείς δεν θα δυσαρεστηθεί, και καταλήγει στην απόδειξη γιατί κανείς δεν θα δυσαρεστηθεί — επειδή ο Φίλων, κυριολεκτικά, δεν ανήκει πουθενά. ⚖️