Κατά Φίλωνος δοκιμασίας — Προοίμιο §§ 1-4 📜
Βρισκόμαστε στην αφετηρία του λόγου. Ένας ανώνυμος Αθηναίος πολίτης, που έχει ήδη κληρωθεί και ορκιστεί βουλευτής, παίρνει τον λόγο μπροστά στη Βουλή των Πεντακοσίων για να αντιταχθεί στη δοκιμασία του Φίλωνα, δηλαδή στον προκαταρκτικό έλεγχο καταλληλότητας που έπρεπε να περάσει κάθε κληρωμένος βουλευτής πριν αναλάβει το αξίωμά του. Ο ομιλητής δεν είναι επαγγελματίας ρήτορας ούτε προσωπικός εχθρός του κατηγορουμένου: εμφανίζεται ως ένας απλός θεσμικός λειτουργός που εκτελεί ένα καθήκον το οποίο του επιβάλλει ο βουλευτικός όρκος.
Το απόσπασμα αποτελεί το προοίμιο του λόγου. Εδώ ο ρήτορας δεν αποδεικνύει ακόμη τίποτε· προετοιμάζει το έδαφος. Δηλώνει την αιτία και τον σκοπό της κατηγορίας, εξασφαλίζει την εύνοια των βουλευτών, προδιαθέτει αρνητικά για τον Φίλωνα και προλαβαίνει την υποψία ότι κινείται από ιδιοτέλεια.
Η δοκιμασία ήταν ο υποχρεωτικός προκαταρκτικός έλεγχος κάθε πολίτη που κληρωνόταν ή εκλεγόταν σε δημόσιο αξίωμα. Δεν εξέταζε ικανότητες, αλλά νομιμότητα και ήθος: αν ο υποψήφιος ήταν γνήσιος Αθηναίος πολίτης, αν είχε εκπληρώσει τις στρατιωτικές και οικονομικές του υποχρεώσεις, αν τιμούσε γονείς και θεούς, αν δεν είχε διαπράξει πράξεις ασυμβίβαστες με το αξίωμα. Τη δοκιμασία των νέων βουλευτών την έκανε η απερχόμενη Βουλή. Οποιοσδήποτε πολίτης μπορούσε να υποβάλει κατηγορία — και ακριβώς αυτό κάνει εδώ ο πελάτης του Λυσία.
Το κείμενο ✍️
«Τὸ μὲν οὖν προοίμιόν ἐστιν ἀρχὴ λόγου»
— Αριστοτέλη, Ρητορική III 14, 1414b19
[1] Ὤιμην μέν, ὦ βουλή, οὐκ ἄν ποτ᾽ εἰς τοῦτο τόλμης Φίλωνα ἀφικέσθαι, ὥστε ἐθελῆσαι εἰς ὑμᾶς ἐλθεῖν δοκιμασθησόμενον· ἐπειδὴ δὲ οὐχ ἕν τι μόνον ἀλλὰ πολλὰ τολμηρός ἐστιν, ἐγὼ δὲ ὀμόσας εἰσῆλθον εἰς τὸ βουλευτήριον τὰ βέλτιστα βουλεύσειν τῇ πόλει, [2] ἔνεστί τε ἐν τῷ ὅρκῳ ἀποφανεῖν εἴ τίς τινα οἶδε τῶν λαχόντων ἀνεπιτήδειον ὄντα βουλεύειν, ἐγὼ τὴν κατὰ τουτουὶ Φίλωνος ποιήσομαι κατηγορίαν, οὐ μέντοι γε ἰδίαν ἔχθραν οὐδεμίαν μεταπορευόμενος, οὐδὲ τῷ δύνασθαι καὶ εἰωθέναι λέγειν ἐν ὑμῖν ἐπαρθείς, ἀλλὰ τῷ πλήθει τῶν ἁμαρτημάτων αὐτοῦ πιστεύων, καὶ τοῖς ὅρκοις οἷς ὤμοσα ἐμμένειν ἀξιῶν. [3] γνώσεσθε μὲν οὖν ὅτι οὐκ ἀπὸ ἴσης παρασκευῆς ἐγώ τε τοῦτον ἐλέγξω οἷός ἐστι καὶ οὗτος ἐπεχείρησε πονηρὸς εἶναι· ὅμως <δ᾽> εἴ τι ἐγὼ ἐλλείποιμι τῷ λόγῳ τῆς κατηγορίας, οὐκ ἂν δίκαιος εἴη οὗτος διὰ τοῦτο ὠφεληθῆναι, ἀλλὰ μᾶλλον, ὅ τι ἱκανῶς διδάξαιμι, ἐκ τούτων ἀποδοκιμασθῆναι. [4] ἐνδεῶς μὲν γὰρ διὰ τὴν ἀπειρίαν πάντων τῶν τούτῳ πεπραγμένων, ἱκανῶς δὲ διὰ τὴν περὶ αὐτὸν κακίαν εἰρηκὼς ἂν εἴην. ἀξιῶ δὲ καὶ ὑμῶν οἵτινες δυνατώτεροι ἐμοῦ εἰσι λέγειν, ἀποφῆναι μείζω ὄντα αὐτοῦ τὰ ἁμαρτήματα, καὶ ἐξ ὧν ἂν ἐγὼ ὑπολίπω, πάλιν αὐτοὺς περὶ ὧν ἴσασι κατηγορῆσαι Φίλωνος· οὐ γὰρ ἐκ τῶν ὑπ᾽ ἐμοῦ λεγομένων <μόνων> δεῖ ὑμᾶς περὶ αὐτοῦ ὁποῖός ἐστι σκέψασθαι.
Θέμα του αποσπάσματος: Οι αιτίες και ο σκοπός της κατηγορίας.
Νεοελληνική απόδοση 🗣️
[1] Νόμιζα, μέλη της Βουλής, ότι ποτέ ο Φίλων δεν θα έφτανε σε τέτοιο σημείο αναίδειας, ώστε να θελήσει να έρθει μπροστά σας για να υποβληθεί σε δοκιμασία. Επειδή όμως δεν είναι αναιδής σε ένα μόνο πράγμα αλλά σε πολλά, και επειδή εγώ μπήκα στο βουλευτήριο αφού ορκίστηκα ότι θα δίνω τις καλύτερες συμβουλές για την πόλη,
[2] και επειδή περιέχεται στον όρκο η υποχρέωση να καταγγείλει κανείς αν γνωρίζει κάποιον από όσους κληρώθηκαν να είναι ακατάλληλος για βουλευτής, εγώ θα διατυπώσω την κατηγορία εναντίον αυτού εδώ, του Φίλωνα — όχι βέβαια επειδή επιδιώκω να ικανοποιήσω κάποια προσωπική έχθρα, ούτε επειδή έχω παρασυρθεί από την ικανότητα και τη συνήθειά μου να μιλώ μπροστά σας, αλλά επειδή στηρίζομαι στο πλήθος των παραπτωμάτων του και επειδή θεωρώ σωστό να μένω πιστός στους όρκους που έδωσα.
[3] Θα καταλάβετε λοιπόν ότι δεν είναι ίση η προετοιμασία με την οποία εγώ θα αποδείξω τι λογής άνθρωπος είναι αυτός και με την οποία αυτός επιχείρησε να είναι κακός. Παρ᾽ όλα αυτά, αν εγώ παραλείψω κάτι στην αγόρευση της κατηγορίας, δεν θα ήταν δίκαιο αυτός να ωφεληθεί γι᾽ αυτόν τον λόγο· αντίθετα, θα ήταν δίκαιο να απορριφθεί στη δοκιμασία με βάση όσα θα μπορέσω να σας εκθέσω επαρκώς.
[4] Γιατί θα έχω μιλήσει ανεπαρκώς εξαιτίας της άγνοιάς μου για το σύνολο των πράξεών του, επαρκώς όμως εξαιτίας της κακίας που τον χαρακτηρίζει. Ζητώ ακόμη και από εκείνους από εσάς που είναι ικανότεροι από εμένα στον λόγο να αποδείξουν ότι τα παραπτώματά του είναι μεγαλύτερα, και, ξεκινώντας από όσα εγώ θα αφήσω απέξω, να κατηγορήσουν και οι ίδιοι τον Φίλωνα για όσα γνωρίζουν. Γιατί δεν πρέπει να κρίνετε τι λογής άνθρωπος είναι μόνο από όσα λέγονται από εμένα.
Ερμηνευτική προσέγγιση 🔍
«Ὤιμην μέν... δοκιμασθησόμενον» — το αιφνιδιαστικό χτύπημα 💥
Ο λόγος ανοίγει με μια δήλωση προσωπικής έκπληξης: «νόμιζα ότι ποτέ δεν θα έφτανε σε τέτοιο σημείο τόλμης». Ο ρήτορας δεν λέει ακόμη τίποτε συγκεκριμένο για τον Φίλωνα, όμως τον έχει ήδη χαρακτηρίσει αναιδή — και μάλιστα όχι με ευθεία ύβρη, αλλά έμμεσα, μέσα από την ίδια του την απορία. Το ρητορικό κέρδος είναι διπλό: αφενός ο κατήγορος παρουσιάζεται ως καλόπιστος άνθρωπος που πραγματικά ξαφνιάστηκε, αφετέρου η κατηγορία της αναίδειας μπαίνει στο μυαλό των βουλευτών πριν ακόμη ακουστεί μία απόδειξη.
Η αιτιολογία που ακολουθεί εντείνει το χτύπημα: το θράσος του Φίλωνα δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό («οὐχ ἕν τι μόνον») αλλά πάγιο γνώρισμα του χαρακτήρα του («ἀλλὰ πολλὰ τολμηρός ἐστιν»). Η ίδια η προσέλευσή του στη δοκιμασία μετατρέπεται σε τεκμήριο εναντίον του: το γεγονός ότι τόλμησε να παρουσιαστεί δείχνει το ήθος του. Έτσι ο ρήτορας πετυχαίνει εξαρχής την αρνητική προδιάθεση (προκατάληψη) του ακροατηρίου απέναντι στον δοκιμαζόμενο — κλασική λειτουργία του προοιμίου, που κατά τη ρητορική θεωρία οφείλει να καθιστά τον ακροατή εὔνουν προς τον ομιλητή και δυσμενή προς τον αντίδικο.
Το προοίμιο είναι το πρώτο δομικό μέρος του δικανικού λόγου. Οι τρεις τυπικοί στόχοι του είναι να καταστήσει τον ακροατή:
- εὔνουν (καλοπροαίρετο απέναντι στον ομιλητή),
- προσεκτικόν (να προσέξει το θέμα, αφού είναι σοβαρό),
- εὐμαθῆ (έτοιμο να παρακολουθήσει και να κατανοήσει).
Εδώ και τα τρία επιτυγχάνονται: η επίκληση στον όρκο εξασφαλίζει εύνοια, το «πολλὰ τολμηρός» και το «πλῆθος τῶν ἁμαρτημάτων» ενεργοποιούν την προσοχή, η σαφής δήλωση των κινήτρων προετοιμάζει την κατανόηση.
«ὀμόσας εἰσῆλθον εἰς τὸ βουλευτήριον... βουλεύειν» — ο βουλευτικός όρκος 🏛️
Ο κατήγορος θεμελιώνει το δικαίωμα και μαζί την υποχρέωσή του να μιλήσει πάνω στον όρκο που έδωσε ως βουλευτής. Οι βουλευτές, πριν αναλάβουν καθήκοντα, γιόρταζαν και θυσίαζαν τα εἰσιτήρια (η θυσία που προηγούνταν της ανάληψης του αξιώματος) και έδιναν τον βουλευτικό όρκο. Με αυτόν βεβαίωναν:
- ότι θα ασκούν τα καθήκοντά τους σύμφωνα με τους νόμους,
- ότι θα εμπεδώσουν (θα διαφυλάξουν και θα εφαρμόσουν) τους νόμους του Σόλωνα,
- ότι θα συμβουλεύουν τα άριστα για τον δήμο των Αθηναίων,
- ότι κατά τη δοκιμασία της επόμενης Βουλής θα απορρίπτουν κάθε ακατάλληλο για βουλευτή,
- ότι δεν θα φυλακίσουν κανέναν Αθηναίο, εκτός αν κάποιος διαπράξει έγκλημα που προβλέπει ρητά ο νόμος.
Ο όρκος αυτός ορίστηκε λίγο μετά τον Κλεισθένη, όπως μας πληροφορεί ο Αριστοτέλης στην Αθηναίων Πολιτεία (22.2).
Η επίκληση του όρκου δεν είναι διακοσμητική. Ο ρήτορας δείχνει ότι δεν επιλέγει να κατηγορήσει· είναι δεσμευμένος να το κάνει. Η ρήτρα «ἔνεστί τε ἐν τῷ ὅρκῳ ἀποφανεῖν εἴ τίς τινα οἶδε τῶν λαχόντων ἀνεπιτήδειον ὄντα βουλεύειν» μετατρέπει την κατηγορία από ιδιωτική πρωτοβουλία σε θεσμικό καθήκον. Όποιος αμφισβητήσει τον κατήγορο, αμφισβητεί εμμέσως τον ίδιο τον όρκο που έχουν δώσει και οι ακροατές του.
Η Βουλή αποτελούνταν από 500 πολίτες, 50 από καθεμιά από τις δέκα φυλές, που κληρώνονταν (εξ ου και το «τῶν λαχόντων» του κειμένου) για θητεία ενός έτους. Η κλήρωση θεωρούνταν το κατεξοχήν δημοκρατικό μέσο ανάδειξης αρχόντων, γιατί εξίσωνε όλους τους πολίτες. Ακριβώς επειδή δεν υπήρχε προεκλογικός έλεγχος ικανοτήτων, η δοκιμασία λειτουργούσε ως δικλείδα ασφαλείας: εκεί ελεγχόταν αν ο κληρωθείς ήταν άξιος του αξιώματος.
«ἐγὼ... ποιήσομαι κατηγορίαν, οὐ... μεταπορευόμενος, οὐδὲ... ἐπαρθείς, ἀλλὰ... πιστεύων, καὶ ἀξιῶν» — τα κίνητρα 🎯
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προοιμίου. Ο ρήτορας απαντά προληπτικά στην πιο προφανή αντίρρηση που θα μπορούσε να προβάλει ο Φίλων ή να σκεφτεί ένας δύσπιστος βουλευτής: «γιατί με κυνηγάει αυτός ο άνθρωπος;». Η απάντηση δίνεται με δύο αρνήσεις και δύο καταφάσεις:
Τι δεν είναι κίνητρο (αρνητικός προσδιορισμός):
- Η προσωπική έχθρα («οὐ... ἰδίαν ἔχθραν οὐδεμίαν μεταπορευόμενος»). Στα αθηναϊκά δικαστήρια η ιδιωτική εχθρότητα ήταν αποδεκτό, αλλά και ύποπτο κίνητρο· ο κατήγορος το αποκλείει ρητά για να μη θεωρηθεί ότι εκμεταλλεύεται τη δοκιμασία ως όχημα προσωπικής εκδίκησης.
- Η βουλευτική έπαρση και η ρητορική επίδειξη («οὐδὲ τῷ δύνασθαι καὶ εἰωθέναι λέγειν ἐν ὑμῖν ἐπαρθείς»). Ο ομιλητής αρνείται ότι μιλά επειδή έχει την ευχέρεια και τη συνήθεια να αγορεύει. Πρόκειται ταυτόχρονα για έμμεση αποποίηση της ιδιότητας του «επαγγελματία» ρήτορα — μια στάση που άρεσε στο αθηναϊκό ακροατήριο, το οποίο έβλεπε με καχυποψία τους δεινούς λέγειν.
Τι είναι κίνητρο (θετικός προσδιορισμός):
- Ρεαλιστικό κίνητρο: το πλήθος των παραπτωμάτων του Φίλωνα («τῷ πλήθει τῶν ἁμαρτημάτων αὐτοῦ πιστεύων»). Δεν μιλά από υπερβολή αλλά επειδή τα γεγονότα είναι πολλά και βαριά — και μάλιστα τα εμπιστεύεται, δηλαδή στηρίζει σε αυτά τη βεβαιότητα της νίκης του.
- Ηθικό κίνητρο: η πιστή τήρηση του βουλευτικού όρκου («τοῖς ὅρκοις οἷς ὤμοσα ἐμμένειν ἀξιῶν»).
Η αντιθετική διάρθρωση οὐ... οὐδὲ... ἀλλὰ... καὶ... χτίζει ένα καθαρό ηθικό προφίλ: ο κατήγορος είναι απροσωπόληπτος, μη φιλόδοξος, τεκμηριωμένος και ευσεβής. Με άλλα λόγια, ολόκληρη η παράγραφος είναι ἦθος — επίκληση στο ήθος του ομιλητή, το ισχυρότερο όπλο ενός λόγου που δεν διαθέτει μάρτυρες ή έγγραφα.
«γνώσεσθε μὲν οὖν... πονηρὸς εἶναι» — η άνιση προετοιμασία ⚖️
Ο κατήγορος παραδέχεται ότι η δική του προετοιμασία δεν είναι ίση με την προετοιμασία που έδειξε ο Φίλων στο να γίνει κακός. Η φράση «οὐκ ἀπὸ ἴσης παρασκευῆς» είναι σχήμα λιτότητας: αντί να πει ευθέως «η δική μου προετοιμασία είναι πολύ κατώτερη από τη δική του κακουργία», το εκφράζει με άρνηση του αντιθέτου.
Η διατύπωση κρύβει μια εξαιρετικά έξυπνη διπλή στόχευση:
- Υπέρ του ομιλητή: εμφανίζεται μετριόφρων και ανέτοιμος, άρα ειλικρινής και μη σκευωρός. Ένας άνθρωπος που ομολογεί τα όριά του δεν μοιάζει με επαγγελματία συκοφάντη.
- Εναντίον του Φίλωνα: το «οὗτος ἐπεχείρησε πονηρὸς εἶναι» δηλώνει ότι ο Φίλων επιδίωξε συστηματικά να είναι κακός. Η κακία του δεν είναι ατύχημα ή αδυναμία, είναι σχέδιο, «επιχείρηση» μιας ολόκληρης ζωής. Γι᾽ αυτό και ο κατάλογος των αδικημάτων του είναι ανεξάντλητος.
Ο ρήτορας εκφράζει έτσι τη βεβαιότητα ότι, ακόμη και με ελλιπή προπαρασκευή, θα αποδείξει και το ποιόν του Φίλωνα («ἐλέγξω οἷός ἐστι») και την πρόθεσή του να είναι κακός.
Ακολουθεί ένα σημαντικό δικαιικό αίτημα: αν κάτι παραλείψει, ο Φίλων δεν πρέπει να ωφεληθεί από την παράλειψη («οὐκ ἂν δίκαιος εἴη οὗτος διὰ τοῦτο ὠφεληθῆναι»). Η κρίση πρέπει να στηριχθεί σε όσα αποδειχθούν επαρκώς, όχι σε όσα δεν ειπώθηκαν. Ο ρήτορας θωρακίζεται προληπτικά απέναντι σε μια πιθανή γραμμή υπεράσπισης του τύπου «ο κατήγορος δεν τα απέδειξε όλα, άρα δεν στέκει τίποτε».
«ἐνδεῶς μὲν γὰρ διὰ τὴν ἀπειρίαν... ἱκανῶς δὲ διὰ τὴν... κακίαν... εἰρηκὼς ἂν εἴην» — η αντιθετική αντιστοιχία 🔗
Η παράγραφος 4 ανοίγει με ένα κομψό ρητορικό εύρημα. Οι δύο αντιθετικές εκφράσεις ἐνδεῶς μὲν – ἱκανῶς δὲ εἰρηκὼς ἂν εἴην αντιστοιχούν, με σχήμα ακριβούς παραλληλίας, στις δύο αντιθετικές υποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου:
| Παράγραφος 3 (υποθέσεις) | Παράγραφος 4 (συμπεράσματα) |
|---|---|
| εἴ τι ἐγὼ ἐλλείποιμι τῷ λόγῳ τῆς κατηγορίας | ἐνδεῶς μὲν... διὰ τὴν ἀπειρίαν... εἰρηκὼς ἂν εἴην |
| ὅ τι ἱκανῶς διδάξαιμι | ἱκανῶς δὲ διὰ τὴν περὶ αὐτὸν κακίαν εἰρηκὼς ἂν εἴην |
Το νόημα είναι παράδοξο και γι᾽ αυτό εντυπωσιακό: ο λόγος του κατηγόρου είναι ταυτόχρονα ανεπαρκής και επαρκής. Ανεπαρκής, γιατί ο ομιλητής δεν γνωρίζει όλα όσα έχει πράξει ο Φίλων — το πλήθος των αδικημάτων ξεπερνά τις δυνατότητες οποιασδήποτε αγόρευσης. Επαρκής, όμως, γιατί ακόμη και το μέρος που θα εκτεθεί αρκεί για να αποκαλυφθεί η κακία του κατηγορουμένου.
Έτσι, η ίδια η ομολογία αδυναμίας μετατρέπεται σε επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του αντιπάλου: η αδυναμία του λόγου αποδεικνύει το μέγεθος της ενοχής. Ο λόγος του ανεπαρκής, λόγω του πλήθους των αμαρτημάτων του δοκιμαζομένου, γίνεται επαρκής προκειμένου να αποκαλύψει την κακία του.
«ἀξιῶ δὲ καὶ ὑμῶν... ὁποῖός ἐστι σκέψασθαι» — η πρόσκληση σε συμμετοχή 🤝
Το προοίμιο κλείνει με μια αξίωση προς τους ίδιους τους βουλευτές: όσοι είναι ικανότεροι στον λόγο από τον ομιλητή, ας αποδείξουν ότι τα παραπτώματα του Φίλωνα είναι ακόμη μεγαλύτερα· και όσα εκείνος αφήσει έξω από την αγόρευσή του, ας τα συμπληρώσουν οι ίδιοι από όσα γνωρίζουν.
Η κίνηση αυτή είναι πολλαπλά εύστοχη:
- Θεσμική θεμελίωση: η αξίωση δεν είναι αυθαίρετη. Στηρίζεται στην υποχρέωση που απορρέει από τον βουλευτικό όρκο — την ίδια υποχρέωση που ο ομιλητής επικαλέστηκε στην παράγραφο 2. Όσοι βουλευτές γνωρίζουν και μπορούν, οφείλουν να μιλήσουν.
- Μετριοφροσύνη: επαναλαμβάνει το ήθος του απλού, μη δεινού ρήτορα («οἵτινες δυνατώτεροι ἐμοῦ εἰσι λέγειν»), ενισχύοντας την αξιοπιστία του.
- Συλλογική ευθύνη: μετατρέπει το ακροατήριο από παθητικό κριτή σε συμμέτοχο της κατηγορίας. Ο βουλευτής που θα σιωπήσει ενώ γνωρίζει, παραβαίνει τον όρκο του.
- Πληρότητα της εικόνας: η τελική πρόταση («οὐ γὰρ ἐκ τῶν ὑπ᾽ ἐμοῦ λεγομένων <μόνων> δεῖ ὑμᾶς περὶ αὐτοῦ ὁποῖός ἐστι σκέψασθαι») δηλώνει ρητά τον στόχο: να σχηματίσει η Βουλή ολοκληρωμένη εικόνα για το ποιόν του Φίλωνα. Ο ρήτορας δείχνει ότι δεν φοβάται τον έλεγχο· αντίθετα, τον καλεί.
Υπάρχει και ένα λεπτότερο κέρδος: υπονοείται ότι τα αδικήματα του Φίλωνα είναι κοινό μυστικό στην αίθουσα. Δεν χρειάζεται να τα αποδείξει μόνος του ο κατήγορος — τα ξέρουν όλοι.
Ρητορική τεχνική και δομή 🎯
Δομική θέση
Οι παράγραφοι 1-4 αποτελούν το προοίμιο του λόγου, όπως επισημαίνει και το μότο από τη Ρητορική του Αριστοτέλη: «Τὸ μὲν οὖν προοίμιόν ἐστιν ἀρχὴ λόγου». Θα ακολουθήσουν η διήγηση (τα γεγονότα), οι πίστεις (η απόδειξη) και ο επίλογος. Το προοίμιο εδώ επιτελεί δύο λειτουργίες: δηλώνει τις αιτίες και τον σκοπό της κατηγορίας.
Το ήθος του ομιλητή
Ολόκληρο το απόσπασμα είναι μια συστηματική ἠθοποιία του κατηγόρου. Παρουσιάζεται:
- έντιμος (δεν κινείται από έχθρα),
- ευσεβής και νομιμόφρων (τηρεί τον όρκο),
- μετριόφρων (παραδέχεται ότι είναι κατώτερος ρήτορας από άλλους, ότι έχει «ἀπειρίαν»),
- αντικειμενικός (καλεί και άλλους να μιλήσουν, δεν θέλει η κρίση να στηριχθεί μόνο σε αυτόν).
Απέναντι σε αυτό το ήθος στήνεται, με πλήρη αντίθεση, η εικόνα του Φίλωνα: τολμηρός, ἀνεπιτήδειος, γεμάτος ἁμαρτήματα, άνθρωπος που ἐπεχείρησε πονηρὸς εἶναι.
- Σχήμα λιτότητας: «οὐκ ἀπὸ ἴσης παρασκευῆς» — έμφαση μέσω της άρνησης του αντιθέτου.
- Αντίθεση: οὐχ ἕν τι μόνον ↔ ἀλλὰ πολλά · οὐ... οὐδὲ ↔ ἀλλὰ... καί · ἐνδεῶς μέν ↔ ἱκανῶς δέ.
- Προδιάθεση (προκατάληψη): ο αρνητικός χαρακτηρισμός του αντιδίκου πριν από κάθε απόδειξη.
- Προκατάληψη αντιρρήσεων (προκατάληψις): ο ρήτορας απαντά εκ των προτέρων στην υποψία ότι κινείται από ιδιοτέλεια.
- Επίκληση στο ήθος: το βασικό αποδεικτικό μέσο του προοιμίου.
Η επιχειρηματολογία σε συντομία
- Ο Φίλων είναι εξ ορισμού αναιδής, αφού τόλμησε να έρθει σε δοκιμασία (§1).
- Ο βουλευτικός όρκος με υποχρεώνει να καταγγείλω κάθε ακατάλληλο (§2).
- Δεν έχω κανένα ιδιοτελές κίνητρο· έχω μόνο τα γεγονότα και τον όρκο (§2).
- Η προετοιμασία μου είναι μικρότερη από την κακία του, όμως αυτό δεν πρέπει να τον ωφελήσει (§3).
- Ό,τι κι αν πω, θα αρκεί για να φανεί η κακία του· και όσοι γνωρίζουν περισσότερα, οφείλουν να συμπληρώσουν (§4).
Με αυτόν τον τρόπο ο ρήτορας εξασφαλίζει ότι η Βουλή θα ακούσει τη συνέχεια του λόγου ήδη προδιατεθειμένη εναντίον του Φίλωνα και ήδη πεπεισμένη για την ακεραιότητα του κατηγόρου.