Κατά Φίλωνος δοκιμασίας — Εισαγωγή στον λόγο 📜
Ο λόγος του Λυσία «Κατά Φίλωνος», όπως και ο «Υπέρ Μαντιθέου», δεν εκφωνήθηκε σε δικαστήριο με την τρέχουσα έννοια, αλλά στη Βουλή, κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας των ανδρών αυτών για το αξίωμα του Βουλευτή. Πρόκειται λοιπόν για δύο λόγους που ανήκουν στην ίδια, πολύ ιδιαίτερη κατηγορία: λόγοι που εκφωνούνται μπροστά στο ίδιο το σώμα που πρόκειται να δεχθεί —ή να απορρίψει— τον υποψήφιο. Ο ένας (Υπέρ Μαντιθέου) είναι απολογία του δοκιμαζομένου, ο άλλος (Κατά Φίλωνος) είναι κατηγορία εναντίον του.
Η Βουλή των Πεντακοσίων ήταν το κεντρικό διοικητικό όργανο της αθηναϊκής δημοκρατίας: προετοίμαζε τα θέματα που θα συζητούσε η Εκκλησία του Δήμου. Τα μέλη της αναδεικνύονταν με κλήρωση από τις δέκα φυλές — γι' αυτό και ο έλεγχος της καταλληλότητάς τους πριν αναλάβουν ήταν τόσο κρίσιμος: η τύχη μπορούσε να φέρει στο αξίωμα και ανάξιους.
Ο θεσμός της δοκιμασίας ⚖️
Η δοκιμασία αποτελούσε βασικό θεσμό του δημοκρατικού πολιτεύματος στην Αθήνα των κλασικών χρόνων. Ήταν στην ουσία μια διαδικασία εξέτασης των αιρετών και κληρωτών αρχόντων, η οποία διαπίστωνε δύο πράγματα:
- αν πληρούνταν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ανάληψη των καθηκόντων τους,
- αν ήταν άξιοι για το αξίωμα που είχαν κληθεί να αναλάβουν.
Η δοκιμασία ήταν υποχρεωτική για τους εκλεγμένους άρχοντες. Δεν μπορούσαν να ορκιστούν και να αναλάβουν τα καθήκοντά τους, αν προηγουμένως δεν είχαν υποβληθεί στη διαδικασία αυτή.
Η δοκιμασία δεν είναι δίκη με ποινή. Δεν κρίνεται αν ο εξεταζόμενος θα τιμωρηθεί, αλλά αν θα αναλάβει ή όχι το αξίωμα. Γι' αυτό ο κατήγορος δεν χρειάζεται απαραίτητα να αποδείξει παράβαση συγκεκριμένου νόμου: αρκεί να πείσει ότι ο υποψήφιος είναι ανάξιος. Αυτό είναι κλειδί για την κατανόηση ολόκληρου του «Κατά Φίλωνος», όπου ο κατήγορος ρητά παραδέχεται ότι δεν υπάρχει νόμος για το αδίκημα του Φίλωνα.
Πότε θεσπίστηκε;
Πολλοί μελετητές υποστηρίζουν ότι η δοκιμασία θεσπίστηκε από τον Σόλωνα, με σκοπό τον παραμερισμό των αναξίων. Πειστικότερη όμως φαίνεται η άποψη του Hignett, ότι η δοκιμασία θεσπίστηκε από τον Κλεισθένη, παράλληλα με τη δημιουργία της Βουλής των Πεντακοσίων. Η σύνδεση αυτή είναι λογική: από τη στιγμή που δημιουργείται ένα σώμα πεντακοσίων κληρωτών βουλευτών, γεννιέται αυτόματα η ανάγκη ενός φίλτρου καταλληλότητας.
Η δοκιμασία των εννέα αρχόντων και των Βουλευτών αρχικά ελάμβανε χώρα μόνο ενώπιον της Βουλής. Αργότερα όμως γινόταν και ενώπιον του δικαστηρίου της Ηλιαίας, για όσους αποδοκίμαζε η Βουλή και ασκούσαν έφεση (Αριστοτέλη, Αθηναίων Πολιτεία 55.2 και 45.3· Δημοσθένη, Προς Λεπτίνην 90).
Η Ηλιαία ήταν το μεγάλο λαϊκό δικαστήριο της Αθήνας, με χιλιάδες κληρωμένους δικαστές-πολίτες. Το ότι ο αποδοκιμασμένος υποψήφιος μπορούσε να προσφύγει σε αυτήν δείχνει τη λογική της αθηναϊκής δημοκρατίας: την τελευταία λέξη την έχει πάντα ο ίδιος ο δήμος.
Πώς γινόταν η διαδικασία 🗣️
Η διαδικασία της δοκιμασίας είχε την εξής μορφή:
1. Οι καθιερωμένες ερωτήσεις. Στην αρχή οι Βουλευτές της απερχόμενης Βουλής υπέβαλλαν ορισμένες καθιερωμένες ερωτήσεις στον υποψήφιο άρχοντα, οι οποίες αφορούσαν όλη τη ζωή του (πρβλ. Λυσία, Υπέρ Μαντιθέου 9). Ειδικότερα εξετάζονταν:
- η καταγωγή του, για να διαπιστωθεί αν ήταν Αθηναίος πολίτης·
- η συμπεριφορά του προς τους θεούς (ευσέβεια)·
- η συμπεριφορά του προς τους γονείς του·
- η συμπεριφορά του προς την πολιτεία, δηλαδή η εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων και η τακτική πληρωμή των φόρων.
2. Οι μάρτυρες. Οι απαντήσεις του δοκιμαζομένου έπρεπε να επιβεβαιώνονται από μάρτυρες. Δεν αρκούσε ο λόγος του ίδιου.
3. Η κατηγορία. Στη συνέχεια, όποιος ήθελε μπορούσε να απευθύνει κατά του εξεταζομένου κατηγορία, την οποία εκείνος μπορούσε να αντικρούσει με επιχειρήματα.
4. Η απόφαση. Τέλος, η Βουλή αποφάσιζε για την επικύρωση ή την απόρριψη της εκλογής του.
Οι τέσσερις άξονες των ερωτήσεων (καταγωγή — θεοί — γονείς — πολιτεία) δεν είναι διακοσμητική λεπτομέρεια. Ο κατήγορος του Φίλωνα χτυπά ακριβώς πάνω σε δύο από αυτούς: στη στάση απέναντι στην πολιτεία (ουδετερότητα, λεηλασίες) και στη συμπεριφορά προς τη μητέρα. Η κατηγορία του δηλαδή είναι σχεδιασμένη ώστε να «κουμπώνει» απόλυτα στο θεσμικό πλαίσιο της δοκιμασίας.
Η υπόθεση: ποιος είναι ο Φίλων και τι του καταλογίζεται ⚔️
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο Φίλων, από τον δήμο Αχαρνών της Οινηίδος φυλής, κληρώθηκε Βουλευτής και δοκιμάζεται. Ένας Βουλευτής όμως της απερχόμενης Βουλής τον κατηγορεί ως ανάξιο για το βουλευτικό αξίωμα. Οι κατηγορίες είναι τρεις:
α. Η ουδετερότητα. Ο Φίλων έμεινε ουδέτερος στον αγώνα μεταξύ ολιγαρχικών και δημοκρατικών. Σε μια κρίσιμη στιγμή, όπου η πόλη διχαζόταν, εκείνος δεν πήρε θέση.
β. Οι λεηλασίες. Λεηλάτησε τις περιουσίες συνδημοτών του, έχοντας ως ορμητήριο τον Ωρωπό, όπου είχε καταφύγει εξόριστος από τους Τριάκοντα και ζούσε ως μέτοικος.
γ. Η μητέρα του. Η συμπεριφορά του προς τη μητέρα του ήταν απαράδεκτη.
Ο Ωρωπός ήταν συνοριακή περιοχή ανάμεσα στην Αττική και τη Βοιωτία, με αμφισβητούμενη κυριαρχία. Ο μέτοικος ήταν ελεύθερος αλλά στερούνταν πολιτικών δικαιωμάτων. Το ότι ο Φίλων προτίμησε αυτή τη θέση στο εξωτερικό από το να αγωνιστεί ως πολίτης στην πατρίδα του είναι, για τον κατήγορο, η αποκορύφωση της αδιαφορίας του.
Η χρονολόγηση του λόγου 📅
Δεν γνωρίζουμε ακριβώς το έτος απαγγελίας του λόγου, διότι ο λόγος δεν αναφέρει κάποιο γεγονός μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας που θα μπορούσε να αποτελέσει βάση για τον προσδιορισμό του χρόνου. Οι μελετητές στηρίζονται λοιπόν σε έμμεσες ενδείξεις:
Στις παραγράφους 18-19 ο κατήγορος αναφέρει ότι η απουσία πολλών μαρτύρων κατηγορίας —ανθρώπων που είχαν αδικηθεί από τον Φίλωνα— οφείλεται στη μεγάλη τους ηλικία. Δεν αναφέρει ως αίτιο απουσίας τον θάνατο έστω ορισμένων· κάτι που, αν συνέβαινε, θα αποτελούσε μια εύσχημη δικαιολογία για τον κατήγορο.
Το συμπέρασμα είναι εύλογο: φαίνεται ότι η απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα που αναφέρει ο κατήγορος και τη δοκιμασία του Φίλωνα δεν ήταν μεγάλη. Το 398 π.Χ., που προτείνει ο Blass ως έτος εκφώνησης του λόγου, δεν πρέπει να απέχει πολύ από την πραγματικότητα.
Η χρονολόγηση εδώ στηρίζεται σε ένα επιχείρημα εκ της σιωπής: σημασία δεν έχει μόνο τι λέει ο κατήγορος, αλλά και τι δεν λέει. Αν είχαν πεθάνει μάρτυρες, θα το είχε πει —θα ήταν βολικό γι' αυτόν. Άρα δεν είχαν πεθάνει. Άρα τα γεγονότα ήταν πρόσφατα.
Η σχέση με τον Λυκούργο: «Κατά Λεωκράτους» 📚
Σημειωτέον ότι ο λόγος αυτός έχει αρκετές ομοιότητες με τον λόγο του Λυκούργου «Κατά Λεωκράτους». Φαίνεται ότι ο Λυκούργος διάβασε τον λόγο του Λυσία και επηρεάστηκε από αυτόν. Οι παραλληλισμοί είναι τέσσερις και εντυπωσιακά συστηματικοί:
1. Μέτοικος στο εξωτερικό αντί πολίτης στην πατρίδα. Και οι δύο ρήτορες τονίζουν ότι ο αντίδικος προτίμησε να είναι μέτοικος στο εξωτερικό αντί να είναι πολίτης στην πατρίδα του (Κατά Φίλωνος 9· Κατά Λεωκράτους 21, 145).
2. Χειρότερο και από την προδοσία. Και οι δύο ισχυρίζονται ότι ο αντίδικος έχει διαπράξει χειρότερη πράξη από την προδοσία, όπως αυτή προσδιορίζεται από τον νόμο, διότι επρόδωσε ολόκληρη την πόλη και όχι μόνο ένα μέρος της (Κατά Φίλωνος 26· Κατά Λεωκράτους 59).
3. Το κενό του νόμου. Τονίζουν ότι το έγκλημα του αντιδίκου δεν προβλέπεται από τον νόμο, διότι, προτού διαπραχθεί, δεν είχε περάσει από τη σκέψη του νομοθέτη (Κατά Φίλωνος 27· Κατά Λεωκράτους 9).
4. Η εγκατάλειψη των πολυτιμότερων αγαθών. Κατηγορούν επίσης τον αντίδικο ότι εγκατέλειψε τα πολυτιμότερα αγαθά της πατρίδας (Κατά Φίλωνος 31· Κατά Λεωκράτους 143, 147).
Ο Λυκούργος (περ. 390-324 π.Χ.) ήταν Αθηναίος ρήτορας και πολιτικός, ένας από τους δέκα Αττικούς ρήτορες. Ο λόγος του «Κατά Λεωκράτους» στρέφεται εναντίον ενός Αθηναίου που εγκατέλειψε την πόλη μετά την ήττα στη Χαιρώνεια. Η σχέση των δύο λόγων δείχνει ότι οι λόγοι του Λυσία κυκλοφορούσαν γραπτοί και μελετώνταν ως πρότυπα ρητορικής τέχνης δεκαετίες μετά την εκφώνησή τους.
Ποια ήταν η έκβαση; 🤔
Το αποτέλεσμα της δοκιμασίας δεν είναι γνωστό. Βασιζόμενοι όμως σε τρία δεδομένα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η Βουλή δεν ενέκρινε την εκλογή του Φίλωνα στο βουλευτικό αξίωμα:
- στις σοβαρότατες καταγγελίες του κατηγόρου-Βουλευτή,
- στην τεκμηρίωσή τους,
- στην ευαισθησία των Βουλευτών στο θέμα της σχέσεως πόλεως-πολίτη.
Το τρίτο σημείο είναι και το πιο διαφωτιστικό: το ακροατήριο του λόγου δεν είναι ένα τυχαίο πλήθος, αλλά άνθρωποι που μόλις έχουν ζήσει τον εμφύλιο σπαραγμό και έχουν αναλάβει οι ίδιοι το βάρος της δημοκρατικής αποκατάστασης. Η ουδετερότητα ήταν γι' αυτούς όχι απλώς λάθος, αλλά προσβολή.
Η δομή του λόγου 🎯
Τυπικά ο λόγος ακολουθεί τη γνωστή διάρθρωση ενός δικανικού λόγου του Λυσία:
| Μέρος | Παράγραφοι |
|---|---|
| 1. Προοίμιο | §§ 1-4 |
| 2. Πρόθεση | §§ 5-7 |
| 3. Διήγηση | §§ 8-23 |
| 4. Πίστη ή Απόδειξη | §§ 24-33 |
| 5. Επίλογος | § 34 |
Οι αποκλίσεις από το τυπικό σχήμα 🔍
Εν τούτοις, η δομή αυτή δεν τηρείται μηχανικά. Δύο είναι οι σημαντικές ιδιαιτερότητες:
α. Διήγηση και απόδειξη συνυπάρχουν. Η διήγηση δεν περιλαμβάνει μόνο γεγονότα αλλά και επιχειρήματα (§§ 10-13, 15-16, 19). Έτσι, στις παραγράφους αυτές, η διήγηση και η απόδειξη συνυπάρχουν.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Οφείλεται πιθανώς στην ιδιαιτερότητα που παρουσιάζει η περίπτωση του Φίλωνα και στην προσπάθεια του κατηγόρου να επιτύχει τον σκοπό του. Πιστεύει δηλαδή ο κατήγορος ότι θα φωτίσει καλύτερα τα γεγονότα, αν προχωρήσει συγχρόνως και στην ερμηνεία τους. Το αδίκημα του Φίλωνα είναι μια παράλειψη, όχι μια πράξη· και μια παράλειψη δεν «διηγείται» εύκολα — πρέπει ταυτόχρονα να ερμηνεύεται. Έτσι εξηγείται η μεγάλη έκταση της διήγησης και η σχετικά μικρή έκταση της απόδειξης.
β. Ο εξαιρετικά σύντομος επίλογος. Ο επίλογος είναι πολύ μικρός σε σχέση με την έκταση του λόγου. Χαρακτηριστικά, στον μικρότερο λόγο «Υπέρ του Αδυνάτου» (§§ 1-27) ο επίλογος είναι πολύ μεγαλύτερος. Η εξήγηση: ο Λυσίας, επιθυμώντας ίσως να μην κουράσει τους Βουλευτές με το μεγάλο μήκος του λόγου και επιδιώκοντας ένα θετικό αποτέλεσμα για τον πελάτη του, αρκέστηκε σε έναν πολύ σύντομο αλλά περιεκτικό και ουσιαστικό επίλογο.
Οι δύο αυτές αποκλίσεις είναι από τα πιο κλασικά σημεία εξέτασης. Θυμηθείτε: η διήγηση διογκώνεται επειδή απορροφά επιχειρήματα και ο επίλογος συρρικνώνεται για λόγους οικονομίας. Και τα δύο δείχνουν ότι ο Λυσίας προσαρμόζει το σχήμα στις ανάγκες της συγκεκριμένης υπόθεσης και του συγκεκριμένου ακροατηρίου — δεν το εφαρμόζει τυφλά.
Αναλυτικό διάγραμμα περιεχομένων 🗂️
Α. Προοίμιο §§ 1-4
α. Οι αιτίες και ο σκοπός της κατηγορίας.
β. Ο κατήγορος-βουλευτής ζητά τη συνδρομή και άλλων συναδέλφων του στην προσπάθειά του.
Β. Πρόθεση §§ 5-7
α. Οι ενσυνείδητοι και ασυνείδητοι πολίτες.
β. Ο κατήγορος θα αποδείξει ότι ο Φίλων έθεσε το ατομικό του συμφέρον υπεράνω του συμφέροντος της πόλεως.
Γ. Διήγηση §§ 8-23
§§ 8-9. Ο Φίλων, αν και διώχθηκε από τους Τριάκοντα, προτίμησε να ζει ως μέτοικος στον Ωρωπό παρά ως ελεύθερος πολίτης στην πατρίδα του. Δεν άλλαξε φρονήματα ούτε στρατεύθηκε με τους δημοκρατικούς στον Πειραιά.
§§ 10-12. Ο Φίλων είναι ασυγχώρητος, διότι εκούσια και εσκεμμένα δεν βοήθησε την πατρίδα. Ούτε αδύναμος σωματικά ήταν ούτε πτωχός.
§§ 13-14. Η αποδοκιμασία του Φίλωνα, ως προδότη όλων των πολιτών, δεν θα δυσαρεστήσει καμιά πολιτική μερίδα, εκτός ίσως από κάποιους ομοϊδεάτες του.
§§ 15-16. Αναίρεση, με την κατάθεση μαρτύρων, του πιθανού ισχυρισμού του Φίλωνα ότι ναι μεν δεν βοήθησε αυτοπροσώπως λόγω ασθενείας, αλλά ενίσχυσε οικονομικά τους δημοκρατικούς.
§§ 17-19. Η αρπαγή της περιουσίας των πτωχών γερόντων αγροτών από τον Φίλωνα.
§§ 20-23. Η απαράδεκτη συμπεριφορά του Φίλωνα προς τη μητέρα του.
Δ. Πίστη ή Απόδειξη §§ 24-33
§§ 24-26.
α. Ο κατήγορος αναιρεί τους υποθετικούς λόγους επιδοκιμασίας του Φίλωνα.
β. Η προδοσία της πόλεως δεν συμβιβάζεται με το βουλευτικό αξίωμα.
§§ 27-30.
α. Ο κατήγορος αιτιολογεί την ανυπαρξία νόμου σχετικού με το αδίκημα.
β. Η στάση των μετοίκων σε αντίθεση με τη στάση του Φίλωνα.
γ. Η παιδευτική αξία των τιμών και της ποινής.
§§ 31-33.
α. Οι λόγοι αποτυχίας του Φίλωνα ως βουλευτή.
β. Έλεγχος της στάσης των συνηγόρων του Φίλωνα.
γ. Ο Φίλων μόνος υπεύθυνος της αποδοκιμασίας του.
Ε. Επίλογος § 34
α. Έπαινος των βουλευτών.
β. Το ήθος του Φίλωνα ξένο προς τη δημοκρατία.
Το μεγάλο θέμα: Άτομο και πολιτεία 🏛️
Πίσω από τη συγκεκριμένη υπόθεση του Φίλωνα κρύβεται ένα από τα κεντρικότερα ερωτήματα της αρχαίας ελληνικής σκέψης: ποια είναι η σχέση του ατόμου με την πολιτεία;
Ο κατήγορος στηρίζει ολόκληρη την επιχειρηματολογία του σε μια θεμελιώδη αρχή: ο πολίτης δεν έχει δικαίωμα στην ουδετερότητα. Σε στιγμές κρίσης, η αποχή δεν είναι σύνεση — είναι εγκατάλειψη. Ο Φίλων δεν κατηγορείται ότι πολέμησε με τη λάθος πλευρά· κατηγορείται ότι δεν πολέμησε καθόλου, ότι υπολόγισε το ατομικό του συμφέρον και άφησε τους άλλους να κινδυνεύσουν για χάρη του.
Σύμφωνα με την παράδοση, ο Σόλων είχε θεσπίσει νόμο που ατίμωνε όποιον σε καιρό εμφυλίου διχασμού δεν έπαιρνε θέση με καμία από τις δύο παρατάξεις. Η ιδέα δηλαδή ότι η ουδετερότητα είναι αδίκημα δεν είναι εφεύρεση του κατηγόρου: ανήκει στον πυρήνα της αθηναϊκής πολιτικής ηθικής.
Ολόκληρος ο λόγος μπορεί να συνοψιστεί σε μία αντίθεση: ίδιον συμφέρον εναντίον κοινού συμφέροντος. Ο κατήγορος θα υποστηρίξει ότι όποιος απέδειξε με τη στάση του ότι βάζει τον εαυτό του πάνω από την πόλη, δεν μπορεί να βουλεύεται για την πόλη. Το βουλευτικό αξίωμα προϋποθέτει ακριβώς την αντίστροφη ιεράρχηση.