ΣΤ'. Τα μέρη του ρητορικού λόγου 📜
Ο ρητορικός λόγος δεν είναι ένα άτακτο σωρό από ιδέες και επιχειρήματα. Είναι οργανωμένη κατασκευή, με μέρη που το καθένα έχει τη δική του αποστολή και συνεργάζεται με τα υπόλοιπα. Σε αυτή την ενότητα βλέπουμε πώς οι αρχαίοι αντιλαμβάνονταν αυτή την οργάνωση και ποια είναι τα τέσσερα κύρια μέρη στα οποία ο ρήτορας ταξινομεί το υλικό του: το προοίμιον, η διήγησις, η πίστις (απόδειξη) και ο επίλογος.
Η αρχή: ο λόγος ως ζωντανός οργανισμός 🌿
Η θεμελιώδης αρχή διατυπώνεται από τον Πλάτωνα:
«Δεῖ πάντα λόγον ὥσπερ ζῷον συνεστάναι σῶμά τι ἔχοντα αὐτόν αὑτοῦ, ὥστε μήτε ἀκέφαλον εἶναι μήτε ἄπουν , ἀλλὰ μέσα τ' ἔχειν καὶ ἄκρα πρέποντα ἀλλήλοις καὶ τῷ ὅλῳ γεγραμμένα».
— Πλάτ. Φαῖδρος 264 c
Απόδοση: Πρέπει κάθε λόγος να έχει τη σύσταση ζωντανού οργανισμού απαρτίζοντας ένα δικό του σώμα, ώστε να μην είναι ακέφαλος ούτε χωρίς πόδια, αλλά να έχει κορμό και άκρα, σχεδιασμένα να ταιριάζουν μεταξύ τους και με το σύνολο.
Η εικόνα είναι εξαιρετικά εύγλωττη. Ο Πλάτων παρομοιάζει τον λόγο με ζωντανό οργανισμό (ζῷον): όπως ένα έμβιο ον έχει κεφάλι, κορμό και άκρα που δεν είναι τυχαία κολλημένα μεταξύ τους αλλά αλληλοεξαρτώνται και υπηρετούν τη ζωή του συνόλου, έτσι και ο λόγος πρέπει να έχει αρχή, μέση και τέλος αρμονικά δεμένα, ώστε να αποτελούν αδιάσπαστη ενότητα.
Δύο είναι τα σφάλματα που ονομάζει ο Πλάτων:
- Ο λόγος ἀκέφαλος — αυτός που ξεκινάει απότομα, χωρίς εισαγωγή, χωρίς να προετοιμάσει τον ακροατή.
- Ο λόγος ἄπους — αυτός που κόβεται απότομα, χωρίς κατάληξη, χωρίς να «στρογγυλέψει» το νόημα.
Η γενική αυτή αντίληψη δεν αφορά μόνο τη ρητορική: οι αρχαίοι έβλεπαν κάθε είδος λόγου (ποίηση, ιστορία, φιλοσοφικό διάλογο) ως οργανισμό με μέλη αρμονικά δεμένα. Εφαρμόζεται όμως κατεξοχήν στον ρητορικό λόγο, όπου η οργάνωση δεν είναι απλώς αισθητικό ζητούμενο αλλά όργανο της πειθούς.
Ο Πλάτων διατυπώνει αυτή την αρχή μέσα στον διάλογο Φαῖδρος, όπου ασκεί κριτική στη ρητορική της εποχής του. Το επιχείρημά του είναι ότι οι ρήτορες διδάσκουν τεχνικές λεπτομέρειες (πώς να κάνεις προοίμιο, πώς επίλογο) χωρίς να κατέχουν την ουσία: τη γνώση της αλήθειας και της ανθρώπινης ψυχής. Η εικόνα του «ζώου» είναι η θετική του πρόταση — μια αληθινή τέχνη του λόγου οφείλει να συγκροτεί οργανικά σύνολα, όχι να συναρμολογεί κομμάτια.
Τα τέσσερα κύρια μέρη του ρητορικού λόγου, στη σειρά τους, είναι:
1. Προοίμιον → 2. Διήγησις → 3. Πίστις (απόδειξη) → 4. Επίλογος
Μάθε τα με τη σειρά και με τον ρόλο του καθενός. Μεταξύ προοιμίου και διήγησης παρεμβάλλεται συχνά και η πρόθεσις.
α'. Το προοίμιον 🚪
Το προοίμιον είναι η αρχή του ρητορικού λόγου. Μέσα σε λίγα λόγια ο ρήτορας πετυχαίνει τρία πράγματα:
- Ενημερώνει σύντομα τον ακροατή για το θέμα — του δίνει, δηλαδή, τον προσανατολισμό που χρειάζεται για να παρακολουθήσει.
- Προσπαθεί να εξασφαλίσει την εύνοιά του — να τον κάνει να προδιατεθεί θετικά απέναντι στον ομιλητή.
- Προσπαθεί να εξασφαλίσει την προσοχή του — να τον κάνει να ακούσει με ενδιαφέρον όσα θα ακολουθήσουν.
Το προοίμιο είναι σχεδόν πάντα παρόν: σπανίως ρητορικός λόγος αρχίζει χωρίς κάποιο είδος προοιμίου. Ακόμη και όταν φαίνεται ότι ο ρήτορας μπαίνει κατευθείαν στο θέμα, κάποιο προοιμιακό στοιχείο υπάρχει.
Μετά το προοίμιο ακολουθεί συνήθως η πρόθεσις: η σύντομη, καθαρή έκθεση του θέματος — τι ακριβώς πρόκειται να υποστηρίξει ή να αποδείξει ο ρήτορας. Είναι το σημείο όπου ο ακροατής καταλαβαίνει επακριβώς ποιο είναι το επίδικο ζήτημα.
Οι αρχαίοι θεωρητικοί συνόψιζαν τους στόχους του προοιμίου σε τρεις όρους: να καταστήσει τον ακροατή εὔνουν (ευνοϊκά διακείμενο), προσεκτικόν (προσεκτικό) και εὐμαθῆ (πρόθυμο να μάθει). Δεν είναι διακόσμηση: είναι η στιγμή που ο ρήτορας κερδίζει ή χάνει το ακροατήριό του, πριν καν εκθέσει το πρώτο επιχείρημα.
β'. Η διήγησις 📖
Στο μέρος αυτό ο ἀγορητής (ο ομιλητής) εκθέτει τα σχετικά με το θέμα γεγονότα — και συγκεκριμένα εκείνα που κρίνει ότι είναι:
- άγνωστα στον ακροατή, ή
- ανεπαρκώς γνωστά, ή
- εσφαλμένως γνωστά (δηλαδή ο ακροατής τα ξέρει λάθος).
Δεν είναι ιστορική αφήγηση
Εδώ βρίσκεται το κρισιμότερο σημείο. Η διήγηση στον ρητορικό λόγο δεν ακολουθεί τους κανόνες της ιστορικής αφηγήσεως. Ο ιστορικός επιδιώκει την αντικειμενική καταγραφή· ο ρήτορας επιδιώκει τη νίκη. Επομένως φροντίζει η διήγηση να μη ζημιώσει τον σκοπό της αγορεύσεώς του — χωρίς όμως να χάσει τη σαφήνεια και την πειστικότητά της.
Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι ο ρήτορας:
- Τονίζει τα στοιχεία που τον ευνοούν, τα φωτίζει, τα αναπτύσσει.
- Μειώνει τη σημασία όσων του είναι ασύμφορα — δεν τα αποσιωπά πάντοτε (θα ήταν επικίνδυνο), αλλά τα παρουσιάζει υποβαθμισμένα.
- Δεν παραλείπει ασήμαντα περιστατικά, αν από αυτά ο ακροατής ενδέχεται να πεισθεί, λόγου χάρη, για τη χρηστότητα του ήθους του ίδιου ή για την κακοήθεια του αντιπάλου.
Το τελευταίο είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό: μολονότι η συντομία θεωρείται προτέρημα της διήγησης, ο ρήτορας θυσιάζει τη συντομία όταν μια φαινομενικά ασήμαντη λεπτομέρεια χτίζει την εικόνα του ήθους. Η διήγηση δηλαδή δεν είναι ουδέτερη έκθεση γεγονότων — είναι ήδη επιχειρηματολογία με άλλα μέσα.
Πού συναντάμε ξεχωριστή διήγηση
- Κυρίως — και όχι πάντοτε — στους δικανικούς λόγους, όπου το ζητούμενο είναι τι ακριβώς συνέβη.
- Σπανίως στους συμβουλευτικούς, όπου το ζητούμενο δεν είναι το παρελθόν αλλά η μελλοντική απόφαση.
Βεβαίως, σύντομες διηγήσεις παρεμβάλλονται στο σώμα όλων των λόγων, παράλληλα με τις σχετικές αποδείξεις. Δηλαδή η διήγηση δεν είναι πάντα ένα συμπαγές τμήμα σε συγκεκριμένη θέση: μπορεί να διασπάται και να εμφανίζεται όπου χρειάζεται για να στηρίξει μια απόδειξη.
Μην ταυτίζεις τη ρητορική διήγηση με την ιστορική αφήγηση. Η ρητορική διήγηση είναι επιλεκτική και κατευθυνόμενη: επιλέγει, φωτίζει, σκιάζει και διατάσσει τα γεγονότα με βάση το συμφέρον του ρήτορα. Όταν αναλύεις ένα κείμενο, ρώτα πάντα: τι τονίζεται, τι υποβαθμίζεται και γιατί;
γ'. Η πίστις (απόδειξη) ⚖️
Η πίστις είναι το ουσιαστικότερο μέρος του ρητορικού λόγου. Και τούτο είναι απολύτως λογικό, αφού η Ρητορική ορίζεται ως «πειθοῦς δημιουργός» ή ως τέχνη «τοῦ ἰδεῖν τὰ ὑπάρχοντα πιθανὰ περὶ ἕκαστον» — δηλαδή τέχνη του να διακρίνεις τα πειστικά επιχειρήματα για κάθε ζήτημα. Αν σκοπός της ρητορικής είναι η πειθώ, τότε το μέρος όπου συντελείται η απόδειξη είναι η καρδιά του λόγου.
Οι αποδείξεις διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: άτεχνες και έντεχνες.
1. Άτεχνες αποδείξεις 📄
Είναι τα αντικειμενικά πειστήρια που δεν οφείλονται στην τεχνική δεξιότητα του ρήτορα. Υπάρχουν ανεξάρτητα από αυτόν· εκείνος απλώς τα επικαλείται και τα παρουσιάζει. Τέτοιες είναι:
- οι νόμοι
- οι μαρτυρικές καταθέσεις
- οι όρκοι
- τα έγγραφα (συμβόλαια, διαθήκες κ.λπ.)
Ο όρος «άτεχνες» δεν σημαίνει ότι είναι κατώτερες — σημαίνει ότι δεν είναι προϊόν τέχνης, δηλαδή δεξιοτεχνίας του ρήτορα.
2. Έντεχνες αποδείξεις 🧠
Είναι εκείνες που ο ίδιος ο ρήτορας επινοεί. Είναι δικό του δημιούργημα, καρπός της τέχνης του. Είναι πέντε:
α) Τα ενθυμήματα
Τα ενθυμήματα είναι βραχυλογικοί συνήθως συλλογισμοί. Αναλόγως των προτάσεων — των δεδομένων δηλαδή στα οποία στηρίζονται — δίνουν συνήθως πιθανά, αλλά και ασφαλή κάποτε συμπεράσματα. Με μια αυστηρή προϋπόθεση: αν τα περιστατικά στα οποία αναφέρονται είναι πράγματι ακριβή.
Εδώ κρύβεται μια θεμελιώδης παγίδα, την οποία πρέπει να αντιλαμβάνεσαι όταν αναλύεις ρητορικά κείμενα: πολλές φορές ο συλλογισμός είναι τυπικά ορθός, αλλά δεν αληθεύει το συμπέρασμα, γιατί ο ρήτορας αγνοεί ή αποκρύπτει την αλήθεια. Δηλαδή η μορφή του συλλογισμού είναι άψογη, οι προκείμενες όμως είναι ψευδείς ή ελλιπείς.
Το κλασικό παράδειγμα: στο ενθύμημα ότι κάποιος έχει πυρετό και επομένως είναι άρρωστος, το συμπέρασμα είναι αναμφισβήτητο — αν όμως πράγματι αυτός έχει πυρετό. Η ορθότητα του συλλογισμού δεν εγγυάται την αλήθεια του συμπεράσματος· αυτή εξαρτάται από την αλήθεια της αφετηρίας.
Γιατί βραχυλογία; Η συντομία του ενθυμήματος εξυπηρετεί τρεις σκοπούς:
- υπηρετεί την κομψότητα του λόγου,
- εξασφαλίζει οικονομία χρόνου,
- δεν εκνευρίζει τον ακροατή, ο οποίος αισθάνεται ότι υποτιμούν τη νοημοσύνη του όταν του αναλύουν τα αυτονόητα.
Ο ρήτορας δηλαδή παραλείπει σκόπιμα ό,τι ο ακροατής μπορεί να συμπληρώσει μόνος του — και έτσι τον κάνει συνένοχο στο συμπέρασμα: ο ακροατής νιώθει ότι το σκέφτηκε ο ίδιος.
Τα ενθυμήματα στηρίζονται σε γενικά παραδεκτές απόψεις και τρόπους σκέψεως που ονομάζονται «κοινοί τόποι», δηλαδή κοινόχρηστα επιχειρήματα — αποθέματα σκέψης διαθέσιμα σε κάθε ρήτορα και αναγνωρίσιμα από κάθε ακροατή.
Το ενθύμημα είναι ο ρητορικός συλλογισμός: κινείται στο πεδίο του πιθανού, όχι της αυστηρής λογικής απόδειξης, και είναι εσκεμμένα συντομευμένο (μια προκείμενη ή το συμπέρασμα υπονοείται). Όταν αναλύεις ένα ενθύμημα, εντόπισε τι έχει αποσιωπηθεί — εκεί κρύβεται συνήθως το αδύνατο σημείο του.
β) Τα παραδείγματα
Τα παραδείγματα είναι δύο ειδών:
- ιστορικά (πραγματικά) — αντλημένα από γεγονότα που όντως συνέβησαν,
- πλαστά (παραβολές) — επινοημένα από τον ρήτορα.
Είναι βέβαια ενδείξεις μόνον, όχι αποδείξεις με τη στενή έννοια. Η αποδεικτική τους αξία στηρίζεται στην ομοιότητα ή την αναλογία προς αυτό που ζητείται να αποδειχθεί: αν η περίπτωση Α έμοιαζε με τη σημερινή και είχε αυτή την έκβαση, τότε πιθανώς και η σημερινή θα έχει παρόμοια.
Ο απλοϊκός ακροατής πάντως επηρεάζεται έντονα, καθώς γενική είναι η αντίληψη πως ό,τι συμβαίνει στον έναν μπορεί να συμβεί στον καθένα. Ο ρήτορας αξιοποιεί ακριβώς αυτή τη διαδεδομένη πεποίθηση.
γ) Οι γνώμες
Οι γνώμες είναι αποφθέγματα για ζητήματα γενικού χαρακτήρα — γενικές αλήθειες συμπυκνωμένες σε λιτή, μνημονεύσιμη διατύπωση. Επειδή λειτουργούν σαν συντομευμένοι συλλογισμοί, μπορεί να λεχθεί γι' αυτές ό,τι και για τα ενθυμήματα.
Η αποδεικτική τους αξία εξαρτάται από δύο παράγοντες:
- από τον βαθμό που αναγνωρίζονται γενικώς ως ορθές,
- από το κύρος αυτού που τις έχει διατυπώσει.
Ηθοποιία 🎭
δ) Τα ήθη
Η πειστικότητα του ρήτορα εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την εντύπωση που θα προξενήσει στο ακροατήριο ο ίδιος ως προσωπικότητα. Δεν πείθει μόνο το επιχείρημα· πείθει και το ποιος το λέει.
Η στρατηγική του ρήτορα κινείται σε τρεις άξονες:
1. Το δικό του ήθος. Αν κατορθώσει να επιβάλει την εικόνα του ως έντιμου ανθρώπου και πολίτη, οι λόγοι του γίνονται πειστικότεροι — αφού είναι λογικό οι άνθρωποι να εμπιστεύονται τους φρόνιμους και ενάρετους.
2. Το ήθος του αντιπάλου. Αντιθέτως, προσπαθεί να μειώσει ηθικά τον αντίπαλο και έτσι να εξουδετερώσει την πειστικότητα των επιχειρημάτων του. Πρόκειται για έμμεση αλλά εξαιρετικά αποτελεσματική μέθοδο: δεν χρειάζεται να ανασκευάσεις κατά μέτωπο ένα επιχείρημα, αν πείσεις ότι εκείνος που το διατυπώνει είναι αναξιόπιστος.
3. Το ήθος των ακροατών. Συγχρόνως ο ρήτορας φροντίζει να γίνει συμπαθής στους ακροατές:
- επαινώντας τους προγόνους τους,
- κολακεύοντας αυτούς τους ίδιους,
- δικαιολογώντας τα λάθη και τις αδυναμίες τους.
Και όταν ακόμη είναι υποχρεωμένος να ψέξει (να επικρίνει) τη συμπεριφορά τους, σπεύδει να την αποδώσει στην κακή επίδραση ή την προδοτική δράση άλλων — δηλαδή των αντιπάλων του. Έτσι πετυχαίνει διπλό όφελος: δεν προσβάλλει το ακροατήριο και ταυτόχρονα ενοχοποιεί τους αντιπάλους.
Αυτή η ηθοποιία — του ρήτορα, του αντιπάλου και του ακροατή — ασκούσε μεγάλη επίδραση στο ακροατήριο και απαντάται σε όλα τα μέρη του ρητορικού λόγου: δεν περιορίζεται στην πίστη, αλλά διαχέεται στο προοίμιο, στη διήγηση και στον επίλογο.
Παθοποιία 💔
ε) Τα πάθη
Επίσης σε όλη τη διάρκεια της αγορεύσεως ο ρήτορας, γνωρίζοντας ότι οι άνθρωποι αποφασίζουν περισσότερο συναισθηματικά παρά λογικά, επιχειρεί:
- να διεγείρει στις ψυχές των ακροατών του τα πάθη (τα συναισθήματα) που τον συμφέρουν, ή
- να μεταγγίσει τα πάθη που κυριαρχούν στη δική του ψυχή.
Τα πάθη αυτά είναι: οργή, φιλία, μίσος, φόβος, οίκτος, ντροπή, φθόνος κ.λπ. Η διαδικασία ονομάζεται παθοποιία.
Ηθοποιία = διαμόρφωση χαρακτήρων (ήθους): του ρήτορα, του αντιπάλου, των ακροατών.
Παθοποιία = διέγερση συναισθημάτων (παθών) στους ακροατές.
Και τα δύο είναι έντεχνες αποδείξεις και διατρέχουν όλα τα μέρη του λόγου, όχι μόνο την πίστη.
Οι πέντε έντεχνες αποδείξεις οργανώνονται γύρω από τρεις άξονες: το λογικό (ενθυμήματα, παραδείγματα, γνώμες), το ήθος (η αξιοπιστία του ομιλητή) και το πάθος (το συναίσθημα του ακροατή). Ο επιτυχημένος ρήτορας δεν επιλέγει έναν από τους τρεις — τους πλέκει μαζί μέσα στον ίδιο λόγο.
δ'. Ο επίλογος 🏁
Με τον επίλογο επιδιώκονται συνήθως δύο κυρίως σκοποί:
1. Η ανάμνηση. Επιτυγχάνεται με μια συντομότατη ανακεφαλαίωση των βασικών θέσεων του λόγου. Ο ακροατής, που έχει παρακολουθήσει μια εκτενή αγόρευση, χρειάζεται να κρατήσει καθαρά στον νου του τα ουσιώδη — και ο ρήτορας φροντίζει να είναι αυτά ακριβώς που τον ευνοούν.
2. Η παθοποιία, που καταλήγει σε προτροπή ή αποτροπή. Στο τέλος του λόγου, όταν πλησιάζει η στιγμή της απόφασης, ο ρήτορας εντείνει τη συναισθηματική πίεση και ωθεί το ακροατήριο είτε να πράξει κάτι (προτροπή) είτε να αποφύγει κάτι (αποτροπή).
Υπάρχει και μια σημαντική εξαίρεση: όταν ο λόγος είναι πολύ σύντομος, ο επίλογος δεν είναι απαραίτητος. Αν ο ακροατής έχει ακούσει λίγα, δεν χρειάζεται ανακεφαλαίωση — και μια συναισθηματική κορύφωση θα φαινόταν δυσανάλογη.
Συνοπτικός πίνακας 📋
| Μέρος | Τι κάνει | Παρατηρήσεις |
|---|---|---|
| Προοίμιον | Ενημερώνει σύντομα για το θέμα, εξασφαλίζει εύνοια και προσοχή | Σπανίως λείπει· ακολουθείται συνήθως από την πρόθεσιν (σύντομη έκθεση του θέματος) |
| Διήγησις | Εκθέτει τα γεγονότα που είναι άγνωστα, ανεπαρκώς ή εσφαλμένως γνωστά | Δεν ακολουθεί τους κανόνες της ιστορικής αφήγησης· κυρίως στους δικανικούς, σπανίως στους συμβουλευτικούς |
| Πίστις | Αποδεικνύει — το ουσιαστικότερο μέρος | Άτεχνες: νόμοι, μαρτυρίες, όρκοι, έγγραφα Έντεχνες: ενθυμήματα, παραδείγματα, γνώμες, ήθη, πάθη |
| Επίλογος | Ανακεφαλαιώνει (ανάμνηση) και συγκινεί (παθοποιία → προτροπή/αποτροπή) | Δεν είναι απαραίτητος σε πολύ σύντομο λόγο |
Τι πρέπει να συγκρατήσεις 💡
Η οργάνωση του ρητορικού λόγου σε μέρη δεν είναι σχολαστικός φορμαλισμός. Είναι στρατηγική της πειθούς: κάθε μέρος αντιστοιχεί σε μια φάση της ψυχολογικής διαδρομής του ακροατή — από την προδιάθεση (προοίμιο) στην ενημέρωση (διήγηση), από εκεί στην πεποίθηση (πίστις) και τελικά στην απόφαση (επίλογος).
Ταυτόχρονα, τα μέρη δεν είναι στεγανά. Η ηθοποιία και η παθοποιία διατρέχουν ολόκληρο τον λόγο· σύντομες διηγήσεις παρεμβάλλονται όπου χρειάζεται· και η πλατωνική εικόνα του ζωντανού οργανισμού μας θυμίζει ακριβώς αυτό: τα μέλη πρέπει να ταιριάζουν μεταξύ τους και με το σύνολο.