1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Ε'. Τα είδη του Αττικού ρητορικού λόγου 📜

«ἔστι δὲ τῆς ῥητορικῆς εἴδη τρία τὸν ἀριθμόν·

τοσοῦτοι γὰρ καὶ οἱ ἀκροαταὶ τῶν λόγων».

Ἀριστοτ. Ρητορ. 1358α

Ο Αριστοτέλης, στη Ρητορική του, διατυπώνει μια κατάταξη που έμελλε να γίνει κανόνας για ολόκληρη την αρχαιότητα: τα είδη της ρητορικής είναι τρία, και είναι τρία επειδή τόσα είναι και τα είδη των ακροατών. Το κριτήριο δηλαδή δεν είναι το ύφος ούτε το θέμα, αλλά το ποιος ακούει και τι καλείται να κάνει με αυτά που ακούει. Άλλο πράγμα ένας πολίτης που πρέπει να ψηφίσει για το μέλλον της πόλης, άλλο ένας δικαστής που πρέπει να κρίνει μια πράξη του παρελθόντος, και άλλο ένας θεατής μιας γιορτής που απλώς παρακολουθεί και επιδοκιμάζει. Από αυτή τη διάκριση των ακροατηρίων προκύπτουν τα τρία γένη του λόγου.

Έτσι, κατά τον Αριστοτέλη, υπάρχουν τριών ειδών ρητορικοί λόγοι: οι συμβουλευτικοί, οι δικανικοί και οι επιδεικτικοί (πανηγυρικοί).

1. Οι συμβουλευτικοί λόγοι: η ρητορική της Εκκλησίας του Δήμου ⚖️

Οι συμβουλευτικοί είναι λόγοι πολιτικοί, που εκφωνούνται στις συνελεύσεις του λαού. Με αυτούς παρέχονται συμβουλές για το μέλλον: ο ρήτορας δεν κρίνει ό,τι έγινε, αλλά εισηγείται ό,τι πρέπει να γίνει. Οι δύο θεμελιώδεις κινήσεις του είναι η προτροπή και η αποτροπή — προτρέπει ή αποτρέπει τον λαό, με σκοπό την επίτευξη του συμφέροντος ή την αποφυγή πολιτικών σφαλμάτων.

Αυτό το διπλό ζεύγος εξηγεί και το ύφος του γένους: ο συμβουλευτικός λόγος είναι κατεξοχήν λόγος υπολογισμού και πρόβλεψης. Δεν ρωτά «τι έγινε;» αλλά «τι μας συμφέρει;». Γι' αυτό οι μεγάλες πολιτικές αγορεύσεις γεμίζουν με σταθμίσεις κερδών και ζημιών, με παραδείγματα από το παρελθόν που λειτουργούν ως προειδοποιήσεις, και με σενάρια για το τι θα συμβεί αν η πόλη κάνει ή δεν κάνει κάτι.

Πού μιλούσαν: η Εκκλησία του Δήμου

Στην Αθήνα οι πολιτικές αγορεύσεις γίνονταν ενώπιον της Εκκλησίας του Δήμου, η οποία αποφάσιζε για τα πιο σοβαρά θέματα του κράτους:

  • την κήρυξη πολέμου
  • την υπογραφή ειρήνης
  • τη σύναψη και διάλυση συμμαχιών
  • την ψήφιση νόμων
  • τα δημόσια οικονομικά και άλλα ζητήματα

Δικαίωμα λόγου και ψήφου είχαν σε αυτήν όλοι οι γνήσιοι Αθηναίοι πολίτες — γνήσιοι, δηλαδή «ἐξ ἀμφοῖν γονέοιν» — από το εικοστό έτος της ηλικίας τους, εφόσον δεν τους είχαν αφαιρεθεί τα πολιτικά δικαιώματα.

Η Εκκλησία συνεδρίαζε κανονικά σαράντα φορές τον χρόνο, αλλά και εκτάκτως, όταν το καλούσαν οι περιστάσεις. Χώρος των συνεδριάσεων ήταν συνήθως η Πνύκα και κάποτε η Αγορά ή το θέατρο του Διονύσου. Μετά τις αγορεύσεις οι πολίτες αποφάσιζαν ψηφίζοντας συνήθως με ανάταση των χεριών — η διαδικασία λεγόταν «χειροτονία».

Ένα βήμα, χιλιάδες αυτιά 🏛️

Η Πνύκα, ο λόφος απέναντι από την Ακρόπολη, ήταν ο κατεξοχήν χώρος της αθηναϊκής δημοκρατικής συζήτησης. Το βήμα του ρήτορα πήρε την τελική του διαμόρφωση στο τέλος του 5ου αιώνα π.Χ. Ο ομιλητής στεκόταν σε ανοιχτό χώρο, χωρίς μικρόφωνα και χωρίς τεχνητή ακουστική, και έπρεπε να κρατήσει την προσοχή χιλιάδων πολιτών με μόνο εργαλείο τη φωνή, τη στάση του σώματος και τη δύναμη του λόγου του. Η ὑπόκρισις —η εκφορά και η υποκριτική απόδοση του λόγου— δεν ήταν πολυτέλεια αλλά αναγκαιότητα επιβίωσης.

Ελευθερία και ευθύνη του ρήτορα

Οι ρήτορες είχαν απόλυτη ελευθερία συμβουλής και μεγάλη επιρροή στην πολιτική ζωή, ακόμη και αν δεν ασκούσαν δημόσιο λειτούργημα. Στην αθηναϊκή δημοκρατία, δηλαδή, η εξουσία της πειθούς δεν προϋπέθετε αξίωμα: αρκούσε κανείς να είναι πολίτης και να μπορεί να πείσει.

Αυτή η ελευθερία όμως συνοδευόταν από ευθύνη. Οι ρήτορες είχαν την ευθύνη των εισηγήσεών τους, αφού το όνομά τους και οι προτάσεις τους περιλαμβάνονταν στα ψηφίσματα της Εκκλησίας. Ο λόγος δεν εξατμιζόταν μετά την εκφώνηση: χαρασσόταν στο ψήφισμα, με υπογραφή. Αν η πρόταση αποδεικνυόταν καταστροφική, ο εισηγητής της ήταν γνωστός σε όλους — και μπορούσε να λογοδοτήσει.

Σημαντικότερος ρήτορας συμβουλευτικών λόγων θεωρείται ο Δημοσθένης.

2. Οι δικανικοί λόγοι: η ρητορική των δικαστηρίων 🏛️

Δικανικοί λόγοι είναι οι εκφωνούμενοι στα δικαστήρια και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν στο παρελθόν. Είναι κατηγορίες ή απολογίες και έχουν σκοπό την απόδειξη της ενοχής ή της αθωότητας του κατηγορουμένου, με βάση τον νόμο και το αίσθημα του δικαίου.

Η διατύπωση αυτή είναι σημαντική: τα δύο κριτήρια δεν είναι ένα. Ο νόμος είναι το γραπτό, θεσμικό μέτρο· το «αίσθημα του δικαίου» είναι το άγραφο, ηθικό αίσθημα των δικαστών. Ο ικανός δικανικός ρήτορας παίζει και στα δύο ταμπλό: αποδεικνύει ότι ο πελάτης του έχει το δίκιο του κατά τον νόμο, αλλά ταυτόχρονα φροντίζει να τον κάνει και συμπαθή, να πείσει ότι είναι χρηστός πολίτης, ενώ ο αντίδικος κακοήθης.

Τα δικαστήρια της Αθήνας

Το αρχαιότερο δικαστήριο στην Αθήνα ήταν ο Άρειος Πάγος. Οι αρμοδιότητές του όμως περιορίστηκαν από το 462 π.Χ. στην εκδίκαση φόνων εκ προμελέτης και μερικών άλλων υποθέσεων μικρότερης σημασίας. Υπήρχαν βέβαια και άλλα δικαστήρια, ενώ ορισμένες σοβαρές υποθέσεις τις εδίκαζε η Βουλή ή και η Εκκλησία του Δήμου.

Η Ηλιαία

Το κυριότερο δικαστήριο του Αθηναϊκού κράτους ήταν η Ηλιαία, ένα δικαστήριο ενόρκων. Τα βασικά χαρακτηριστικά της:

  • Μέλη μπορούσαν να γίνουν, μετά από κλήρωση, όλοι οι άνω των τριάντα ετών γνήσιοι Αθηναίοι πολίτες, εφόσον δεν εκκρεμούσε κατηγορία εναντίον τους.
  • Την αποτελούσαν 6.000 δικαστές, οι «Ἡλιασταί», από τους οποίους οι 1.000 ήσαν αναπληρωματικοί.
  • Το δικαστήριο δίκαζε σε τμήματα των 201, 401, 501 κ.λπ. δικαστών, ανάλογα με τη σοβαρότητα της δίκης.
  • Ο περιττός αριθμός των δικαστών απέκλειε την περίπτωση ισοψηφίας.
  • Οι δικαστές ελάμβαναν ως δικαστική αποζημίωση 2-3 οβολούς κατά δικάσιμη ημέρα.
  • Ο χρόνος των αγορεύσεων περιοριζόταν από ένα υδραυλικό χρονόμετρο, την «κλεψύδρα».
  • Η ψηφοφορία ήταν μυστική.
Ο χρόνος μετρημένος σε νερό ⏳

Οι κλεψύδρες των αθηναϊκών δικαστηρίων έφεραν χαραγμένο το όνομα της φυλής στην οποία ανήκαν και ένδειξη της χωρητικότητάς τους. Μια σωζόμενη κλεψύδρα της Αντιοχίδος φυλής φέρει την ένδειξη ΧΧ, που σημαίνει χωρητικότητα δύο χόες (περίπου 6,4 λίτρα), με διάρκεια ροής γύρω στα 6 λεπτά. Ο ρήτορας είχε λοιπόν αυστηρά μετρημένο χρόνο: όσο κυλούσε το νερό, μιλούσε — μόλις τελείωνε, σιωπούσε. Αυτό εξηγεί γιατί οι δικανικοί λόγοι είναι τόσο πυκνοί και οικονομημένοι: κάθε πρόταση έπρεπε να «πληρώνει» τον χρόνο της.

Πληρωμένη δικαιοσύνη 💰

Οι 2-3 οβολοί της δικαστικής αποζημίωσης δεν ήταν συμβολικοί: επέτρεπαν και στους φτωχότερους πολίτες να αφιερώσουν μια ολόκληρη μέρα στη δικαστική υπηρεσία χωρίς να χάσουν το μεροκάματό τους. Ήταν, δηλαδή, ένας θεσμός που έκανε τη συμμετοχή στη δικαιοσύνη πραγματικά δημοκρατική — και ταυτόχρονα, όπως σατίριζαν οι κωμικοί, γέμιζε τα δικαστήρια με ηλικιωμένους πολίτες που είχαν κάνει τη δικαστική έδρα καθημερινή τους απασχόληση.

Οι λογογράφοι ✍️

Εδώ βρίσκεται ένας από τους πιο ενδιαφέροντες θεσμούς της αθηναϊκής δικαιοσύνης — και η ίδια η αιτία που σώζονται σήμερα τόσοι δικανικοί λόγοι.

Νόμος όριζε ότι οι διάδικοι ήσαν υποχρεωμένοι να αγορεύουν αυτοπροσώπως και, αν υπήρχε συνήγορος, αυτός να δευτερολογεί (δηλαδή να μιλά δεύτερος, συμπληρωματικά). Δεν μπορούσε επομένως κανείς να αναθέσει απλώς την υπόθεσή του σε έναν επαγγελματία και να σιωπήσει. Έπρεπε ο ίδιος να σταθεί μπροστά στους εκατοντάδες δικαστές και να μιλήσει.

Επειδή ακριβώς ίσχυε αυτός ο περιορισμός, οι ενδιαφερόμενοι κατέφευγαν στους «λογογράφους». Αυτοί ήσαν έμπειροι δικανικοί ρήτορες που, με το αζημίωτο φυσικά, έγραφαν τα κείμενα των λόγων, τα οποία οι διάδικοι ήσαν υποχρεωμένοι να αποστηθίσουν και να απαγγείλουν στο δικαστήριο.

Η συνέπεια αυτού του θεσμού είναι κρίσιμη για την τέχνη του λογογράφου: ο λόγος έπρεπε να ταιριάζει στο στόμα του πελάτη, όχι στο στόμα του συγγραφέα. Ένας ταπεινός τεχνίτης δεν μπορούσε να μιλήσει σαν σοφιστής χωρίς να προκαλέσει καχυποψία. Από αυτή την ανάγκη γεννιέται το κατεξοχήν χαρακτηριστικό της δικανικής ρητορείας, η ἠθοποιΐα — η προσαρμογή του λόγου στο ήθος του ομιλητή.

Γιατί χρειαζόταν ψυχολογία και όχι μόνο νομική

Οι «Ἡλιασταί», όπως τους περιγράφει και ο Αριστοφάνης στους «Σφῆκες», ήσαν απλοϊκοί Αθηναίοι πολίτες χωρίς νομική πείρα και δικαστική συνείδηση. Δεν ήταν επαγγελματίες δικαστές: ήταν αγρότες, τεχνίτες, έμποροι, κληρωμένοι για τη συγκεκριμένη ημέρα.

Γι' αυτό ακριβώς οι λογογράφοι έπρεπε να γνωρίζουν όχι μόνον τους νόμους, αλλά και την ψυχολογία των λαϊκών δικαστών, ώστε να τους επηρεάζουν προς το συμφέρον των πελατών τους. Ο δικανικός λόγος δεν είναι νομικό υπόμνημα· είναι ένα κείμενο σχεδιασμένο να κερδίσει τη συμπάθεια, να ξυπνήσει την αγανάκτηση, να χτίσει εικόνα ήθους — και μόνο δευτερευόντως να επικαλεστεί άρθρα.

Επιφανέστερος λογογράφος δικανικών λόγων θεωρείται ο Λυσίας.

3. Το επιδεικτικό γένος: η ρητορική της γιορτής 🎉

Επιδεικτικοί ή πανηγυρικοί λόγοι, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι επιτάφιοι, ήσαν οι εκφωνούμενοι σε διάφορες εορτές και συγκεντρώσεις.

Με τους λόγους αυτούς εγκωμιάζονται ή επικρίνονται πράξεις και πρόσωπα του παρόντος, με συχνές αναδρομές στο παρελθόν και προβλέψεις του μέλλοντος. Το επιδεικτικό γένος έχει δηλαδή ως κύριο χρόνο το παρόν, αλλά κινείται ελεύθερα και προς τις τρεις κατευθύνσεις του χρόνου: ανακαλεί τα παλιά κατορθώματα για να τιμήσει, και προεξοφλεί τα μελλοντικά για να εμπνεύσει.

Ο διπλός σκοπός: επίδειξη και σκοπιμότητα

Ο ρήτορας εδώ έχει έναν διπλό στόχο: ζητεί συγχρόνως να επιδείξει τη ρητορική του δεινότητα και να προκαλέσει τις επευφημίες των ακροατών. Το ακροατήριο δεν καλείται να ψηφίσει ούτε να δικάσει· καλείται να απολαύσει και να κρίνει την τέχνη του ομιλητή. Γι' αυτό το επιδεικτικό γένος είναι το πιο «καλλιτεχνικό» από τα τρία: εδώ ανθούν τα ρητορικά σχήματα, οι αντιθέσεις, οι παρηχήσεις, η φροντισμένη περίοδος.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο επιδεικτικός λόγος δεν υπηρετεί και συγκεκριμένες πολιτικές σκοπιμότητες. Πίσω από το εγκώμιο μιας πόλης ή ενός νεκρού κρύβεται συχνά ένα πολύ συγκεκριμένο πολιτικό μήνυμα: μια πρόταση συμμαχίας, μια έκκληση για ομόνοια, μια προτροπή για κοινή δράση των Ελλήνων. Η γιορτή είναι το περιτύλιγμα· το περιεχόμενο μπορεί να είναι καθαρά πολιτικό.

Ακριβώς γι' αυτό, οι επιδεικτικοί λόγοι είναι εξάλλου, κατά τον Αριστοτέλη, συγγενείς με τους συμβουλευτικούς: και οι δύο ασχολούνται με το καλό και το ωφέλιμο, και οι δύο απευθύνονται στο σύνολο των πολιτών, και οι δύο μπορούν να στρέψουν την κοινή γνώμη προς μια κατεύθυνση. Η διαφορά είναι ότι ο συμβουλευτικός ζητεί απόφαση, ενώ ο επιδεικτικός διαμορφώνει διάθεση.

Ο Ισοκράτης κρίνεται ως ο επιφανέστερος εκπρόσωπος του επιδεικτικού γένους.

Λόγοι για ανάγνωση, όχι για εκφώνηση 📖

Ο Ισοκράτης, ο κορυφαίος του επιδεικτικού γένους, είχε αδύναμη φωνή και δειλία απέναντι στο πλήθος. Έτσι, οι μεγάλοι του «λόγοι» προορίζονταν κυρίως για ανάγνωση και όχι για αγόρευση. Αυτή η ιδιαιτερότητα του επέτρεψε να δουλεύει τα κείμενά του με απεριόριστο χρόνο και να τα λειάνει στην εντέλεια — και είναι από τους λόγους για τους οποίους το ισοκρατικό ύφος έγινε πρότυπο έντεχνου πεζού λόγου για αιώνες.

Συνοπτική επισκόπηση 💡

Το τριαδικό σχήμα του Αριστοτέλη δεν είναι μια σχολαστική ταξινόμηση, αλλά ένας χάρτης της δημόσιας ζωής της αρχαίας Αθήνας. Κάθε γένος αντιστοιχεί σε έναν θεσμό όπου ο πολίτης συμμετέχει με διαφορετική ιδιότητα:

  • Ως βουλευόμενος πολίτης στην Εκκλησία του Δήμου, ακούει συμβουλευτικούς λόγους και ψηφίζει για το μέλλον της πόλης.
  • Ως δικαστής στην Ηλιαία, ακούει δικανικούς λόγους και κρίνει πράξεις του παρελθόντος.
  • Ως θεατής στις εορτές, ακούει επιδεικτικούς λόγους και επιδοκιμάζει το ωραίο και το ένδοξο.

Και οι τρεις μεγάλες μορφές της αττικής ρητορείας —ο Δημοσθένης, ο Λυσίας, ο Ισοκράτης— δεν είναι απλώς «τρεις καλοί ρήτορες»: είναι οι τρεις κορυφές τριών διαφορετικών τεχνών, η καθεμία διαμορφωμένη από το ακροατήριο στο οποίο απευθυνόταν.