Α'. Η φυσική Ρητορεία 🗣️
Πριν η ρητορική γίνει τέχνη με κανόνες, δασκάλους και εγχειρίδια, υπήρξε φυσικό χάρισμα. Η ενότητα αυτή μας ταξιδεύει στην προϊστορία της ρητορικής τέχνης: στην εποχή που η ικανότητα του λόγου δεν διδασκόταν, αλλά θεωρούνταν δώρο των θεών — από τους Ομηρικούς ήρωες που «αγόρευαν» στη συνέλευση των Αχαιών, ως τον Περικλή που συγκλόνιζε την Πνύκα.
Το βασικό ερώτημα που διατρέχει όλη την ενότητα είναι απλό αλλά καθοριστικό: ο ρήτορας γεννιέται ή γίνεται;
«..οὐ πάντεσσιν θεοὶ χαρίεντα διδοῦσιν ἀνδράσιν, οὔτε φυὴν οὔτ' ἄρ' φρένας οὔτ' ἀγορητύν»
Ὀδύσσ. θ, 167-8
Σε νεοελληνική απόδοση: «Σε όλους δεν χαρίζουν οι θεοί την ομορφιά, τη σύνεση, τον λόγο».
Ο στίχος αυτός λειτουργεί ως το μότο ολόκληρης της ενότητας. Ο Όμηρος κατατάσσει την ευγλωττία στην ίδια σειρά με την ομορφιά και τη σύνεση: και τα τρία είναι χαρίσματα που δίνονται επιλεκτικά, δεν κατακτώνται με προσπάθεια. Δεν πρόκειται για κάτι που ο άνθρωπος μπορεί να αποκτήσει· είναι κάτι που του δίνεται — ή δεν του δίνεται.
1. Το τάλαντο 💡
Η φυσική ρητορεία δεν είναι ένα φαινόμενο κλεισμένο στο παρελθόν. Την αναγνωρίζουμε ακόμη και στο στενό κοινωνικό μας περιβάλλον: όλοι έχουμε γνωρίσει ανθρώπους με έμφυτο το χάρισμα του λόγου.
Το εντυπωσιακό είναι ότι το χάρισμα αυτό δεν συνδέεται απαραίτητα με τη μόρφωση. Μερικοί από αυτούς τους ανθρώπους δεν έχουν καν τις στοιχειώδεις γραμματικές γνώσεις, και όμως διαθέτουν μια φυσική ευγλωττία που μπορεί εύκολα να γοητεύσει και να πείσει. Παρατηρήστε τα δύο αυτά ρήματα: η γοητεία απευθύνεται στο συναίσθημα, η πειθώ στην κρίση. Ο φυσικός ρήτορας τα πετυχαίνει και τα δύο, χωρίς να έχει διδαχθεί πώς.
Για τέτοιους ανθρώπους χρησιμοποιείται συχνά ο ειρωνικός χαρακτηρισμός «αγράμματος δικηγόρος». Και ο χαρακτηρισμός αυτός, μας λέει το βιβλίο, δεν είναι χωρίς σημασία: κρύβει μέσα του ένα βαθύ φιλοσοφικό πρόβλημα.
Ο χαρακτηρισμός «αγράμματος δικηγόρος» θέτει εμμέσως το πρόβλημα της αξιοπιστίας της ρητορικής, όπως ακριβώς το έθεσε ο Πλάτων.
Η λογική του προβλήματος: αν κάποιος μπορεί να πείθει χωρίς να γνωρίζει — χωρίς μόρφωση, χωρίς επιστημονική κατάρτιση, χωρίς να κατέχει την αλήθεια για το θέμα στο οποίο μιλά — τότε η πειθώ είναι ανεξάρτητη από τη γνώση. Και αν η πειθώ είναι ανεξάρτητη από τη γνώση, τότε η ρητορική δεν είναι εργαλείο ανακάλυψης της αλήθειας, αλλά εργαλείο χειραγώγησης.
Αυτή ακριβώς είναι η πλατωνική κατηγορία εναντίον της ρητορικής: ότι δεν είναι πραγματική τέχνη (τέχνη) που στηρίζεται σε γνώση, αλλά απλή εμπειρία και ρουτίνα που στοχεύει στην ευχαρίστηση και όχι στο αγαθό. Κρατήστε το: είναι από τα πιο κρίσιμα εξεταστικά σημεία της εισαγωγής, γιατί επανέρχεται σε όλη τη διαμάχη φιλοσοφίας και ρητορικής.
2. Οι Ομηρικοί αγορητές 📜
Η ευγλωττία ως θεϊκό δώρο
Ο Όμηρος θεωρεί την ευγλωττία σπάνιο θεϊκό χάρισμα, ισότιμο με την ομορφιά και τη σύνεση — ακριβώς όπως δηλώνει το παράθεμα από την Οδύσσεια που ανοίγει την ενότητα.
Και το αποτέλεσμα αυτού του θεϊκού δωρήματος είναι ορατό μέσα στα ίδια τα έπη: προϊόντα του θείου αυτού δωρήματος είναι οι έξοχες αγορεύσεις των Ομηρικών ηρώων. Ο Όμηρος δηλαδή δεν μιλά θεωρητικά για την ευγλωττία — τη δείχνει στην πράξη, μέσα από τους μεγάλους λόγους που εκφωνούν οι ήρωές του.
Το διπλό ιδανικό: λόγος και έργο
Το ιδανικό του Ομηρικού ήρωα είναι διπλό. Ο ιδανικός ήρωας έπρεπε να διαπρέπει με τον λόγο στην αγορά όπως με τα ανδραγαθήματα στον πόλεμο. Η Ομηρική διατύπωση αυτού του ιδανικού είναι λιτή και μνημειώδης:
μύθων τε ῥητήρ ἔργων τε πρηκτήρ
Ἰλ. I, 443
Δηλαδή: «και των λόγων ρήτορας και των έργων πράκτορας» — να μιλάς σπουδαία και να πράττεις σπουδαία.
Είναι σημαντικό ότι το βιβλίο σπεύδει να διευκρινίσει: πρόκειται για την Ομηρική διατύπωση ενός διαχρονικού βέβαια, όχι μόνον Ομηρικού, ιδανικού. Ο Όμηρος δεν εφηύρε αυτό το ιδανικό — του έδωσε την πιο εύστοχη διατύπωσή του. Ο συνδυασμός λόγου και πράξης παραμένει το ζητούμενο σε κάθε εποχή, και ιδίως στην αθηναϊκή δημοκρατία, όπου ο πολίτης καλείται ταυτόχρονα να αγορεύει στην Εκκλησία του Δήμου και να πολεμά στη φάλαγγα.
Η «ἀγορή» ως πεδίο δόξας
Η Ομηρική «ἀγορή» χαρακτηρίζεται από τον ποιητή «κυδιάνειρα» — δοξάζει δηλαδή τους άνδρες όπως και η μάχη.
Το επίθετο αυτό είναι αποκαλυπτικό. Ο Όμηρος χρησιμοποιεί για τη συνέλευση το ίδιο επίθετο που χρησιμοποιεί και για τη μάχη. Η αγορά δηλαδή δεν είναι υποδεέστερη της μάχης: είναι ένα δεύτερο πεδίο δόξας, εξίσου τιμητικό. Ο λόγος είναι ένα είδος πολέμου με άλλα μέσα, και η νίκη σε αυτόν φέρνει την ίδια τιμή με τη νίκη στο πεδίο της μάχης.
Γι' αυτό ακριβώς το βιβλίο μιλά για «ρητορικούς αγώνες» ⚔️: στη συνέλευση οι ήρωες ανταγωνίζονται με τα λόγια όπως ανταγωνίζονται με τα όπλα.
Ο Νέστωρ, ο πρώτος μεγάλος ρήτορας
Στους ρητορικούς αυτούς αγώνες διαπρέπουν οι ηγεμόνες των Αχαιών και των Τρώων, ιδιαίτερα δε ο γηραιός Νέστωρ, τον οποίο ο Όμηρος περιγράφει με τους περίφημους στίχους:
ὁ λιγύς Πυλίων ἀγορητής, τοῦ καὶ ἀπὸ γλώσσης μέλιτος γλυκίων ῥέεν αὐδή
Ἰλ. Α, 248-249
Σε απόδοση: «που απ' τη γλώσσα του έτρεχε η φωνή γλυκύτερη απ' το μέλι».
Η εικόνα είναι εξαιρετικά δουλεμένη. Το ρήμα ῥέεν («έτρεχε, κυλούσε») παρουσιάζει τον λόγο ως ροή, ως κάτι που κινείται αβίαστα και αδιάκοπα — όχι ως προϊόν κόπου. Και η σύγκριση με το μέλι προσθέτει τη γλυκύτητα και τη γοητεία: ο λόγος του Νέστορα δεν πείθει μόνο, ευχαριστεί. Έχουμε εδώ, σε ποιητική μορφή, την πρώτη περιγραφή αυτού που αργότερα η ρητορική θεωρία θα ονομάσει τέρψη και ψυχαγωγία του ακροατή.
Ο Νέστωρ είναι ο γηραιότερος από τους Αχαιούς ηγεμόνες στην Τροία. Δεν είναι ο δυνατότερος πολεμιστής — αυτός είναι ο Αχιλλέας· ούτε ο ισχυρότερος βασιλιάς — αυτός είναι ο Αγαμέμνων.
Η δύναμή του είναι αποκλειστικά ο λόγος: η πείρα, η σύνεση και η ικανότητά του να συμβουλεύει και να συμφιλιώνει. Ο Όμηρος τον τοποθετεί μέσα στο στρατόπεδο ως τη ζωντανή απόδειξη ότι ο λόγος είναι αυτοτελής μορφή ισχύος: όταν πια το χέρι δεν κρατά το δόρυ, η γλώσσα εξακολουθεί να διοικεί.
Ο Θερσίτης: το τάλαντο δεν κάνει διακρίσεις
Εδώ το βιβλίο κάνει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις του: το φυσικό τάλαντο δεν γνωρίζει κοινωνικές διακρίσεις.
Η απόδειξη είναι εντυπωσιακή. Ο χαρακτηρισμός «λιγύς ἀγορητής» δεν αποδίδεται μόνο στον σεβάσμιο Νέστορα, αλλά και στον ασήμαντο Θερσίτη, τον οποίο ο Όμηρος γελοιογραφεί στο Β της Ιλιάδος.
Ο Θερσίτης είναι ο αντίποδας του ήρωα: άσχημος, χαμηλής καταγωγής, θρασύς, αντικείμενο χλευασμού. Και όμως ο Όμηρος του αναγνωρίζει την ίδια ρητορική ιδιότητα με τον Νέστορα. Το συμπέρασμα είναι σαφές: το χάρισμα του λόγου κατανέμεται από τους θεούς ανεξάρτητα από κοινωνική θέση, καταγωγή ή ήθος. Μπορεί να το έχει ο ευγενέστερος και μπορεί να το έχει ο ταπεινότερος.
Η περίπτωση του Θερσίτη προαναγγέλλει μια από τις μεγαλύτερες ενστάσεις κατά της ρητορικής: η δεινότητα του λόγου είναι ηθικά ουδέτερη.
Το ίδιο εργαλείο υπηρετεί τη σύνεση του Νέστορα και τη διχόνοια του Θερσίτη. Ο λόγος δεν φέρει μέσα του εγγύηση για την ορθότητα ή την τιμιότητα αυτού που τον χειρίζεται. Ακριβώς αυτή η ουδετερότητα θα τροφοδοτήσει αργότερα την πλατωνική κριτική και θα καταστήσει το ζήτημα της ηθικής ευθύνης του ρήτορα κεντρικό σε ολόκληρη την αρχαία ρητορική θεωρία.
3. Από τον Νέστορα στον Περικλή 🏛️
Η φυσική ρητορεία δεν σταματά στον Όμηρο. Στοιχεία φυσικής ρητορείας ανιχνεύονται επίσης σε τρεις ακόμη περιοχές της αρχαίας γραμματείας:
- Σε έργα ποιητών όπως ο Σόλων και ο Πίνδαρος
- Σε αγορεύσεις ιστορικών προσώπων στο έργο του Ηροδότου
Έχουμε δηλαδή μια συνεχή γραμμή: από τους μυθικούς ήρωες του έπους περνάμε στους ποιητές-νομοθέτες και τους λυρικούς, και από εκεί στα πραγματικά ιστορικά πρόσωπα που ο Ηρόδοτος παρουσιάζει να αγορεύουν. Η ρητορική ικανότητα ασκείται συνεχώς — απλώς δεν έχει ακόμη γίνει αντικείμενο διδασκαλίας.
Η «ἰσηγορία» και η δημοκρατία
Η αποφασιστική στροφή έρχεται με το πολίτευμα. Το δημοκρατικό πολίτευμα, που βασικό του χαρακτηριστικό ήταν η «ἰσηγορία», έδωσε τη δυνατότητα σε πολλούς να αξιοποιήσουν το φυσικό τους τάλαντο.
Αυτό είναι το κλειδί για να καταλάβει κανείς γιατί η ρητορική άνθησε ειδικά στην Αθήνα και ειδικά τον 5ο αιώνα. Το τάλαντο υπήρχε πάντοτε — αλλά χρειαζόταν έναν θεσμικό χώρο για να εκδηλωθεί. Η ισηγορία δημιούργησε ακριβώς αυτόν τον χώρο: όταν κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα να μιλήσει, τότε η ικανότητα του λόγου γίνεται κοινωνική δύναμη. Το τάλαντο μετατρέπεται σε πολιτικό κεφάλαιο.
Τη γενική εκτίμηση για την έμφυτη αυτήν ικανότητα επισημαίνουν ονόματα όπως:
Αρισταγόρας · Ευαγόρας · Πρωταγόρας · Πυθαγόρας
Και τα τέσσερα σχηματίζονται με το β' συνθετικό -αγόρας, από το ρήμα ἀγορεύω (= μιλώ στη συνέλευση). Δηλαδή:
- Αριστ-αγόρας = «ο άριστος στην αγόρευση»
- Ευ-αγόρας = «αυτός που αγορεύει καλά»
- Πρωτ-αγόρας = «ο πρώτος στην αγόρευση»
- Πυθ-αγόρας = «αυτός που αγορεύει με πειθώ / σχετίζεται με τον Πύθιο»
Οι γονείς έδιναν στα παιδιά τους ονόματα που ευχόταν ή δήλωναν την ικανότητα του λόγου — όπως αλλού έδιναν ονόματα που δήλωναν ανδρεία ή ευσέβεια. Η ονοματολογία γίνεται έτσι ζωντανή απόδειξη του πόσο υψηλά εκτιμούσε η ελληνική κοινωνία το χάρισμα του λόγου.
Θεμιστοκλής και Περικλής: το κατώφλι της τέχνης
Σπουδαίοι φυσικοί ρήτορες ήσαν ο Θεμιστοκλής και ο Περικλής, οι οποίοι όμως — και εδώ βρίσκεται η λεπτή αλλά καθοριστική διάκριση — φαίνεται πως προετοίμαζαν επιμελώς τις αγορεύσεις τους.
Η πληροφορία αυτή είναι πολύ σημαντική. Αν προετοίμαζαν τους λόγους τους, τότε η ρητορεία τους δεν ήταν πια εντελώς αυθόρμητη. Στέκονται σε ένα ενδιάμεσο σημείο: το τάλαντο παραμένει φυσικό, αλλά συνοδεύεται από συνειδητή εργασία. Είναι το πρώτο βήμα από τη φυσική ρητορεία προς την έντεχνη ρητορική.
Το βήμα αυτό γίνεται ακόμη πιο εμφανές στον Περικλή: λόγω των σχέσεών του με τους σοφιστές, ίσως είχε και κάποιες θεωρητικές γνώσεις ρητορικής τεχνικής. Προσέξτε τη διατύπωση — το βιβλίο γράφει «ίσως», δηλαδή πρόκειται για εικασία, όχι για βεβαιότητα. Ο Περικλής συναναστρεφόταν σοφιστές (κυρίως τον Πρωταγόρα και τον Αναξαγόρα), και είναι εύλογο να είχε απορροφήσει κάτι από τη θεωρητική τους σκέψη για τον λόγο.
Πάντως δεν φαίνεται να έγραφαν τους λόγους των και κανένα κείμενό τους δεν έχει διασωθεί όπως ακριβώς εκφωνήθηκε.
Αυτό είναι κρίσιμο και συχνά παρανοείται. Οι περίφημοι λόγοι του Περικλή που διαβάζουμε — π.χ. ο Επιτάφιος — δεν είναι τα αυθεντικά του λόγια: είναι η αναπλάθουσα απόδοση του Θουκυδίδη, γραμμένη με βάση την ανάμνηση, τη γενική αίσθηση και τη λογοτεχνική τέχνη του ιστορικού.
Η διαφορά με τους μεταγενέστερους λογογράφους (Λυσία, Ισοκράτη, Δημοσθένη) είναι ακριβώς εδώ: εκείνοι έγραφαν τους λόγους τους, γι' αυτό και τους έχουμε αυτούσιους. Η μετάβαση από τον προφορικό στον γραπτό λόγο σηματοδοτεί τη μετάβαση από τη φυσική στην έντεχνη ρητορεία.
4. Σύνθεση: τι διδάσκει η ενότητα 🎯
Η ενότητα χτίζει μια συνεχή πορεία σε τρία στάδια:
| Στάδιο | Χαρακτηριστικά | Εκπρόσωποι |
|---|---|---|
| Καθαρά φυσική ρητορεία | Θεϊκό δώρο, αυθόρμητο, χωρίς προετοιμασία Ο λόγος «ρέει» σαν μέλι | Νέστωρ, Θερσίτης, Ομηρικοί ήρωες |
| Ενδιάμεσο στάδιο | Φυσικό τάλαντο + επιμελής προετοιμασία Ο λόγος δουλεύεται, αλλά δεν γράφεται | Θεμιστοκλής, Περικλής |
| Προς την έντεχνη ρητορική | Θεωρητικές γνώσεις, επαφή με σοφιστές Ο λόγος γίνεται αντικείμενο διδασκαλίας | Περικλής (κατώφλι), σοφιστές |
Τα σημεία που πρέπει να συγκρατήσετε:
- Η ευγλωττία ως θεϊκό χάρισμα — ισότιμη με την ομορφιά και τη σύνεση (Ὀδύσσ. θ, 167-8).
- Το διπλό ιδανικό — μύθων τε ῥητήρ ἔργων τε πρηκτήρ: λόγος και έργο.
- Η αγορά ως πεδίο δόξας — «κυδιάνειρα» όπως και η μάχη.
- Το τάλαντο αγνοεί τις κοινωνικές διακρίσεις — Νέστωρ και Θερσίτης, «λιγύς ἀγορητής» και οι δύο.
- Η ισηγορία ως καταλύτης — η δημοκρατία μετατρέπει το τάλαντο σε πολιτική δύναμη.
- Το πρόβλημα του Πλάτωνα — αν πείθεις χωρίς να γνωρίζεις, πόσο αξιόπιστη είναι η ρητορική;
- Καμία διάσωση κειμένων — οι φυσικοί ρήτορες δεν έγραφαν· γι' αυτό η φυσική ρητορεία μάς είναι γνωστή μόνο έμμεσα, μέσα από ποιητές και ιστορικούς.