1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Η Λέξη στον «Οιδίποδα Τύραννο»: γλώσσα, ύφος και εκφραστικά μέσα 🗣️

Η λέξις είναι, κατά τον Αριστοτέλη, ένα από τα έξι ποιοτικά μέρη της τραγωδίας — μαζί με τον μύθο, τα ήθη, τη διάνοια, το μέλος και την όψη. Στη «Λέξη» εξετάζουμε πώς μιλούν τα πρόσωπα: με ποιες λέξεις, σε ποιον ρυθμό, με ποιες εικόνες και με ποιο ύφος. Στον «Οιδίποδα Τύραννο» η γλώσσα δεν είναι απλώς το ένδυμα της υπόθεσης· είναι η ίδια η υπόθεση. Η τραγωδία αυτή είναι ένα δράμα αναζήτησης της αλήθειας μέσω του λόγου: ο Οιδίπους ρωτά, ανακρίνει, επιμένει, και οι λέξεις που ακούει — και κυρίως αυτές που ο ίδιος λέει — τον οδηγούν βήμα βήμα στην καταστροφή του.

Η θεμελιώδης διάκριση: διαλογικά και λυρικά μέρη 🎭

Ο λόγος της τραγωδίας δεν είναι ενιαίος. Χωρίζεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες που διαφέρουν σε μέτρο, σε γλώσσα και σε ύφος.

Τα διαλογικά μέρη (Πρόλογος, Επεισόδια, Έξοδος) εκφωνούνται από τους υποκριτές σε ιαμβικό τρίμετρο, το μέτρο που ο Αριστοτέλης θεωρούσε πλησιέστερο στον φυσικό προφορικό λόγο. Η γλώσσα εδώ είναι καθαρή, λογική, επιχειρηματολογική — γλώσσα ανθρώπων που συζητούν, κρίνουν, μαλώνουν και ανακρίνουν.

Τα λυρικά μέρη (Πάροδος, Στάσιμα, Κομμοί) τραγουδιούνται από τον Χορό με συνοδεία αυλού και χορευτική κίνηση. Η γλώσσα τους είναι ποιητική, πυκνή, γεμάτη επίθετα, μεταφορές και εικόνες. Το ύφος υψώνεται, ο ρυθμός γίνεται πιο ελεύθερος και πιο συναισθηματικός.

Γιατί μετράει αυτή η διάκριση;

Η εναλλαγή διαλογικών και λυρικών μερών δημιουργεί τον ρυθμό της τραγωδίας. Μετά από κάθε ένταση του διαλόγου, ο Χορός σχολιάζει και συγκινείται τραγουδώντας — και ο θεατής παίρνει ανάσα. Το έργο «ανεβαίνει» και «κατεβαίνει» σαν αναπνοή.

Οι πολύστιχοι μονόλογοι και οι μεγάλες ρήσεις 📜

Ο μονόλογος και η ρήση είναι τα μεγάλα «κτίρια» του λόγου στην τραγωδία. Στον «Οιδίποδα Τύραννο» έχουν τρεις σαφείς λειτουργίες: προωθούν τα γεγονότα, διαγράφουν το ήθος των ηρώων και συγκινούν τον θεατή. Οι σημαντικότερες:

Ρήση / ΜονόλογοςΠρόσωποΣτίχοι (περίπου)Λειτουργία
Απάντηση στους ικέτεςΟιδίπουςΠρόλογος, 1-201Παρουσιάζει τον ήρωα ως φιλόπολι, δραστήριο, φιλόδημο βασιλιά
Η κατάρα και η προκήρυξηΟιδίπουςΑ΄ Επεισόδιο, 271-621Ο ήρωας καταριέται άθελά του τον εαυτό του — κορυφαία τραγική ειρωνεία
Η προφητεία του ΤειρεσίαΤειρεσίας605-621Προλέγει τυφλότητα, εξορία, αιμομιξία — με αινιγματική γλώσσα
Απολογία για τη συνωμοσίαΚρέωνΒ΄ Επεισόδιο, ~768-810Ψύχραιμη, λογική επιχειρηματολογία που αντιπαρατίθεται στην οργή
Η αφήγηση για τον φόνο του ΛάιουΙοκάστη~950-1000Θέλει να καθησυχάσει, αλλά ξεκινά την περιπέτεια: «σε τριπλό δρόμο αμαξιού»
Η αφήγηση για την Κόρινθο και τη σχιστή οδόΟιδίπους~1024-1096Ο ήρωας βάζει σε σειρά τη ζωή του και αρχίζει η αυτοαναγνώριση
Η ρήση του ΕξάγγελουΕξάγγελοςΈξοδος, 1657-1750Αφηγείται όσα δεν δείχνονται: αυτοκτονία Ιοκάστης, αυτοτύφλωση
Ο αποχαιρετισμός στις κόρεςΟιδίπους~1937-2010Αποκαλύπτει τα τρυφερά πατρικά αισθήματα και προκαλεί συγκίνηση

Η αφήγηση της Ιοκάστης: όταν η παρηγοριά γίνεται καταστροφή

Η Ιοκάστη μιλά για να ξεγνοιάσει τον Οιδίποδα. Θέλει να αποδείξει ότι οι χρησμοί δεν βγαίνουν αληθινοί: ο Λάιος, της είχαν πει, θα σκοτωνόταν από τον γιο του — κι όμως τον σκότωσαν ληστές σε τρίστρατο. Η γλώσσα της είναι ήρεμη, λογική, σχεδόν διδακτική («μάθε πως δε θα βρεις ψυχή στον κόσμο που να 'χει το δώρο της μαντοσύνης», στ. 950). Αλλά ένα και μόνο σύνθετο ουσιαστικό ανατρέπει τα πάντα: «σε τριπλό δρόμο αμαξιού» (στ. 961). Εδώ αρχίζει η περιπέτεια — η μεταβολή των πραγμάτων στο αντίθετο. Ο λόγος που ήταν φάρμακο γίνεται δηλητήριο.

Η αφήγηση του Οιδίποδα: ο ήρωας ως ανακριτής του εαυτού του

Ο Οιδίπους απαντά με τη δική του αφήγηση (στ. 1024 κ.εξ.): το συμπόσιο στην Κόρινθο, η βρισιά για τη γέννησή του, η επίσκεψη στους Δελφούς, η φυγή, το τρίστρατο, ο φόνος. «Και δε θα μείνεις δίχως να μου τ' ακούσεις», λέει — ο ίδιος βάζει σε μια σειρά τα γεγονότα της ζωής του και βγάζει συμπεράσματα. Το ύφος είναι λιτό, χρονολογικό, με μελετημένη διάρθρωση: κάθε λέξη είναι σκόπιμα τοποθετημένη, ώστε ο θεατής να βγάλει το συμπέρασμα πριν από τον ήρωα.

Η ρήση του Εξάγγελου: να δεις με τα αυτιά σου

Ο εξάγγελος υπάρχει επειδή η αρχαία τραγωδία δεν έδειχνε τη βία επί σκηνής. Έτσι, η ρήση του (στ. 1657 κ.εξ.) πρέπει να κάνει τον θεατή να δει με τα αυτιά του. Και το πετυχαίνει με εξαιρετική παραστατικότητα:

  • Ξεκινά με πανηγυρική προσφώνηση και προαναγγελία φρίκης: «τι φριχτά θ' ακούσετ' έργα και τι θα δείτε!» (στ. 1658-1659).
  • Χρησιμοποιεί μια τεράστια υπερβολή για το μίασμα: ούτε ο Ίστρος (ο Δούναβης) ούτε ο Φάσης, οι μεγαλύτεροι ποταμοί, δεν θα μπορούσαν να ξεπλύνουν αυτή τη στέγη (στ. 1662-1665).
  • Αφηγείται με ρήματα κίνησης και βίας: «ώρμησε», «μαδώντας με τα δυο χέρια τα μαλλιά της», «χύθηκε μέσα άγρια βογγώντας», «τους σύρτες ξετινάζει απ' τους αρμούς των».
  • Κορυφώνεται σε μια εικόνα ωμής σωματικότητας: ο Οιδίπους «τραβάει με μιας απ' τα φορέματά της τις ολόχρυσες καρφίτσες… και τις μπήζει… μέσα στις κόρες των ματιών του» (στ. 1718-1722).
  • Κλείνει με σωρευτική ασύνδετη απαρίθμηση: «θρήνος, κατάρα, θάνατος, ντροπή» (στ. 1740) — ο ποιητής συγκεντρώνει σε έναν στίχο όλα τα κακά μαζί.

Η στιχομυθία: ο κοφτός, ελλειπτικός λόγος της έντασης ⚔️

Στιχομυθία είναι ο διάλογος στίχο προς στίχο. Κάθε πρόσωπο μιλά έναν μόνο στίχο και ο άλλος απαντά αμέσως. Όταν οι στίχοι σπάνε ακόμη περισσότερο — μισός στίχος στον καθένα — μιλάμε για αντιλαβή.

Γιατί ο λόγος γίνεται εδώ ελλειπτικός και λιτός;

  1. Μιμείται τον πραγματικό καβγά. Όταν οι άνθρωποι οργίζονται, δεν εκφωνούν λόγους: κόβουν ο ένας τον άλλο, απαντούν με μια φράση, με μια ερώτηση, με μια κοροϊδία.
  2. Επιταχύνει τον ρυθμό. Οι σύντομες φράσεις δημιουργούν αίσθηση ταχύτητας και αγωνίας. Η δράση «τρέχει».
  3. Οικονομία του λόγου. Ό,τι εννοείται παραλείπεται. Ο ακροατής συμπληρώνει μόνος του τα κενά — και έτσι μετέχει ενεργά.
  4. Κάθε λέξη γίνεται όπλο. Στη στενότητα του ενός στίχου η λέξη αποκτά βάρος· μια μόνο λέξη μπορεί να πληγώσει ή να αποκαλύψει.
  5. Επιτρέπει την αμφισημία. Οι κοφτές φράσεις είναι ασαφείς και μπορούν να ερμηνευτούν διπλά — ιδανικές για την τραγική ειρωνεία.

Παράδειγμα: Οιδίπους και Τειρεσίας (στ. 588-602)

ΟΙΔΙΠΟΥΣ: Ποιους λες; για στάσου. Ποιος μ' έφερε λοιπόν στον κόσμο εμένα;
ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ: Η μέρα η σημερινή θενά σου δώσει και γέννηση και θάνατο.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ: Πώς όλα που λες αινίγματά 'ναι και σκοτάδια!
ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ: Μα εσύ δεν είσαι ο μόνος να τα βρίσκεις;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ: Βρίζε με 'κει που θα με βρεις μεγάλο.
ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ: Μα αυτή σου η τύχη σ' έχασε ίσα-ίσα.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ: Μα αν έσωσα τη χώρα, δε με μέλει.

Παρατήρησε: καμία περιγραφή, καμία επεξήγηση. Οι φράσεις είναι σχεδόν επιγραμματικές, κάποιες μοιράζονται σε δύο ομιλητές μέσα στον ίδιο στίχο (αντιλαβή), και σχεδόν καθεμία είναι διφορούμενη. «Η μέρα η σημερινή θενά σου δώσει και γέννηση και θάνατο»: ο Οιδίπους θα «γεννηθεί» σήμερα, γιατί θα μάθει ποιος πραγματικά είναι — και θα «πεθάνει», γιατί ο άνθρωπος που νόμιζε πως ήταν παύει να υπάρχει.

Άλλα σημεία έντονης στιχομυθίας

  • Οιδίπους – Κρέων (Β΄ Επεισόδιο, ~840 κ.εξ.): ανάκριση με απανωτές ερωτήσεις, όπου ο Οιδίπους στριμώχνει τον Κρέοντα.
  • Οιδίπους – Θεράποντας/Βοσκός (Γ΄ Επεισόδιο, ~1560 κ.εξ.): η κορύφωση όλου του έργου. Ο βοσκός αντιστέκεται, ο Οιδίπους απειλεί, οι στίχοι κόβονται και η αλήθεια βγαίνει με το ζόρι.
  • Οιδίπους – Ιοκάστη (~960-1000): η γρήγορη εναλλαγή ερωτήσεων και απαντήσεων για το τρίστρατο και την εμφάνιση του Λάιου.

Ο κομμός: όταν ο λόγος γίνεται θρήνος 😢

Ο κομμός είναι λυρικός θρήνος τραγουδισμένος από κοινού από τον Χορό και έναν υποκριτή. Στο έργο υπάρχουν δύο:

  • Κομμός του Β΄ Επεισοδίου (στ. 866): ανάμεσα στον Χορό και τον Οιδίποδα, όταν κορυφώνεται η σύγκρουση με τον Κρέοντα.
  • Κομμός της Εξόδου (στ. 1759 κ.εξ.): ο σπαρακτικός αμοιβαίος θρήνος Χορού και τυφλού πια Οιδίποδα. Εδώ η γλώσσα σπάει σε επιφωνήματα, επαναλήψεις και σύντομες κραυγές:

«Ο Απόλλωνας ήταν, ο Απόλλωνας, φίλοι,
που τέλειωσε αυτά τα φριχτά,
τα φριχτά μου τα πάθη.
Μα τα μάτια, κανενός άλλου χέρι
παρά μόνος μου ο έρμος
τα χτύπησα, μόνος»

Πρόσεξε τις επαναλήψεις («ο Απόλλωνας… ο Απόλλωνας», «τα φριχτά… τα φριχτά», «μόνος… μόνος»): δεν είναι φτώχεια λεξιλογίου, είναι το βασικό εκφραστικό μέσο του θρήνου. Ο πόνος δεν προχωρά — γυρίζει γύρω από το ίδιο σημείο.

Το ύφος των χορικών: λυρικό και εικονοπλαστικό 🎶

Τα χορικά έχουν εντελώς άλλη γλώσσα από τον διάλογο. Είναι πυκνά σε επίθετα, τολμηρά σε μεταφορές, γεμάτα προσωποποιήσεις και επικλήσεις θεών.

Πάροδος (202-270): ο Χορός δεν λέει απλώς «η πόλη υποφέρει». Ζωγραφίζει τον λοιμό με διαδοχικές εικόνες θανάτου — άγονη γη, νεκρά παιδιά, πτώματα άθαφτα, γυναίκες που θρηνούν στους βωμούς. Είναι μια σειρά από πίνακες.

Α΄ Στάσιμο (622-672): ο Χορός φαντάζεται τον φονιά κυνηγημένο. «Γιατ' οπλισμένος με φωτιά και μ' αστραπές του Δία ο γιος απάνω του χυμά και του ακλουθούν οι τρομερές κι αλάθευτες Κατάρες» (στ. 630-633). Οι Κατάρες προσωποποιούνται σε κυνηγούς. Ο φονιάς «έρμος στις ερμιές γυρνά σε βράχους, σε σπηλιές σαν ταύρος» (στ. 639-640) — μια παρομοίωση που τον κάνει ζώο κυνηγημένο. Και το κλείσιμο είναι εικόνα ταραγμένης σκέψης: «φτεροδέρνει ανήσυχος ο νους μου» (στ. 649).

Δ΄ Στάσιμο (1605-1656): το πιο φιλοσοφικό. Ο Χορός γενικεύει την περίπτωση του Οιδίποδα σε νόμο της ανθρώπινης ζωής. Η ευτυχία είναι «σαν μια ονειροφαντασιά, που αφού θα την ονειρευτεί γυρνάει και φεύγει» (στ. 1610-1612). Ο Οιδίπους ήταν «πύργος της χώρας μου» (στ. 1623) που «στυλώθηκε στο θάνατο καταντικρύ». Οι μεταφορές είναι ναυτικές («όσο κανείς πιο μακριά σαϊτεύοντας κέρδισε την πιο ασύγκριτη ευτυχία»), αρχιτεκτονικές (πύργος), αγροτικές («οι πατρικές σου οι αυλακιές» για τη μήτρα της Ιοκάστης) και λιμενικές («το ίδιο με τον πατέρα λιμάνι φοβερό σε χώρεσε»).

Ο Χορός ως γέφυρα

Το χορικό δεν σταματά τη δράση — τη βαθαίνει. Παίρνει το γεγονός που μόλις είδαμε και το μεταφράζει σε συναίσθημα και σε σκέψη. Γι' αυτό η γλώσσα του δεν είναι λογική αλλά εικονιστική: μιλά στη φαντασία, όχι στο μυαλό.

Η τραγική ειρωνεία ως γλωσσικό φαινόμενο 🎭

Η τραγική ειρωνεία είναι το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της «λέξης» στον «Οιδίποδα Τύραννο». Ο ήρωας εννοεί ένα πράγμα· ο θεατής, που γνωρίζει τον μύθο, ακούει άλλο. Οι λέξεις γίνονται αμφίσημες: έχουν διπλή στέγη νοήματος.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα:

ΣτίχοςΤι εννοεί ο ομιλητήςΤι ακούει ο θεατής
«ξένος κι απ' την πράξη» (276)Δεν έχω σχέση με τον φόνοΕίναι ο ίδιος ο φονιάς
«ώστε βοηθώντας εκείνον ωφελώ τον εαυτό μου» (188)Εκδικούμαι για τον ΛάιοΑνακρίνει τον ίδιο του τον εαυτό
«να πάθω αυτά που τώρα σε κείνους καταράστηκα» (318)Επίσημος όρκοςΚαταριέται τον εαυτό του
«αν με γνώση μου μες στα δικά μου τα σπίτια μού γινεί συνέστιος» (318)Υποθετική περίπτωσηΉδη ζει μαζί του — είναι ο ίδιος
«ως προς την όψη, δεν παράλλαζε πολύ από τη δική σου» (991)Ο Λάιος σου έμοιαζεΠατέρας και γιος μοιάζουν
«να μην ιδώ ούτε τους δικούς μου» (1096)Φοβάμαι την εξορίαΘα τυφλωθεί και δεν θα δει κανέναν

Πρόσεξε ότι η ειρωνεία δεν προϋποθέτει πάντα ολόκληρη φράση. Συχνά κρέμεται από μία λέξη. Ο επίμονος πληθυντικός «ληστές» (στ. 163, 1122) είναι όλη η ελπίδα του Οιδίποδα: αν ήταν πολλοί, δεν είναι αυτός. Και το «τρίστρατο» (στ. 961) είναι όλος ο φόβος του.

Οι μεγάλες εικόνες και τα μοτίβα 🔦

Πέρα από τις μεμονωμένες μεταφορές, το έργο διαπερνάται από δίκτυα εικόνων που επανέρχονται και δίνουν ενότητα.

Φως και σκοτάδι, όραση και τύφλωση 👁️

Είναι το κυρίαρχο μοτίβο. Ο Οιδίπους έχει μάτια αλλά είναι τυφλός στην αλήθεια· ο Τειρεσίας δεν έχει μάτια αλλά βλέπει. Το σχόλιο στον στ. 389 το λέει καθαρά: αντιπαρατίθεται η φυσική τυφλότητα με την πνευματική. Ο Οιδίπους παραπονιέται: «Πώς όλα που λες αινίγματά 'ναι και σκοτάδια!» (στ. 592). Και ο Τειρεσίας προλέγει: «χωρίς πια φως στα μάτια, μα σκοτάδια» (στ. 563), «μα αντίς που βλέπει τώρα, τυφλός τότε» (στ. 611). Ο Οιδίπους εύχεται το μαντείο «να 'ρθει της σωτηρίας φέρνοντας το φως» (στ. 110). Η πορεία της τραγωδίας είναι πορεία από το σκοτάδι της άγνοιας στο φως της γνώσης — και όταν φτάνει στο φως, ο ήρωας επιλέγει το αιώνιο σκοτάδι.

Νόσος, μίασμα και θεραπεία 🩺

Η πόλη είναι άρρωστη: λοιμός, «μισητός λοιμός» (στ. 38), «όλος φλόγα θεός» (στ. 37). Ο Οιδίπους είναι ο γιατρός που καλείται να τη γιατρέψει, αλλά είναι ο ίδιος η αρρώστια. Το λεξιλόγιο επανέρχεται συνεχώς: «μίασμα», «μόλυσμα της χώρας» (στ. 131), το «ελαύνειν μίασμα χώρας». Ο Εξάγγελος κλείνει τον κύκλο λέγοντας ότι ούτε ο Ίστρος ούτε ο Φάσης δεν μπορούν να καθαρίσουν τη στέγη αυτή (στ. 1662-1665).

Κυνήγι και ίχνος 🐾

Η αναζήτηση του φονιά περιγράφεται σαν κυνήγι. Ο Οιδίπους «ψάχνει», «ερευνά», «ξετρυπώνει». Η γνωμολογική φράση του Κρέοντα «κι ό,τι κανείς ψάχνει το βρίσκει… αμέλησε» (στ. 147) διατυπώνει τη θεμελιακή αρχή όλης της τραγωδίας. Στο Α΄ Στάσιμο ο φονιάς γίνεται θήραμα και οι Κατάρες κυνηγοί (στ. 630-643).

Ναυσιπλοΐα, λιμάνι, πλοίο 🚢

Η πόλη είναι πλοίο που βουλιάζει· ο βασιλιάς είναι κυβερνήτης. Στο Δ΄ Στάσιμο η εικόνα γίνεται φρικτή: το «λιμάνι φοβερό» που δέχτηκε και τον πατέρα και τον γιο (στ. 1637-1639).

Γη, σπορά, αυλάκι 🌾

Η αιμομιξία εκφράζεται με αγροτικές μεταφορές: «οι πατρικές σου οι αυλακιές» (στ. 1641), το «σπέρμα το παλιό» (στ. 1687), «άντρ' απ' άντρα και παιδιά απ' τα παιδιά της» (στ. 1693). Η γλώσσα αποφεύγει την ωμότητα μέσω της μεταφοράς — και έτσι γίνεται πιο σκληρή.

Οι τρεις τόνοι του ύφους 🎚️

Το βιβλίο μάς καλεί να διακρίνουμε τρία είδη ύφους μέσα στο έργο.

Δραματικό ύφος ⚡ — κοφτό, σύντομο, έντονο, γεμάτο ερωτήσεις, προστακτικές, ύβρεις και απειλές. Το συναντάμε στις συγκρούσεις: Οιδίπους – Τειρεσίας (στ. 439-621), Οιδίπους – Κρέων (στ. 696-834), Οιδίπους – Βοσκός (στ. 1560 κ.εξ.). Παράδειγμα: «Εσύ τι ήρθες εδώ; Πού βρήκες τέτοιο πρόσωπο τόλμης…» (στ. 696-697) — μια καταιγίδα ερωτήσεων χωρίς ανάσα.

Λυρικό ύφος 🎵 — υψηλό, μελωδικό, γεμάτο εικόνες, επίθετα, επαναλήψεις και επιφωνήματα. Χαρακτηρίζει τα χορικά και τους κομμούς: «Α, αχ, ω γενιές των θνητών, πόσο εγώ τη ζωή σας και το μηδέν ένα τα 'χω!» (στ. 1605-1607).

Παιγνιώδες ύφος 🎯 — παιχνίδι με τις λέξεις, αινίγματα, διφορούμενα, ειρωνικά υπονοούμενα, ακόμη και κοροϊδία. Το βρίσκουμε στα αινιγματικά λόγια του Τειρεσία («Μα εσύ δεν είσαι ο μόνος να τα βρίσκεις;», στ. 594 — υπαινιγμός στο αίνιγμα της Σφίγγας), αλλά και στα σαρκαστικά λόγια της Ιοκάστης για τη μαντική. Το ίδιο το όνομα «Οιδίπους» (πρησμένα πόδια) και το αίνιγμα του «δίποδου, τετράποδου και τρίποδου» πλάσματος συνδέονται με λογοπαίγνιο.

Ανακεφαλαίωση: πώς η γλώσσα υπηρετεί την τραγωδία 🧩

  • Ο διάλογος προωθεί την έρευνα και την αποκάλυψη· τα χορικά τη μετατρέπουν σε συναίσθημα και σε στοχασμό.
  • Οι μεγάλες ρήσεις δίνουν το παρελθόν και τα εκτός σκηνής γεγονότα, διαγράφουν το ήθος και συγκινούν.
  • Η στιχομυθία επιταχύνει, εντείνει, στριμώχνει και αφήνει χώρο για την αμφισημία.
  • Ο κομμός αποδίδει τον πόνο με επαναλήψεις και κραυγές.
  • Η τραγική ειρωνεία κάνει κάθε λέξη διπλή και βάζει τον θεατή σε θέση ανώτερη από τον ήρωα.
  • Οι εικόνες (φως/σκοτάδι, νόσος/θεραπεία, κυνήγι/ίχνος, θάλασσα, γη) ενοποιούν το έργο και το κάνουν να λειτουργεί όχι μόνο ως ιστορία, αλλά ως ποίηση.