1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Έξοδος (στ. 1657-2054)

Η Έξοδος είναι η τελευταία και καθοριστική ενότητα του έργου: ο εξάγγελος αναγγέλλει την αυτοκτονία της Ιοκάστης και την αυτοτύφλωση του Οιδίποδα, ακολουθεί ο κομμός, η συνάντηση με τον Κρέοντα, ο αποχαιρετισμός στις κόρες και το τέλος της τραγωδίας. 🎭

Κύρια σημεία

  • Ο εξάγγελος (δούλος από τα ανάκτορα) αναγγέλλει στο Χορό την αυτοκτονία της Ιοκάστης και την τύφλωση του Οιδίποδα.

  • Κομμός ανάμεσα στο Χορό και στον τυφλό Οιδίποδα: α) αμοιβαίος θρήνος για τα πάθη του ήρωα· β) ο Οιδίπους δικαιολογεί την τύφλωσή του.

  • Σε διάλογό του με τον Κρέοντα ο Οιδίπους ζητά: α) να εκτελεστεί η κατάρα που ο ίδιος είχε εξαγγείλει κατά του φονιά του Λάιου, β) να φροντίσει ο Κρέων για την ταφή της Ιοκάστης, γ) να προστατέψει ο Κρέων τα παιδιά του και ιδιαίτερα τις κόρες του που θα υπέφεραν λόγω των δικών του ντροπών και δοκιμασιών.

  • Ο Οιδίπους αποχαιρετά τις κόρες του.

Το κείμενο

ΕΞΟΔΟΣ

ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ

Ω τιμημένοι εσείς πρωτογερόντοι
της χώρας, τι φριχτά θ' ακούσετ' έργα
και τι θα δείτε! πόσο βαριά λύπη
1660
θα πάρετε, αν ακόμη, σαν πατριώτες,
τα σπίτια των Λαβδακιδών πονάτε.
Γιατί θαρρώ ούτε ο Ίστρος ούτε ο Φάσης
δε θα 'φταναν ποτέ να καθαρίσουν
τη στέγη αυτή, τόσες που κρύβει κι όσες
1665
στο φως θα βγούνε συφορές σε λίγο
αυτοθέλητες κι όχι αθελητές των,
και δίνουν πάντα πιο μεγάλο πόνο
τα πάθη που διαλέει κανείς μονάχος.

ΧΟΡΟΣ

Κι απ' όσα ξέραμε και πριν, δε λείπει
1670
τίποτα που να μη βαριοστενάζω·
μα τι άλλο έχεις να λες πάνω σ' εκείνα;

ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ

Ευθύς και θα το πω και θα τ' ακούσεις·
η βασίλισσα πέθανε η Ιοκάστη.

ΧΟΡΟΣ

Ω η βαριόμοιρη, πώς κι από τι τάχα;

ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ

1675
Σκοτώθηκε μονάχη της· μα ό,τι ήταν
το πιο φριχτό σ' αυτά που 'χουνε γίνει,
το γλυτώσατ' εσείς, μια που εκεί μέσα
δεν ήσαστε να βλέπατε· όμως, όσο
μπορώ κι εγώ να θυμούμαι, θα μάθεις
1680
τα παθήματ' αυτής της βαριομοίρας.
Γιατί αφού σαν τρελή πέρασε μέσα
απ' την αυλόπορτα, ώρμησ' έτσι αμέσως
στα νυφικά κρεβάτια της μαδώντας
με τα δυο χέρια τα μαλλιά της· κι άμα
1685
μπήκε, τις πόρτες έκλεισε από μέσα
κι έκραζε το νεκρό από χρόνια Λάιο,
θυμάμενη το σπέρμα το παλιό του,
που κι ο ίδιος σκοτώθηκε από κείνο
κι άφησ' αυτή, που το εγέννα, να γίνει
1690
κακότεκνη μητέρα με το γιό του·
και με θρήνους την κλίνη καταριόταν
που 'χε διπλούς γεννήσει, η βαριομοίρα,
άντρ' απ' άντρα και παιδιά απ' τα παιδιά της.
Πώς τέλειωσ' έπειτ' απ' αυτά δεν ξέρω·
1695
γιατί χύθηκε μέσα άγρια βογγώντας
ο Οιδίπους, και το τέλος της να δούμε
δεν μπορέσαμε πια, μα όλοι σε κείνον
κοιτάζαμε, που έστρεφε απάνω κάτω
κι από μας, πηγαινοέρχονταν, ζητώντας
1700
ένα σπαθί, και ρωτούσε που θά 'βρει
τη γυναίκα του - όχι τη γυναίκα του,
μα εκείνη που, σε διπλό μάνας κόρφο,
τον βάσταξε κι αυτόν και τα παιδιά του·
έτσι όπως ήταν λυσσασμένος, κάποιος
1705
θενά του 'δειξε δαίμονας κι όχι άλλος
κανένας από μας που ήμαστε γύρω·
και μπήγοντας μια άγρια φωνή, σα να 'χε
κάποιο οδηγό, πέφτει έτσι απάνω μ' όλο
το βάρος του στις δίφυλλες τις πόρτες,
1710
τους σύρτες ξετινάζει απ' τους αρμούς των
και χύνεται μέσα στο θάλαμο, όπου
βλέπομε τη γυναίκα κρεμασμένη
με τη θηλειά τριγύρω στο λαιμό της.
Κι έτσι να δει ο βαριόμοιρος εκείνος,
1715
βγάζοντας άγρια μουγκρητά της λύνει
τη θηλιά που κρεμόνταν, κι όταν χάμω
ξαπλώθηκε η ταλαίπωρη, τότε ήταν
να δεις τα τρομερά: τραβάει με μιας
απ' τα φορέματά της τις ολόχρυσες
1720
καρφίτσες που φορούσε για στολίδια
και τις μπήζει, σηκώνοντάς τες, μέσα
στις κόρες των ματιών του, ενώ έλεγε τέτοια:
Πως πια δε θα 'χουν να τον βλέπουν, ούτε
τις συφορές, ούτε τα κρίματά του,
1725
μα στο σκοτάδι εδώ και μπρος θα βλέπουν
εκείνους που δεν έπρεπε, και 'κείνους
που λαχταρούσε πια δε θα γνωρίσουν.
Τέτοια εψάλλε κι όλο ξανά και πάλι
σηκώνοντας το χέρι του χτυπούσε
1730
τα βλέφαρά του, και, μαζί, οι βολβοί του
οι ματωμένοι του 'βρεχαν τα γένεια,
και δεν έβγαινε το αίμα στάλες-στάλες,
μα σύγκλυζε την όψη του σαν μαύρη
νεροποντή κι αιμάτινο χαλάζι.
1735
Αυτά απ' τους δυο κι όχι απ' τον ένα μόνο
ξέσπασαν τα κακά και κοινή μοίρα
τους έχει σμίξει κι άντρα και γυναίκα.
Χαίρονταν πριν μια αληθινή ευτυχία,
παλιά κληρονομιά τους· σήμερα όμως
1740
θρήνος, κατάρα, θάνατος, ντροπή,
τα ονόματ' όλων των κακών που υπάρχουν
αχ, τίποτα δεν είναι που να λείπει.

ΧΟΡΟΣ

Τώρα έχει ο μαύρος ησυχάσει κάπως;

ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ

Φωνάζει να του ανοίξουμε τις πόρτες
1745
και να τον δείξουν σ' ολους τους Καδμείους
τον πατροκτόνο, της μητέρας του
τον - δεν μπορώ να ξαναπώ τ' ανόσια
τα λόγια του· και πως θα ρίξει, λέει,
τον εαυτό του εξόριστο απ' τη χώρα,
1750
και πως πια δε θα μείνει έτσι εδώ μέσα
καθώς είναι πεσμένος στις κατάρες
που 'βαλε ο ίδιος· έχει όμως ανάγκη
από κάποιο βοηθό κι οδηγητή του,
γιατ' είναι πιο πολύ το πάθημά του,
1755
που να μπορεί να το βαστά μονάχος.
Μα θα το δεις και συ· γιατί, να, ανοίγουν
αυτές οι πόρτες και θα δεις σε λίγο
θέαμα που κι εχθρός να τον πονέσει.

ΚΟΜΜΟΣ

Ω θέαμα θλιβερό να το βλέπουνε μάτια,
1760
ω απ' όλες που αντίκρισα εγώ
πιο φριχτή συφορά·
ποια μανία σε χτύπησε, ταλαίπωρε,
ποιος δαίμονας έπεσε απάνω
στην τρισάμοιρη μοίρα σου
1765
με πήδημα πιο μεγαλύτερο
κι απ' τα πιο μεγαλύτερα;
Αλίμονο, αλίμονο, δύστυχε,
μα ούτε να στρέψω μπορώ να σε ιδώ,
αν και θέλω πολλά να ρωτήσω,
1770
να μάθω πολλά, να κοιτάξω πολλά,
τέτοια φρίκη μου κάνεις.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ωιμέν' ωιμέ, συφορά μου,
πού με φέρνει το βήμα μου,
πού σκορπάει η φωνή μου και πάει,
1775
πού με βύθισες, μαύρη μου μοίρα;

ΧΟΡΟΣ

Σε φοβερό κι ανάκουστο κι αθώρητο κακό.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ω σύννεφο κατάρατο
της σκοτεινιάς, ανείπωτα
πυκνοζωσμένο γύρω μου,
1780
ανεμοκακοσκόρπιστο.
Αλίμονο και πάλι ξαν' αλίμονο,
με περονιάζουν τι κεντριά,
των πόνων μου μαζί η φωτιά
κι η θύμηση απ' τα κρίματά μου.

ΧΟΡΟΣ

1785
Θάμα δεν είναι μες σε τέτοια πάθη
διπλά να κλαις, διπλά μαρτύρια να 'χεις.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ω φίλε, εσύ 'σαι ο μόνος που
μου μένεις παραστάτης μου,
που ακόμα υπομονεύεσαι
1790
να με φροντίζεις τον τυφλό.
Και δε λαθεύομαι, γιατί
και μες στη σκοτεινιά μου
σ' αναγνωρίζω καν απ' τη φωνή.

ΧΟΡΟΣ

Πώς βάσταξες, κακόπραγε, να σβήσεις
1795
τις όψες σου έτσι; Ποιος θεός σ' έχει σπρώξει;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ο Απόλλωνας ήταν, ο Απόλλωνας, φίλοι,
που τέλειωσε αυτά τα φριχτά,
τα φριχτά μου τα πάθη.
Μα τα μάτια, κανενός άλλου χέρι,
1800
παρά μόνος μου, ο έρμος,
τα χτύπησα, μόνος.
Γιατί πια τι χρειαζόταν να βλέπω,
όταν τίποτα δεν είχα να δω,
που να μου ήταν γλυκό να το βλέπω;

ΧΟΡΟΣ

1805
Έτσ' είν' αλήθεια, όπως το λες.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Τι αξίζει λοιπόν πια
να βλέπω, ή τι να λαχταρώ
ή ποιου ν' ακούω τα λόγια με χαρά;
Πάρτε με, βγάλτε με, μια ώρα πιο μπρος,
1810
έξω απ' τη χώρα, καλοί μου,
βγάλτε με εμένα, της κακιάς
της ώρας το παιδί,
τον τρισκατάρατο, που σαν κι αυτόν
κανέναν άλλο δε μισήσανε οι θεοί.

ΧΟΡΟΣ

1815
Ω, να σε κλαίει κανείς και για το νου σου
όσο και για τις συφορές· πώς να 'ταν
να μη σε είχα ποτέ μου γνωρισμένο.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Κατάρα σ' αυτόν, όποιος να 'ταν,
που μου 'βγαλε τ' άγρια πεδούκλια απ' τα πόδια μου τότε,
που έκθετο μ' ήβρε και με είχε γλυτώσει
1820
απ' το χάρο σα να 'ταν να μου 'κανε χάρη·
γιατ' αν ήθελα τότε πεθάνει,
δε θα γενόμουνα τέτοιο κακό
στους δικούς και σε μένα τον ίδιο.

ΧΟΡΟΣ

1825
Έτσι θα το 'θελα κι εγώ.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Γιατί δε θα 'φτανα ποτέ
να γίνω του πατέρα μου φονιάς
κι ούτε νυμφίο θα μ' έλεγαν
εκείνων που με φέρναν στο φως.
1830
Μα τώρα κι άθεος είμαι
κι ανόσιων γονιών παιδί, και ομόκοιτος αυτής
που με γεννούσε· κι αν είν' κάτι πιο κακό
κι απ' το ίδιο το κακό, το 'λαχε ο Οιδίπους.

ΧΟΡΟΣ

Δεν μπορώ να το πω, πως φρόνιμο ήταν
1835
ό,τι έκαμες· γιατί πιο καλός θα 'σουν
να μη ζεις πια, παρά να ζεις τυφλός.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Μη ζητάς να μου μάθεις πως δεν ήταν
αυτό το πιο καλό που είχα να κάμω
και μη με συμβουλεύεις πια, γιατί
1840
δεν ξέρω με ποια μάτια θα μπορούσα
ν' αντίκριζα, σαν θα 'φτανα στον Άδη,
τον πατέρα και τη φτωχιά μου μάνα,
που και στους δυο τους τέτοια έχω κάμει,
που γι' αυτά λίγο θα 'ταν η κρεμάλα.
1845
Μα μήπως και θα μου 'μενε η λαχτάρα
να βλέπω τα παιδιά μου, γεννημένα
έτσι όπως έχουν γεννηθεί; Ποτέ
με τα δικά μου μάτια, καθώς κι ούτε
την πόλη, ούτε τους πύργους, ούτε τ' άγια
1850
των θεών μας αγάλματα, που εγώ ο ίδιος,
ο ασύγκριτος ο βασιλιάς της Θήβας,
τα στέρησα, ο τρισάθλιος, του εαυτού μου
με το κήρυγμα που 'βγαλα: να διώχνουν
όλοι τον ασεβή, που φανερώσαν
1855
ανίερο οι θεοί, του Λάιου τη γέννα.
Κι αφού εγώ μόνος μου έβγαλα στη μέση
ένα τέτοιο δικό μου μόλυσμα, πώς ήταν
αυτούς εδώ μ' ορθά να βλέπω μάτια;
Κάθε άλλο· μ' αν υπήρχε ακόμη τρόπος
1860
να 'φραζα την πηγή που ακούουν τ' αυτιά μας,
δε θα κρατιόμουν να μην τη σφαλούσα
π' ούτε να βλέπω ούτε ν' ακούω τίποτα,
γιατί γλυκό 'ναι να κρατάς κλεισμένη
τη σκέψη σου έξω από τις συφορές σου.
1865
Αχ, Κιθαιρώνα, γιατί με δεχόσουνα,
γιατί να μη με σκότωνες αμέσως
που με πήρες, για να μην είχα δείξει
ποτέ στον κόσμο ποια ήταν η γενιά μου;
Ω Πόλυβε και Κόρινθο, ω αρχαία
1870
πατρικά μου τάχα παλάτια, ωιμένα,
τι φανταχτή ομορφιά, μα με αποκάτω
πληγές κρυμμένες, με είχατε αναθρέψει,
για να φανώ στο τέλος τέτοιος που 'μαι.
Ω τρίστρατο κι ω κρυμμένο φαράγγι,
1875
ω δάσος, ω στενό μες στους τρεις δρόμους,
που ήπιατ' απ' τα χέρια μου το ίδιο
το αίμα μου, του πατέρα μου το αίμα,
θυμάστε άραγε ακόμα τα φριχτά έργα
που σας έκαμα, κι ύστερα πάλι τι άλλα
1880
ξανάκαμα σαν ήρθα εδώ, ω γάμοι, γάμοι,
με γεννήσατ' εσείς κι απ' το ίδιο σπέρμα
που γεννήσατε, εβγάλατε στον κόσμο
πατέρες, αδερφούς, παιδιά, ένα αίμα,
νύφες, μαζί μητέρες και γυναίκες
1885
κι όσα πιο αισχρά στη γη μπορεί να γίνουν.
Μα τι να κάθεται κανείς να λέει
όσα καλό δεν είναι ούτε να κάνει;
Βιαστείτε, σας ξορκίζω, κρύψετέ με
κάπου μακριά απ' εδώ, σκοτώσετέ με,
1890
ρίξετέ με στη θάλασσα, σε τόπο
που ποτέ πια να μη με ξαναδείτε.
Πλησιάσετέ με, στρέξετε έναν άθλιο
ν' αγγίξετε· ακούτε, μη φοβάστε,
γιατί κανείς στον κόσμο έξω από μένα
1895
δεν μπορεί να σηκώσει τα δεινά μου.

ΧΟΡΟΣ

Μα γι' αυτά που ζητάς, να τον στην ώρα
ο Κρέοντας φτάνει, που θ' αποφασίσει
και θα πράξει, γιατ' αυτός έχει μείνει,
αντίς για σε, μόνος φρουρός της χώρας.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

1900
Αχ και τι τάχα θα του πούμε τώρα;
ποια πίστη, με τα δίκια του να δείξει
σε μένα; γιατί εγώ τόσο άδικος
εδείχτηκα πρωτύτερα μαζί του.

ΚΡΕΟΝΤΑΣ

Δεν ήρθα περιγελαστής σου, Οιδίπου,
1905
ή παλιές σου αδικίες να σου ονειδίσω.
Μα εσείς, αν δεν τους έχετε καθόλου
σε ντροπή τους ανθρώπους, σεβαστείτε
τουλάχιστο την πανταθρόφα φλόγα
του Ήλιου του Βασιλιά, που ασκέπαστο έτσι
1910
τέτοιο μόλυσμα δείχνετε μπροστά του,
που μήτε η γη, μήτ' η θεοτικιά βροχή,
μήτε το φως μπορούν να το δεχτούνε.
Μα γρήγορα οδηγήσετέ τον μέσα
στο παλάτι, γιατί μόνο οι δικοί του
1915
έχουν ευσέβειας χρέος και να βλέπουν
και ν' ακούν συγγενείς συφοριασμένους.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Στους θεούς σε ξορκίζω, αφού απ' το φόβο
μ' έβγαλες που είχα κι έρχεσαι με τέτοια
καλοσύνη για μένα τον πιο άθλιο
1920
απ' τους ανθρώπους, άκου μου για κάτι
που για σένα ζητώ κι όχι για μένα.

ΚΡΕΟΝΤΑΣ

Και τι 'ν' αυτό που τόση έχεις λαχτάρα;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ρίξε με, όσο πιο πριν, έξω απ' τη χώρα,
σε μέρος που να μη βρεθεί κανένας,
1925
με τ' όνομά μου να με χαιρετήσει.

ΚΡΕΟΝΤΑΣ

Θα το 'κανα, βεβαιώσου το, αν δεν ήταν
ανάγκη να ρωτούσα το θεό πρώτα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Μα εκείνος καθαρά το 'χει δηλώσει,
να εξοντωθεί ο ανόσιος πατροκτόνος.

ΚΡΕΟΝΤΑΣ

1930
Αυτό 'ναι η αλήθεια, μα όμως στην ανάγκη
που φτάσαμε, καλύτερο είναι πάντα
να ξέρουμε πιο βέβαια τι πρέπει.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Έτσι λοιπόν για έναν άθλιο εμένα,
το θεό θα ρωτήσετε;

ΚΡΕΟΝΤΑΣ

1935
Γιατ' έτσι
και συ τώρα θα δώσεις στο θεό πίστη.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Μα και σένα ικετεύω και σου αφήνω
παραγγελιά, για τη νεκρή εκεί μέσα,
να κάμεις την ταφή της όπως κρίνεις
1940
εσύ πως πρέπει, γιατί με το δίκιο
θα κάμεις, ό,τι κάμεις σε δικούς σου.
Μα εμέν' ας μην τ' αξιωθεί ποτέ της
η πατρική μου η πόλη αυτή να μ' έχει
όσο ζω κάτοικό της, μα άφησέ με
1945
να κάθουμαι στα βουνά πέρα, όπου είναι
εκείνος ο δικός μου ο Κιθαιρώνας,
που μ' όρισαν πατέρας και μητέρα,
ενώ ζούσα, τάφο αποφασισμένο,
για να πεθάνω εκεί που είχαν θελήσει.
1950
Αν και το ξέρω αυτό καλά, πως μήτε
απ' αρρώστια, μήτε από τίποτ' άλλο
θα είναι να χαθώ, γιατί ποτέ μου
δε θα 'χα από το θάνατο γλυτώσει,
αν δεν ήταν να με φυλάει η μοίρα
1955
για κάποιο φοβερό κακό· μα ας πάει
όπου μας πάει εμάς το ριζικό μας.
Κι όσο για τα παιδιά τ' αρσενικά μου,
μη γνοιαστείς εσύ, Κρέοντα· άντρες είναι,
ώστε όπου κι αν βρεθούν να μην τη νιώσουν
1960
τη στέρηση ποτέ· μα για τις δυο
τις άθλιες κι αξιοθρήνητές μου κόρες.
που ποτέ δεν τους στρώθηκε τραπέζι
να φαν χωρίς εμένα και που τα ίδια
που 'γγιζα εγώ φαγιά ήταν και για κείνες,
1965
εσυ να μου τις γνοιάζεσαι· και τώρα
μια φορά άφησ' με ακόμα να τις 'γγίξω
με τα δυο μου τα χέρια και να κλάψω
επάνω τους τις μαύρες συφορές μας.
Ω έλα, βασιλιά,
1970
έλ' αρχοντογενιά, γιατί αν τις 'γγίξω
μονάχα με τα χέρια, θα νομίζω
πως τις κρατώ σαν τότε που είχα μάτια.
Μα τι 'ναι;
Ω θεέ μου, δεν ακούω κάπου εδώ
1975
να κλαιν οι δυο ακριβές μου κόρες, κι ίσως
να σπλαχνίστηκε ο Κρέων και μου έστειλε
τα δυο πιο αγαπημένα πλάσματά μου;
Αλήθεια είναι;

ΚΡΕΟΝΤΑΣ

Αλήθεια· εγώ το πρόσταξα να γίνει,
1980
γιατ' ένιωσα πόση λαχτάρα το 'χες.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Οι θεοί να σ' ευλογούν κι είθε γι' αυτή σου
τη φροντίδα, πιο καλά απ' ό,τι εμένα,
να σ' έχουνε στη φύλαξή τους πάντα.
Παιδιά μου, πού είστε; ελάτ' εδώ, ω ελάτε
1985
σ' αυτά, στ' αδελφικά μου αυτά τα χέρια,
που έκαμαν του πατέρα σας τα μάτια,
τα φωτερά πριν μάτια, έτσι να βλέπουν·
και που τυφλός και που χωρίς να ξέρει
βγήκε να 'ναι πατέρας σας, παιδιά μου,
1990
μες από 'κει που φύτρωσε κι ο ίδιος.
Και κλαίω για σας, αφού πια δεν μπορώ
να σας βλέπω, σαν βάζω με το νου μου
τι πίκρες στη ζωή σας περιμένουν
απ' τους ανθρώπους· γιατί πού θα πάτε,
1995
σε ποια του λαού σύναξη ή γιορτή,
χωρίς να μου γυρίσετε κλαμένες
αντίς με τη χαρά απ' το πανηγύρι;
Κι όταν θα 'ρθείτε σ' ώρα γάμου, ποιος,
ποιος θά 'ναι ο άντρας που θα κιντυνέψει
2000
τέτοιες ντροπές απάνω του να πάρει,
παντοτινή κατάρα της γενιάς μας;
Γιατί ποιο κακό λείπει; Έχει σκοτώσει
το γονιό του ο γονιός σας· έχει σπείρει
στον κόρφο όπου σπάρθηκε κι ο ίδιος
2005
και σας παιδιά του απόχτησε από 'κείνη
που φύτρωσε κι αυτός· τέτοιες ντροπές
θα σας χτυπούν, και ποιός σας παίρνει τότε;
κανείς, παιδιά μου· μα γραφτό σας θα 'ναι
ανύπαντρες να μαραίνεστε κι έρμες.
2010
Μα, ω γιέ του Μενοικέα, μια που εσύ μόνος
έχεις μείνει πατέρας, αφού
εμείς που τις γεννήσαμε κι οι δυο μας
χαθήκαμε και πάμε, μην το στρέξεις,
συγγένισσές σου αυτές, να παραδέρνουν
2015
δίχως άντρα, φτωχές, στους πέντε δρόμους,
μηδ' όμοιές μου στη συφορά τις κάμεις.
Σπλαχνίσου τες σε τέτοια ηλικία
να τις βλέπεις στερημένες απ' όλα
εξόν μονάχ' από το στήριγμά σου.
2020
Τάξε μού το, ω γενναίε, και δώσ' μου χέρι.
Σε σας, παιδιά μου, αν ήσαστε σε θέση
να νιώθατε, θα 'χα πολλές να δώσω
συμβουλές· τώρ' αυτή 'ναι η μόνη ευχή μου:
να ζείτε όπου η περίσταση το φέρει,
2025
μα να 'χετε ζωή πιο ευτυχισμένη
απ' αυτόν που σας έφερε στον κόσμο.

ΚΡΕΟΝΤΑΣ

Φτάνουν ως εδώ τα δάκρυα κι έλα μέσα πια να πας.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Θα υπακούσω, αν και με λύπη.

ΚΡΕΟΝΤΑΣ

Γιατί αξίζει κάθε τι,
2030
που θα γίνει στον καιρό του.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Όμως ξέρεις και με ποια
συμφωνία πηγαίνω μέσα;

ΚΡΕΟΝΤΑΣ

Θα τη μάθω, όταν την πεις.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Να με διώξεις απ' εδώ έξω.

ΚΡΕΟΝΤΑΣ

2035
Ο θεός μονάχ' αυτό
που ζητάς μπορεί να δώσει.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Εμένα εχθρεύονται οι θεοί.

ΚΡΕΟΝΤΑΣ

Τότε σύντομα θα γίνει ό,τι ποθείς.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Αλήθεια λες;

ΚΡΕΟΝΤΑΣ

2040
Δε συνηθώ ποτέ να λέω πράμα που δε σκέπτομαι.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Λοιπόν πήγαινέ με μέσα.

ΚΡΕΟΝΤΑΣ

Βάδιζε, μ' άφησ' αυτές.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Μη, να ζεις, μη μου τις παίρνεις.

ΚΡΕΟΝΤΑΣ

Μη θες σ' όλα να νικάς,
2045
γιατί κι οι παλιές σου νίκες δε σου εμείναν στη ζωή.

ΧΟΡΟΣ

Βλέπεις, ω λαέ της Θήβας, τον Οιδίποδά σου αυτόν
που ήξερε τα ξακουσμένα 'κείνα αινίγματα να λύει,
που ήταν πρώτος μες στους πρώτους, που την τύχη του και ποιος
2050
δεν εζήλευε να βλέπει μες στην πολιτεία αυτή,
σε τι σίφουνα έχει πέσει της πιο μαύρης συφοράς;
Κι έτσι εκείνη καρτερώντας την ημέρα τη στερνή,
μη βιαστείς να μακαρίσεις θνητό άνθρωπο, πριχού
της ζωής διαβεί το τέρμα δίχως να γευτεί κακό.

Ερμηνευτικά σχόλια

1657. εξάγγελος: Αγγελιοφόρος μέσα από το ανάκτορο. Βγαίνει από τη μεσαία πύλη, για να εξαγγείλει στο Χορό (λαός των Θηβών) και στο ακροατήριο τα όσα έχουν συμβεί μέσα (αυτοκτονία Ιοκάστης, τύφλωση Οιδίποδα).

1662. Ίστρος: λέγεται ο Δούναβις.

1662. Φάσης: Ποταμός στην Κολχίδα (παραλία του Ευξείνου Πόντου στη Νότιο Ρωσία) που εκβάλλει στον Εύξεινο Πόντο. Οι αρχαίοι τον θεωρούσαν ως όριο ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία. Εδώ αναφέρονται ως οι πιο μεγάλοι ποταμοί που παρά την αφθονία των νερών τους δεν μπορούν να ξεπλύνουν το μίασμα.

1686. κι έκραζε το νεκρό από χρόνια Λάιο: Στους θρήνους της η Ιοκάστη προσπαθεί να συμφιλιωθεί με το Λάιο και τους θεούς.

1699. ζητώντας ένα σπαθί: Ο Οιδίπους αρχικά ήθελε να αυτοκτονήσει.

1705. δαίμονας: Ο δαίμονας δεν είναι θεός, αλλά μια υπερφυσική δύναμη κατώτερη από τους θεούς· σχετίζεται στενά με την προσωπική τύχη ενός ανθρώπου.

1740. θρήνος, κατάρα, θάνατος, ντροπή: Ο ποιητής συγκεντρώνει στον ίδιο στίχο όλα μαζί τα κακά.

1763. ποια μανία σε χτύπησε... ποιος δαίμονας έπεσε απάνω στην τρισάμοιρη μοίρα σου: Η εικόνα της δύναμης, δαίμονα που πηδά πάνω στα θύματά της, τους ανθρώπους, για να τους καταστρέψει, δίνει παραστατικά την ιδέα της επιβολής ανώτερων δυνάμεων.

1796-1801. Ο Απόλλωνας ήταν, ο Απόλλωνας, φίλοι, / που τέλειωσε αυτά τα φριχτά, / τα φριχτά μου τα πάθη. / Μα τα μάτια, κανενός άλλου χέρι / παρά μόνος μου ο έρμος, / τα χτύπησα, μόνος

Τώρα νιώθει ο Οιδίπους πως υπάρχουν δυνάμεις υπέρτερες (Απόλλων-θεοί) από τον άνθρωπο, άρα δε δικαιολογείται η ανθρώπινη αυτοπεποίθηση και ασφάλεια που χαρίζει στον άνθρωπο μόνο η εξυπνάδα του.

1834. Δεν μπορώ να το πω, πως φρόνιμο ήταν...: Καθώς καταλαγιάζει το πάθος του Οιδίποδα και ο κομμός τελειώνει, ο Χορός βρίσκει την ευκαιρία να ζητήσει από τον Οιδίποδα να του εξηγήσει γιατί προτίμησε την τύφλωση από το θάνατο.

1837. Μη ζητάς να μου μάθεις πως δεν ήταν αυτό το πιο καλό: Απαντώντας στο Χορό δικαιολογεί την τύφλωσή του: α) τυφλώθηκε για να μην αντικρίσει τους γονιούς του στον Άδη (οι αρχαίοι πίστευαν πως τα σωματικά ελαττώματα των ανθρώπων παρέμεναν και στον Άδη!) β) για ν' αποκλείσει τον εαυτό του από κάθε σχέση με τον κόσμο (αν υπήρχε τρόπος θα 'φραζα την πηγή που ακούουν τ' αυτιά μας...)

1894. γιατί κανείς στον κόσμο έξω από μένα δε μπορεί να σηκώσει τα δεινά του: Η εξαιρετικά μεγάλη συμφορά του Οιδίποδα δείχνει την ακατάβλητη ψυχική του δύναμη. Τυφλώνεται και νιώθει τόσο βαθιά τη δυστυχία του ακριβώς εξαιτίας της μεγάλης αρετής του.

1923. Ρίξε με, όσο πιο πριν έξω απ' τη χώρα: Σ' ολόκληρη την έξοδο τονίζεται ιδιαίτερα από τον ποιητή (αυτό αρχίζοντας από τη διήγηση του εξάγγελου γίνεται συνολικά έξι φορές) η επίμονη θέληση του Οιδίποδα να επωμιστεί τα βάρη του μιάσματος καταβάλλοντας το ανάλογο τίμημα (εξορία, αυτοτιμωρία). Αυτά δείχνουν πως και στη χειρότερη κρίση της τύχης του ουσιαστικά διατηρεί την υπεροχή και το μεγαλείο του.

1926. αν δεν ήταν ανάγκη να ρωτούσα το θεό πρώτα: Ο Κρέων, αντίθετα με τον Οιδίποδα που στο α' και β' επεισόδιο στηριγμένος στους δικούς του υπολογισμούς έφτασε σε τελείως λαθεμένο συμπέρασμα σχετικά με την ενοχή του Τειρεσία και του Κρέοντα, δίνει την πρώτη θέση στις βουλές του θεού προκειμένου να ενεργήσει σωστά.

1935. Γιατ' έτσι και συ τώρα θα δώσεις στο θεό πίστη: Ο C.M. Bowra γράφει: «Όταν ο Οιδίπους σκοτώνει τον πατέρα του και παντρεύεται τη μητέρα του, έστω και εν αγνοία του, σπάζουν οι απαραβίαστοι νόμοι των θεών και η ηθική τάξη των πραγμάτων δέχεται ένα βαρύ πλήγμα. Το πλήγμα πρέπει να αρθεί και η τάξη να επανορθωθεί. Με το πάθημά του επανέρχεται στη σωστή τάξη των πραγμάτων, αντιμετωπίζει, δηλαδή, τη ζωή στα αληθινά της μέτρα. Μέχρι τότε είχε ζήσει σ' ένα "ατομικό" σύμπαν που θρυμματίστηκε, όταν συγκρούστηκε με το κοινό σύμπαν των θεών και της πραγματικότητας. Καθώς λοιπόν ο ήρωας αποκαλύπτει την αλήθεια και τιμωρεί τον εαυτό του για τις προηγούμενες πράξεις του, κάμνει ειρήνη με τους θεούς. Πράττει ό,τι είναι δίκαιο, ξέρει την αλήθεια, δέχεται την κατάστασή του. Μέσα από την αναγνώριση και το πάθος η σωστή αρμονία των πραγμάτων επανορθώνεται.» (Sophoclean Tragedy - King Oedipus)

1937. Μα και σένα ικετεύω και σου αφήνω παραγγελιά...: Με όσα ο Οιδίπους εδώ ζητά από τον Κρέοντα γίνεται φανερό πως δεν έχει εκμηδενιστεί κάτω από το βάρος της συμφοράς του. Παρουσιάζεται κάτι από τον δραστήριο και προνοητικό άνθρωπο του προλόγου: γνοιάζεται για την ταφή της Ιοκάστης, οικτίρει και φροντίζει τα πιο αδύναμα πρόσωπα που εξαρτιούνται απ' αυτόν, τις κόρες του.

1991. Και κλαίω για σας, αφού πια δεν μπορώ να σας βλέπω: Ιδιαίτερα τονίζεται το ψυχικό μεγαλείο του ήρωα στη σκηνή αυτή, στην οποία ο ποιητής διαγράφει τα τρυφερά πατρικά συναισθήματα του Οιδίποδα για τις κόρες του. Ο αποτροπιασμός του θεατή για τα ανοσιουργήματα που διαπράχθηκαν μετατρέπεται εδώ σε γνήσια συγκίνηση και αληθινό θαυμασμό προς το στοργικό πατέρα και τον ψυχικά αλύγιστο άνθρωπο.

2038. Ο θεός μονάχ' αυτό που ζητάς μπορεί να δώσει: Στην επίμονη απαίτηση του Οιδίποδα να διωχτεί από τη Θήβα, ο Κρέων απαντά με επιφύλαξη. Η αντίθεση ανάμεσα στη βεβαιότητα του Οιδίποδα (στην αρχή του έργου: α' και β' επεισόδιο) και στην επιφύλαξη του Κρέοντα στο τέλος είναι ενδεικτική της απάντησης που δίνει ο Σοφοκλής στο θέμα της ανθρώπινης βεβαιότητας. Στο τέλος του έργου βεβαιότητα και έλεγχος αποδεικνύονται απατηλά και ο ανθρώπινος έλεγχος είναι μια αυταπάτη. Η βεβαιότητα του Οιδίποδα για την ενοχή του Κρέοντα και του Τειρεσία τον οδήγησε στην ύβρη.

Δεν αποκλείεται, ισχυρίζονται μερικοί μελετητές, ο ποιητής σ' αυτό του το δράμα (συντριβή του Οιδίποδα που κατεχόταν από μεγάλη αυτοπεποίθηση, του σοφού λύτη των αινιγμάτων - επιφύλαξη του Κρέοντα) να θέλει να δώσει μια απάντηση στις αντιλήψεις που επικρατούσαν στην εποχή του (εποχή εκρηκτικής αύξησης των γνώσεων με υπερτροφική αυτοπεποίθηση στις ανθρώπινες δυνάμεις - λογική, γνώση). Τότε ήταν πολύ της μόδας το δόγμα του Πρωταγόρα: εμείς είμαστε τώρα κύριοι· οι θεοί μπορεί να υπάρχουν, μπορεί και όχι. Εξάλλου οι Αθηναίοι στη Μήλο είχαν απερίφραστα αποκηρύξει τις παλιές ιδέες για τη δικαιοσύνη διακηρύσσοντας πως ο οδηγός στη ζωή είναι ο έξυπνος υπολογισμός.

2046. Μη θες σ' όλα να νικάς γιατί κι οι παλιές σου νίκες δε σου εμείναν στη ζωή: Στην τελευταία αυτή σκηνή ο Οιδίπους ξεπερνάει την καταστροφή και επιβεβαιώνει τον εαυτό του. Είναι τόσο μακριά από το να ισούται με το μηδέν, ώστε ο Κρέων αναγκάζεται να του πει «μη θες σ' όλα να νικάς». Ο ήρωας ξαναβρίσκει τον εαυτό του, επανακεραιώνεται, αποκαθίσταται η κυριαρχική, δυναμική, όλο νοημοσύνη μορφή των αρχικών σκηνών. Μπορούμε λοιπόν να πούμε πως το έργο δεν αναφέρεται μόνο στο μεγαλείο των θεών αλλά και στο μεγαλείο του ανθρώπου. Στην αποδοχή της πτώσης του και με την προθυμία του να πάρει μέρος σ' αυτή δείχνεται ο Οιδίπους ένα μέγεθος ευγενέστερο παρά όσο, όταν έλυε το αίνιγμα της Σφίγγας και γινόταν βασιλιάς των Θηβών. Με τα θεϊκά μέτρα και επίπεδα ο Οιδίπους στο τέλος του δράματος είναι καλύτερος άνθρωπος παρά στην αρχή.

2047. Βλέπεις, ω λαέ της Θήβας, τον Οιδίποδά σου αυτόν που ήξερε τα ξακουσμένα κείν' αινίγματα να λύει: Καθώς ο Οιδίπους μπαίνει στο ανάκτορο και η τραγωδία τελειώνει, ο χορός τονίζει: α) πως οι γνώσεις των ανθρώπων δεν μπορούν να εξιχνιάσουν τα μυστήρια των θεών, β) το ευμετάβολο της ανθρώπινης τύχης που ιδιαίτερα φανερώνεται στον Οιδίποδα, επειδή αυτός ήταν μεγάλος βασιλιάς και μεγάλος άνθρωπος. Έχουμε ένα ήσυχο τέλος στην τραγωδία με την επανάληψη της γνωστής ρήσης του Σόλωνα στον Κροίσο «μηδένα πρὸ τοῦ τέλους μακάριζε».

Η κάθαρση 🕊️

Το ήσυχο, γαλήνιο τέλος της τραγωδίας οδηγεί στην κάθαρση της συνείδησης των θεατών: η ηθική τάξη, που είχε διασαλευτεί από τα ανοσιουργήματα, αποκαθίσταται με το πάθος και την αυτοτιμωρία του ήρωα.