1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Πάροδος (στ. 202-270)

Κύρια σημεία

  • Ο χορός (15 ευγενείς Θηβαίοι) χαιρετίζει με ικανοποίηση τον χρησμό κι επικαλείται τους θεούς, για να διώξουν το θανατικό από την πόλη.
  • Αφήγηση των κακών της πόλης.

Γενικό σχόλιο

Τα χορικά έχουν λυρικό περιεχόμενο και δεν προωθούν τον μύθο, την εξέλιξη δηλαδή της υπόθεσης. Βοηθούν στο να χαρακτηριστούν οι καταστάσεις και ν' αποδοθεί το κλίμα που δημιουργούν.

Τι είναι η πάροδος; 🎭

Η πάροδος είναι το πρώτο άσμα του Χορού, που το τραγουδά μπαίνοντας στην ορχήστρα μετά τον πρόλογο. Οργανώνεται σε ζεύγη στροφής και αντιστροφής, εδώ τρία ζεύγη συνολικά.

Το κείμενο

ΧΟΡΟΣ

Στροφή α΄

Ποια να 'σαι τάχα, ω του Δία φωνή γλυκολάλητη,
που ήρθες απ' την Πυθώ την πολύχρυση
στην ξακουσμένη τη Θήβα;
205
Πάει να σπάσ' η καρδιά μου και τρέμει η ψυχή μου απ' το φόβο
Ιήιε Δήλιε Παιάν,
γιατί δειλιάζω από σένα, σαν ποιο μου φυλάγεις, είτε τώρα
είτε με του καιρού τα γυρίσματα, χρέος.
Πε μου, ω παιδί της χρυσής της Ελπίδας,
210
Φωνή θεοσταλμένη.

Αντιστροφή α΄

Πρώτα εσέ κράζω, Αθηνά, του Δία ω αθάνατη κόρη,
και την αδερφή σου την Άρτεμη,
τη θεά την προστάτρια της χώρας,
που μες στην κύκλια αγορά σε περίλαμπρο κάθεται θρόνο
215
και τον τοξότη το Φοίβο, ιώ,
φανερωθείτε μου εσείς απ' το Χάρο σωτήρες μου οι τρεις σας·
αν και πριν άλλη φορά του ολέθρου τη φλόγα
220
που άπλωνε μέσα στην πόλη τη διώξατε,
ελάτε και τώρα.

Στροφή β΄

Γιατί, αλί μου, αναρίθμητα πάθια υποφέρω·
πέρα για πέρα η αρρώστια κρατάει
το λαό, και του νου κανέν' όπλο δε βρίσκεται
225
που το κακό ν' αποδιώξει από δώθε μακριά·
μα ούτε της άγιας αυξαίνουνε Γης οι καρποί
κι ούτε οι γυναίκες βαστούν τους αβάσταγους
πόνους της γέννας· κι ο ένας πάνω στον άλλο
σαν πουλιά, θα τους δεις, λαφροφτέρουγα,
230
πιο γοργά από φωτιά π' ανταριάζει, να ορμούν
στου απονύχτερου του Άδη τις όχθες.

Αντιστροφή β΄

Και μ' αυτούς αναρίθμητους χάνεται η πόλη·
ανελέητοι, αθρήνητοι κοίτουνται χάμω
οι νεκροί μες στους δρόμους το θάνατο φέρνοντας,
235
ενώ οι γυναίκες των κι οι μάνες οι ασπρόμαλλες
άλλες κι απ' άλλη μεριά στων βωμών τα σκαλιά
βαρυβογγούν σωτηρία γυρεύοντας
απ' τ' άγριο κακό· και φουντώνει ο παιάνας
συνηχώντας με θρήνους μυριόστομους.
240
Για όλ' αυτά, θυγατέρα του Δία χρυσή,
φαιδροπρόσωπη στείλε βοήθεια.

Στροφή γ΄

Και τον Άρη τον ασύφταστο που τώρα
δίχως χάλκινες ασπίδες με φλογίζει
βγαίνοντάς μου αντίκρυ μέσα σε βουή και σε κακό,
245
κάμε τον να στρέψει πλάτη
και το δρόμο του να πάρει
πίσω πάλι από τη χώρα μου μακριά
ή κατά της Αμφιτρίτης το μεγάλο θάλαμο
ή της Θράκης τους κακόξενους κυματόγδαρτους γιαλούς·
250
γιατί κι ό,τι αφήσ' η μέρα
πάνω του θα πέσ' η νύχτα.
Αυτόν, ω πατέρα εσύ,
που κυβερνάς τις φοβερές σου
255
πυροφόρες αστραπές,
αποτέλειωσέ τον, Δία, κάτ' από τον κεραυνό σου.

Αντιστροφή γ΄

Λύκειε Απόλλωνα, και σένα θα ζητήσω
βοηθό μου και προστάτη, να σκορπίσουν
από τα χρυσόστροφά σου τόξ' απάνω του πυκνά
260
τ' ακατέλυτά σου βέλη·
και μαζί κι οι φλογοβόλες
της Αρτέμιδας λαμπάδες, που μ' αυτές
στης Λυκίας τα όρη επάνω γρηγορόδρομη περνά·
και τον με τη χρυσή μίτρα συνονόματο θεό
265
της γης τούτης, Βάκχο, κράζω
το λαμπρόφθαλμο να φτάσει
με τις Μαινάδες συνοδειά
και με φλογισμένη πεύκα
καταπάνω στο θεό
270
που καμιά μέσα στους άλλους τους θεούς τιμή δεν έχει.

Ερμηνευτικά σχόλια

203 — Πυθώ: Ο τόπος που βρισκόταν το μαντείο του Πύθιου Απόλλωνα.

206 — Ίηιος: Επίθετο που παράγεται από τη λυπητερή επιφώνηση ιή, ιή.

206 — Παιάν: Θεός, γιατρός των θεών. Στη συνέχεια η λέξη σημαίνει ύμνο χαράς κυρίως προς τον Απόλλωνα και την Άρτεμη για κατάπαυση λοιμών και άλλων νόσων.

206 — Δήλιος: Επειδή γεννήθηκε στη Δήλο.

248 — Αμφιτρίτη: Κόρη του Νηρέα και της Δωρίδας που ήταν κόρη του Ωκεανού. Ήταν σύζυγος του Ποσειδώνα και κατοικούσε στα βάθη της θάλασσας.
Θάλαμος Αμφιτρίτης λεγόταν η θάλασσα (Οδύσσεια), μεγάλη θάλασσα ονομάζεται ο Ατλαντικός.

249 — Θράκη: Η πατρίδα του Άρη.

257 — Λύκειος: Η Λυκία ήταν το κέντρο της λατρείας του Απόλλωνα.

265 — Βάκχος: Επίθετο του θεού Διόνυσου. Σύμφωνα μ' ένα μύθο ο Διόνυσος γεννήθηκε στη Θήβα (= Βακχία).

267 — Μαινάδες: οι συνοδοί του Βάκχου.