⚔️ Η τελευταία έκκληση και η άλωση (§109-116)
Ο τίτλος «Η τελευταία έκκληση και η άλωση» δεν υπάρχει στο σχολικό βιβλίο. Είναι θεματική τομή που προσθέτουμε εμείς, για να διευκολύνει τη μελέτη και τον χωρισμό του Διαλόγου σε διαχειρίσιμες ενότητες. Στο βιβλίο υπάρχουν μόνο οι αριθμοί των παραγράφων.
Ο τίτλος του Μέρους Δεύτερου στο βιβλίο λέει «Θουκ. 5.84-113», όμως το περιεχόμενο και τα Σχόλια συνεχίζουν ως τη §116 — εκεί βρίσκεται η κατάληξη με την άλωση της Μήλου. Οι §§114-116 δίνονται στο βιβλίο ως περίληψη (και όχι ως αυτούσια μετάφραση), γι' αυτό και εδώ παρατίθενται στη μορφή που έχουν στο βιβλίο. Η ενότητα φτάνει μέχρι τη §116 ώστε να μη μείνει έξω το τέλος της ιστορίας.
Στις παραγράφους αυτές ο Διάλογος φτάνει στο τέλος του. Η στιχομυθία κλείνει με μια τελευταία αντιπαράθεση: οι Μήλιοι επιμένουν στην ελπίδα της λακεδαιμονικής βοήθειας και στη δυσκολία του Αθηναϊκού ελέγχου στο Κρητικό πέλαγος, και οι Αθηναίοι απαντούν με την πιο ψύχραιμη και πιο απειλητική τους έκκληση (§111): δεν είναι ντροπή να υποχωρεί κανείς μπροστά στον ισχυρότερο. Έπειτα οι Αθηναίοι αντιπρόσωποι αποχωρούν από τη σύσκεψη, οι Μήλιοι συσκέπτονται μόνοι τους και αποφασίζουν να μείνουν αμετάκλητα στη θέση τους (§112), και οι Αθηναίοι φεύγουν με μια παγερή προφητεία (§113). Η κατάληξη έρχεται στις §§114-116: πολιορκία, παράδοση, σφαγή των ανδρών, ανδραποδισμός των γυναικοπαίδων και αποίκιση του νησιού από Αθηναίους.
§109
ΑΘΗΝ. Εγγύηση για εκείνον που καλείται να συμπολεμήσει με κάποιον, δεν είναι τα φιλικά αισθήματα αυτών που τον καλούν, αλλά η υπεροχή σε υλικά μέσα και αυτό εφαρμόζουν, περισσότερο από κάθε άλλον, οι Λακεδαιμόνιοι, οι οποίοι έχουν τόσο λίγη εμπιστοσύνη στις ίδιες τους δυνάμεις, ώστε μόνο με πολλούς συμμάχους εκστρατεύουν εναντίον των γειτόνων τους. Δε φαίνεται, επομένως, πιθανό να στείλουν στρατό σ' ένα νησί, ενώ εμείς κυριαρχούμε στη θάλασσα.
🔎 Ανάλυση της §109
Οι Αθηναίοι δεν αρνούνται τη συγγένεια Μήλου και Σπάρτης. Αρνούνται ότι η συγγένεια μεταφράζεται σε πράξη. Το επιχείρημά τους είναι υπολογιστικό: η Σπάρτη κινείται μόνο όταν έχει υλική υπεροχή και πολλούς συμμάχους, ενώ η θάλασσα ανήκει στους Αθηναίους. Άρα η βοήθεια που περιμένουν οι Μήλιοι δεν είναι μόνο αβέβαιη — είναι τεχνικά αδύνατη.
§110
ΜΗΛ. Έχουν, όμως, συμμάχους οι οποίοι θα μπορέσουν να μας στείλουν βοήθεια. Το κρητικό πέλαγος είναι μεγάλο και είναι πολύ δύσκολο για εκείνον που κυριαρχεί στη θάλασσα, να ασκεί έλεγχο, ενώ είναι πιο εύκολο να του διαφύγουν όσοι το επιχειρήσουν. Αλλά και αν αποτύχαιναν σ' αυτό, θα μπορούσαν οπωσδήποτε να στραφούν εναντίον του εδάφους σας και εναντίον εκείνων από τους συμμάχους σας στους οποίους δεν πήγε ο Βρασίδας. Και τότε θα πρέπει να πολεμήσετε όχι πια για να κυριέψετε ένα μέρος που δε σας ανήκει, αλλά για να προστατέψετε τη συμμαχία σας και τη δική σας γη.
🔎 Ανάλυση της §110
Οι Μήλιοι απαντούν με τα μόνα δύο επιχειρήματα που τους μένουν, και τα δύο πραγματιστικά και όχι ηθικά: πρώτον, ότι ο ναυτικός έλεγχος ενός τόσο μεγάλου πελάγους έχει κενά και επιτρέπει διαφυγές· δεύτερον, ότι η Σπάρτη μπορεί να ανοίξει άλλο μέτωπο στην Αττική ή στους Αθηναϊκούς συμμάχους — όπως έκανε παλαιότερα ο Βρασίδας στα Θρακικά παράλια. Είναι, δηλαδή, η προσπάθειά τους να μιλήσουν τη γλώσσα του συμφέροντος που τους επέβαλαν οι Αθηναίοι.
§111
ΑΘΗΝ. Έχουμε πείρα απ' αυτά αν το επιχειρήσουν, αλλά και σεις θα ξέρετε ότι ποτέ Αθηναίοι δεν έλυσαν μια πολιορκία από φόβο άλλου αντιπάλου. Διαπιστώνουμε, όμως, ότι ενώ παραδεχτήκατε πως θα συζητούσαμε για τη σωτηρία της πολιτείας σας, δεν προτείνατε τίποτε σ' όλη τη μακριά συζήτηση, από το οποίο φρόνιμοι άνθρωποι θα μπορούσαν να ελπίζουν ότι θα σωθούν. Οι δικές σας ελπίδες στηρίζονται, κυρίως, στο μέλλον, ενώ τα μέσα που έχετε τώρα, συγκρινόμενα με τη δύναμη που αντιμετωπίζετε, είναι εντελώς ανεπαρκή. Και θα κάνετε μεγάλη ανοησία αν, αφού αποσυρθούμε εμείς, δεν πάρετε, όσο είναι ακόμα καιρός, μια λογικότερη απόφαση. Δεν πρέπει να παρασυρθείτε από το αίσθημα της τιμής το οποίο οδηγεί τους ανθρώπους σε καταστροφή, όταν αντιμετωπίζουν ταπεινωτικές καταστάσεις και βέβαιους κινδύνους. Πολλοί, αν και μπορούν ακόμα ν' αντιληφθούν τι τους περιμένει, παρασύρθηκαν από την ωραία λέξη τιμή. Νικημένοι από μια λέξη, παθαίνουν εκούσια, ανήκουστες συμφορές και ταπείνωση που είναι ακόμα πιο ατιμωτική αφού δεν είναι αποτέλεσμα της τύχης, αλλά της ανοησίας. Σεις θα το αποφύγετε αυτό αν φανείτε λογικοί και αν δε θεωρήσετε ντροπή να υποκύψετε στην ισχυρότερη ελληνική πολιτεία που σας προτείνει μετριοπαθείς όρους, δηλαδή να γίνετε σύμμαχοί της υποτελείς, διατηρώντας το έδαφός σας. Σας προσφέρεται η εκλογή μεταξύ του πολέμου και της σωτηρίας. Μη διαλέξετε, από πείσμα, το χειρότερο. Ακολουθούν την πιο σωστή πολιτική όσοι απέναντι των ίσων δεν υποχωρούν, απέναντι των ισχυροτέρων συμπεριφέρονται με φρόνηση και απέναντι των κατωτέρων είναι μετριοπαθείς. Όταν θα έχουμε αποσυρθεί σκεφθείτε πάλι καλά και μη λησμονείτε ότι θ' αποφασίσετε για την τύχη της πατρίδας σας, ότι δεν έχετε άλλη και ότι από την απόφασή σας αυτή θα εξαρτηθεί η σωτηρία της ή η καταστροφή της.
Η §111 είναι η αποφασιστική στιγμή του Διαλόγου. Οι Αθηναίοι κάνουν τρία πράγματα μαζί:
- Καταρρίπτουν την ελπίδα: «ποτέ Αθηναίοι δεν έλυσαν μια πολιορκία από φόβο άλλου αντιπάλου».
- Αντιπαραθέτουν τα αόρατα στα ορατά: οι ελπίδες των Μηλίων στηρίζονται «κυρίως στο μέλλον», ενώ τα πραγματικά μέσα που έχουν τώρα είναι «εντελώς ανεπαρκή». Είναι η ίδια κριτική στην αβέβαιη ελπίδα που διατρέχει όλο τον Διάλογο, εδώ σε τελική μορφή.
- Επαναπροσδιορίζουν την τιμή: η «ωραία λέξη τιμή» παρουσιάζεται ως λέξη που νικά τους ανθρώπους και τους σέρνει σε συμφορές. Η ταπείνωση, λένε, είναι πιο ατιμωτική όταν προέρχεται «όχι από την τύχη, αλλά από την ανοησία». Άρα δεν είναι ντροπή να υποκύψει κανείς στον ισχυρότερο — ντροπή είναι η ανόητη αντίσταση.
Η κατακλείδα διατυπώνει τον κανόνα της ρεαλιστικής πολιτικής: υποχώρηση απέναντι στους ισχυρότερους, σταθερότητα απέναντι στους ίσους, μετριοπάθεια απέναντι στους κατώτερους.
Οι Αθηναίοι ονομάζουν την πρότασή τους «μετριοπαθείς όρους»: η Μήλος να γίνει υποτελής σύμμαχος διατηρώντας το έδαφός της. Ο όρος όμως σημαίνει το τέλος της αυτονομίας — δηλαδή ακριβώς αυτό που οι Μήλιοι θεωρούν ανυπόφορο. Το «μετριοπαθές» μετριέται εδώ μόνο με το μέτρο του ισχυρού: σε σχέση με την ολοκληρωτική καταστροφή, όχι σε σχέση με την ελευθερία.
§112
Οι Αθηναίοι αντιπρόσωποι αποχώρησαν από τη σύσκεψη. Οι Μήλιοι συσκέφθηκαν μόνοι τους και αποφάσισαν να επιμείνουν στα όσα είχαν πει. Αποκρίθηκαν τα ακόλουθα: «Ούτε την αρχική μας απόφαση θα αλλάξουμε, Αθηναίοι, ούτε θα στερήσουμε, μέσα σε λίγες στιγμές, από την ελευθερία της μια πολιτεία που ζει ελεύθερη εδώ και επτακόσια χρόνια. Στηριζόμενοι στην εύνοια των θεών, που μας προστάτεψαν έως τώρα, και στη βοήθεια των ανθρώπων και ιδίως των Λακεδαιμονίων, θα προσπαθήσουμε να σωθούμε. Σας προτείνουμε όμως να γίνουμε φίλοι σας, να μείνουμε ουδέτεροι και να φύγετε από το έδαφός μας αφού κάνουμε σπονδές που θα εξυπηρετούν τα συμφέροντα και των δυο μας.»
Η απάντηση των Μηλίων είναι σύντομη, περήφανη και ολότελα αντίθετη προς τη λογική των Αθηναίων. Στηρίζεται σε τρία στηρίγματα:
- Την ιστορία: αρνούνται να χάσουν «μέσα σε λίγες στιγμές» μια ελευθερία επτακοσίων ετών. Ο χρόνος και η παράδοση αντιπαρατίθενται στο άμεσο συμφέρον.
- Τους θεούς και τους ανθρώπους: επικαλούνται τη θεία εύνοια που «τους προστάτεψε έως τώρα» και τη βοήθεια των Λακεδαιμονίων — δηλαδή ακριβώς τα δύο στηρίγματα που οι Αθηναίοι είχαν μεθοδικά αποδομήσει στις προηγούμενες παραγράφους.
- Την ουδετερότητα: προτείνουν φιλία, ουδετερότητα και σπονδές, δηλαδή έναν συμβιβασμό που δε ζητά τίποτε άλλο παρά να τους αφήσουν στη θέση τους.
Είναι μια πρόταση απόλυτα λογική με ηθικά κριτήρια και απόλυτα απαράδεκτη με τα κριτήρια της Αθηναϊκής ηγεμονίας.
§113
Αυτά τα λίγα αποκρίθηκαν οι Μήλιοι και οι Αθηναίοι αποχωρώντας οριστικά από τη σύσκεψη είπαν: «Από την απόφασή σας αυτή, μας φαίνεται ότι είσαστε οι μόνοι άνθρωποι που κρίνετε λαμβάνοντας υπόψη περισσότερο τα μελλοντικά γεγονότα παρά την κατάσταση που έχετε μπροστά σας και νομίζετε ότι, μόνο και μόνο επειδή τα επιθυμείτε, πράγματα μελλοντικά και αόριστα έχουν κιόλας συμβεί. Στηρίξατε τα πάντα στους Λακεδαιμονίους, στην τύχη και στις ελπίδες σας και θα χάσετε τα πάντα.»
Οι Αθηναίοι δεν απειλούν πια, δεν επιχειρηματολογούν, δεν πείθουν. Απλώς διαγιγνώσκουν. Η φράση «νομίζετε ότι, μόνο και μόνο επειδή τα επιθυμείτε, πράγματα μελλοντικά και αόριστα έχουν κιόλας συμβεί» είναι μια από τις οξύτερες ψυχολογικές παρατηρήσεις του Θουκυδίδη: η επιθυμία μετατρέπει το πιθανό σε βέβαιο μέσα στο μυαλό των ανθρώπων.
Η τελευταία πρόταση λειτουργεί ως προφητεία: «Στηρίξατε τα πάντα στους Λακεδαιμονίους, στην τύχη και στις ελπίδες σας και θα χάσετε τα πάντα.» Το τριπλό «πάντα» κλείνει τον Διάλογο με τη λογική του παντός ή του ουδέν — και θα επαληθευτεί κατά γράμμα.
§§114-116
Μετά από την άκαμπτη απόφαση των Μηλίων, οι Αθηναίοι πρέσβεις γύρισαν στο στρατόπεδό τους και σε λίγο άρχισαν οι εχθροπραξίες. Έζωσαν κυκλικά την πόλη της Μήλου με τείχος, άφησαν μια φρουρά από δικούς τους και συμμάχους στρατιώτες να την πολιορκούν στη στεριά και στη θάλασσα, κι οι ίδιοι αποχώρησαν με το μεγαλύτερο μέρος του στρατού τους.
Οι Μήλιοι όμως με τον καιρό πήραν θάρρος κι αφού έκαμαν νυκτερινό αιφνιδιασμό κυρίεψαν ένα μέρος του τείχους, εκεί που βρισκόταν η αγορά των Αθηναίων, σκότωσαν πολλούς φρουρούς και μετέφεραν σιτάρι κι άλλα χρήσιμα πράγματα στην πόλη τους. Ήταν φανερό πως οι Αθηναίοι προσπαθούσαν να τους εξαναγκάσουν να παραδοθούν από πείνα. Αυτά συνέβηκαν το καλοκαίρι. Μέσα στο χειμώνα οι Μήλιοι κυρίεψαν ένα άλλο μέρος του τείχους που τους περιέζωνε, τελικά όμως έφθασε στο νησί περισσότερος Αθηναϊκός στρατός με αρχηγό το Φιλοκράτη του Δημέα. Ο πολιορκητικός κλοιός έγινε πιο στενός κι οι Μήλιοι καθώς φαίνεται από πείνα κι από κάποια προδοσία αναγκάστηκαν να παραδοθούν με μοναδικό όρο ν' αποφασίσουν οι Αθηναίοι για την τύχη τους. Οι τελευταίοι σκότωσαν όλους τους ενήλικες Μηλίους (κάπου πεντακόσιους) που μπορούσαν να φέρουν όπλα κι έκαμαν δούλους τα παιδιά και τις γυναίκες (κάπου τρεις χιλιάδες). Αργότερα έστειλαν στο νησί πεντακόσιους Αθηναίους αποίκους.
Το τέλος έρχεται μέσα σε δύο προτάσεις. Οι Μήλιοι αναγκάζονται να παραδοθούν από πείνα και από προδοσία — και όχι σε συνθήκη, αλλά «με μοναδικό όρο ν' αποφασίσουν οι Αθηναίοι για την τύχη τους». Δηλαδή χωρίς κανέναν όρο. Η απόφαση είναι:
- Σφαγή όλων των ενήλικων ανδρών που μπορούσαν να φέρουν όπλα, γύρω στους πεντακόσιους.
- Ανδραποδισμός των γυναικών και των παιδιών, γύρω στις τρεις χιλιάδες.
- Αποστολή πεντακοσίων Αθηναίων αποίκων στο νησί.
Αυτό είναι το τραγικό επιστέγασμα ολόκληρου του Διαλόγου: όσα υποστήριξαν οι Αθηναίοι θεωρητικά, εδώ εφαρμόζονται στην πράξη. Το «ο ισχυρός επιβάλλεται και ο ασθενής υποχωρεί» παύει να είναι επιχείρημα και γίνεται αριθμός νεκρών και δούλων. Ο Θουκυδίδης δεν προσθέτει ούτε μία λέξη αγανάκτησης: καταγράφει τη φρίκη με απόλυτη λιτότητα, με νούμερα και με ρήματα. Αυτή η σιωπή είναι η ισχυρότερη κρίση που μπορούσε να διατυπώσει.
🔎 Τραγική ειρωνεία και η τεχνική του Θουκυδίδη
Η τραγική ειρωνεία διαπερνά ολόκληρη την κατάληξη. Οι Μήλιοι λένε στη §112 «θα προσπαθήσουμε να σωθούμε» και οι Αθηναίοι απαντούν στη §113 «θα χάσετε τα πάντα». Ο αναγνώστης γνωρίζει ποιος είχε δίκιο. Έτσι κάθε επίκληση των Μηλίων στους θεούς, στην ελευθερία των επτακοσίων ετών και στη λακεδαιμονική συγγένεια διαβάζεται δύο φορές: μια ως γενναία υπεράσπιση και μια ως προάγγελος της καταστροφής. Η βοήθεια των Λακεδαιμονίων δεν ήρθε ποτέ.
Παράλληλα, η ειρωνεία δεν πλήττει μόνο τους Μηλίους. Ο Θουκυδίδης βάζει τους Αθηναίους να κατακρίνουν την «απερίσκεπτη ελπίδα» — και τον επόμενο χρόνο (415 π.Χ.) οι ίδιοι ξεκινούν τη μακρινή και άτυχη εκστρατεία στη Σικελία, στηριγμένοι σε παρόμοια ελπίδα.
Ο Θουκυδίδης αφιερώνει σελίδες στη ρητορική αντιπαράθεση και μόλις λίγες γραμμές στην εξόντωση. Το περιτείχισμα, η φρουρά, οι δύο νυκτερινές επιτυχίες των Μηλίων, η πείνα, η παράδοση, οι αριθμοί, οι κληρούχοι. Καμιά περιγραφή του πόνου, καμιά ηθικολογία. Η αντίθεση ανάμεσα στο μέγεθος των λόγων και τη συντομία των γεγονότων είναι το ίδιο το νόημα: όταν αποφασίζει η δύναμη, τα λόγια δεν έχουν πια τίποτε να προσθέσουν.
Η καταστροφή της Μήλου έγινε στους επόμενους χρόνους σύμβολο σκληρής και απάνθρωπης μεταχείρισης και ντροπή για την Αθήνα — τη στιγμή μάλιστα που οι Μήλιοι δεν είχαν δώσει καμιά αφορμή, αλλά ήταν απλώς ένα μικρό νησί που ήθελε να ζήσει ελεύθερο, ανεξάρτητο και ουδέτερο. Ο Αριστοφάνης στους Όρνιθες (414 π.Χ.) μιλά για «Μήλιο λιμό», ο Ισοκράτης στον Πανηγυρικό δεν παραλείπει την κακή εντύπωση που έκαμε το γεγονός, και ο Ξενοφών στα Ελληνικά περιγράφει τον φόβο των Αθηναίων μετά την ήττα στους Αιγός Ποταμούς — τον φόβο ότι θα πάθουν ό,τι έκαμαν. Τελικά οι Σπαρτιάτες φέρθηκαν με γενναιοφροσύνη και ο Λύσανδρος επανέφερε στη Μήλο τους κατοίκους που επέζησαν, μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου.