🏛️ Ο λόγος των Αθηναίων πρέσβεων στη Σπάρτη (§72-78)
Μετά τον καταγγελτικό λόγο των Κορινθίων, τον λόγο παίρνουν Αθηναίοι πρέσβεις που έτυχε να βρίσκονται στη Σπάρτη για άλλο λόγο. Δεν ζητούν να απολογηθούν για τις κατηγορίες των συμμάχων, αλλά επιδιώκουν να αποτρέψουν τους Λακεδαιμονίους από μια βιαστική απόφαση για πόλεμο. Το βασικό τους όπλο είναι διπλό: αφενός η υπενθύμιση της αθηναϊκής προσφοράς στα Μηδικά, αφετέρου η ψύχραιμη ανάλυση της φύσης της ηγεμονίας και των κινήτρων που κάθε ανθρώπινη εξουσία υπακούει.
§72
Αυτά, περίπου, είπαν οι Κορίνθιοι. Έτυχε να βρίσκονται στη Σπάρτη Αθηναίοι πρέσβεις που είχαν πάει εκεί για άλλο λόγο και οι οποίοι, όταν πληροφορήθηκαν τα όσα είχαν πει οι Κορίνθιοι, θεώρησαν σκόπιμο να παρουσιαστούν στη συνέλευση των Λακεδαιμονίων και, χωρίς ν' απολογηθούν για τις κατηγορίες των διάφορων πόλεων, να υποδείξουν στους Σπαρτιάτες, γενικά, ότι δεν έπρεπε να πάρουν αμέσως απόφαση, αλλά να σκεφθούν ψύχραιμα. Ταυτόχρονα ήθελαν να υπογραμμίσουν τη δύναμη της Αθήνας και να θυμίσουν περιστατικά που οι ηλικιωμένοι τα ήξεραν και οι νεότεροι θα τα μάθαιναν. Πίστευαν ότι με τα επιχειρήματά τους θα επηρεάσουν τους Λακεδαιμονίους περισσότερο προς την ειρήνη παρά προς τον πόλεμο. Πήγαν στους άρχοντες της Σπάρτης και είπαν ότι ήθελαν και αυτοί, αν δεν υπήρχε εμπόδιο, να μιλήσουν στη συνέλευσή τους. Οι άρχοντες τους κάλεσαν να παρουσιαστούν και οι Αθηναίοι είπαν, περίπου, τα ακόλουθα:
Η §72 δεν ανήκει στον λόγο: είναι ο δικός του Θουκυδίδη αφηγηματικός κρίκος. Παρατηρήστε πως ο ιστορικός δηλώνει εκ των προτέρων τον σκοπό των ομιλητών (ψύχραιμη σκέψη, υπογράμμιση της αθηναϊκής δύναμης, υπενθύμιση των Μηδικών). Έτσι ο αναγνώστης κρίνει τον λόγο που ακολουθεί με βάση την πρόθεση των ομιλητών του. Σημειώστε και το χαρακτηριστικό θουκυδίδειο «είπαν, περίπου» — δήλωση της μεθόδου του για τις δημηγορίες.
§73
«Αποστολή δεν είχαμε να έρθουμε σε αντιλογία με τους συμμάχους σας, αλλά ν' ασχοληθούμε με τα ζητήματα για τα οποία μας έστειλε η πολιτεία μας. Επειδή όμως πληροφορηθήκαμε ότι υπάρχει πολλή κατακραυγή εναντίον μας, ζητήσαμε να παρουσιαστούμε όχι για ν' αντικρούσουμε τις κατηγορίες που διατύπωσαν οι διάφορες πολιτείες εναντίον μας (γιατί δε θα ήταν δυνατόν ούτε εμείς ν' απευθυνόμαστε σε σας σαν να είστε δικαστές) αλλά για να σας αποτρέψουμε να πάρετε, αβασάνιστα, παρασυρμένοι από τους συμμάχους σας, σφαλερές αποφάσεις για τόσο πολύ σπουδαία ζητήματα. Θέλουμε, επίσης, να εξηγήσουμε, σχετικά με τον θόρυβο που γίνεται για μας, ότι κατέχουμε νόμιμα τις κτήσεις μας και ότι η πολιτεία μας είναι άξια σεβασμού. Και για μεν τα πολύ παλιά γεγονότα, προς τι να σας μιλήσουμε, αφού είναι γνωστά μόνο από προφορική παράδοση και δεν τα έχει ζήσει κανείς απ' όσους μας ακούνε; Αλλά για τα Μηδικά και για τα όσα ξέρετε από προσωπική αντίληψη, είναι ανάγκη να σας μιλήσουμε, ακόμα κι αν η συχνή επανάληψή τους καταντάει ενοχλητική. Γιατί όταν αγωνιζόμαστε, το κάναμε για το κοινό συμφέρον και απ' αυτό ωφεληθήκατε και σεις, και δε θα ήταν σωστό, εμείς να στερηθούμε εντελώς απ' την ωφέλεια που να το θυμίζουμε. Άλλωστε, δε θα τα εξιστορήσουμε για να σας εξευμενίσουμε, αλλά για να καταλάβετε, με παραδείγματα και αποδείξεις, με ποια πολιτεία θ' αναμετρηθείτε αν δεν πάρετε τη σωστή απόφαση. Θέλουμε να πούμε, δηλαδή, ότι στο Μαραθώνα προκινδυνεύσαμε μόνοι εναντίον των βαρβάρων και, όταν έκαναν τη δεύτερη επιδρομή τους, εμείς, μην μπορώντας ν' αμυνθούμε στη στεριά, επιβιβαστήκαμε, μέχρι και τον τελευταίο, στα καράβια μας και συμπολεμήσαμε στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Αυτό εμπόδισε το βάρβαρο να πάει να κυριέψει μια-μια τις πολιτείες της Πελοποννήσου οι οποίες δε θα ήταν ικανές ν' αλληλοβοηθηθούν εναντίον ενός πανίσχυρου στόλου. Και την καλύτερη απόδειξη, γι' αυτό, την έδωσε ο ίδιος ο βάρβαρος, γιατί όταν νικήθηκε στη θάλασσα κι έχασε την υπεροπλία, αποσύρθηκε αμέσως με το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του.
Οι Αθηναίοι στηρίζουν τον τίτλο τους στην ηγεμονία σε τρία ιστορικά δεδομένα:
- Στον Μαραθώνα «προκινδύνευσαν μόνοι» — δηλαδή ανέλαβαν πρώτοι τον κίνδυνο, χωρίς σπαρτιατική βοήθεια.
- Στη Σαλαμίνα εγκατέλειψαν την πόλη τους και μπήκαν όλοι στα καράβια.
- Η νίκη στη θάλασσα έσωσε την ίδια την Πελοπόννησο, που διαφορετικά θα κυριευόταν «μια-μια» πόλη.
Η ρητορική στρατηγική: μετατρέπουν τη Σπάρτη από κατήγορο σε οφειλέτη. Παράλληλα προλαμβάνουν την αντίρρηση «αυτά τα λέτε συνέχεια», λέγοντας ότι δεν μιλούν για να ζητήσουν χάρη αλλά ως απόδειξη ισχύος: δείτε με ποια πόλη θα αναμετρηθείτε.
§74
»Σ' αυτό το γεγονός, με το οποίο αποδείχτηκε ότι η σωτηρία των Ελλήνων κρεμόταν από το ναυτικό, εμείς συνεισφέραμε τρία σπουδαιότατα πράγματα, δηλαδή τα περισσότερα καράβια, τον καλύτερο στρατηγό και τη μεγάλη μας τόλμη. Από τα τετρακόσια καράβια, κάτι λιγότερο από τα δύο τρίτα ήταν δικά μας, αρχηγός ήταν ο Θεμιστοκλής, χάρη στον οποίο η ναυμαχία έγινε στα στενά, πράγμα που είναι βέβαιο ότι έσωσε την κατάσταση και γι' αυτό σεις τον υποδεχτήκατε με τις μεγαλύτερες τιμές που κάνατε ποτέ σε ξένο ο οποίος σας επισκέφθηκε. Τέλος, δείξαμε θάρρος και τόλμη πολύ μεγάλη, γιατί όταν οι άλλοι Έλληνες, έως τα σύνορά μας, είχαν υποδουλωθεί και δεν είχαμε καμιά βοήθεια στη στεριά, αποφασίσαμε να εγκαταλείψουμε την πολιτεία μας, αλλά να μην εγκαταλείψουμε, και τότε ακόμα, τους συμμάχους μας και να μη διασκορπιστούμε για να μπορέσουμε να τους βοηθήσουμε. Αποφασίσαμε να μπούμε στα καράβια μας και ν' αγωνιστούμε χωρίς να μνησικακούμε επειδή σεις δε μας βοηθήσατε έγκαιρα. Ώστε μπορούμε να πούμε ότι σας προσφέραμε περισσότερες υπηρεσίες απ' ό,τι μας προσφέρατε σεις. Γιατί σεις ήρθατε να πολεμήσετε αφήνοντας τις πολιτείες σας άθικτες, με σκοπό να τις εξασφαλίσετε για το μέλλον και ήρθατε να μας βοηθήσετε όταν φοβηθήκατε για τους εαυτούς σας και όχι για μας, γιατί όσο δεν είχαμε πάθει τίποτε, δεν κινηθήκατε. Εμείς, αντίθετα, με βάση μια πόλη που δεν υπήρχε πια, αγωνιστήκαμε για μια ισχνή ελπίδα και, σώζοντας τους εαυτούς μας, συντελέσαμε και στη δική σας σωτηρία. Εάν, από φόβο, είχαμε προσχωρήσει στους Μήδους, όπως το έκαναν τόσοι άλλοι για να σώσουν τη γη τους, ή εάν, πιστεύοντας ότι είμαστε κατεστραμμένοι, δεν είχαμε την τόλμη να μπούμε στα πολεμικά μας, δε θα μπορούσατε να ναυμαχήσετε μη έχοντας αρκετά καράβια και τα γεγονότα θα είχαν πάρει, χωρίς δυσκολία, την εξέλιξη που ήθελαν οι Πέρσες.
Η §74 αναλύει τη συνεισφορά της Αθήνας σε τρία μέρη: πλήθος πλοίων (σχεδόν τα δύο τρίτα των 400), τον καλύτερο στρατηγό (Θεμιστοκλής) και την τόλμη — την αυταπάρνηση της εγκατάλειψης της πόλης.
Το πιο τολμηρό σημείο είναι η σύγκριση κινήτρων: οι Σπαρτιάτες κινήθηκαν μόνο όταν φοβήθηκαν για τους εαυτούς τους και με τις πόλεις τους άθικτες· οι Αθηναίοι αγωνίστηκαν «με βάση μια πόλη που δεν υπήρχε πια». Επιπλέον, το υποθετικό επιχείρημα («εάν είχαμε προσχωρήσει στους Μήδους…») δείχνει ότι η σπαρτιατική σωτηρία εξαρτήθηκε πλήρως από αθηναϊκή απόφαση.
Πρόσεξε τη διατύπωση «χωρίς να μνησικακούμε επειδή σεις δε μας βοηθήσατε έγκαιρα» και το «μπορούμε να πούμε ότι σας προσφέραμε περισσότερες υπηρεσίες». Είναι επίπληξη μεταμφιεσμένη σε μεγαλοψυχία. Η αναφορά στον Ισθμό λογική των Πελοποννησίων — άμυνα μόνο για τη δική τους γη — υπονοείται σε όλη την παράγραφο.
§75
»Λοιπόν, Σπαρτιάτες! Για τη γενναιότητά μας εκείνη και για την τόσο ορθή απόφασή μας, είναι ή δεν είναι δίκαιη η αξίωσή μας να μη μας φθονούν τόσο πολύ οι Έλληνες για την ηγεμονία που αποκτήσαμε; Δεν την αποκτήσαμε δια της βίας, αλλά όταν σεις δε θελήσατε να συνεχίσετε τον αγώνα εναντίον των όσων βαρβάρων είχαν μείνει, οι σύμμαχοι ήρθαν σε μας και μας ζήτησαν να γίνουμε αρχηγοί τους. Ασκώντας την αρχηγία αυτή, αναπτύξαμε, από την ανάγκη των πραγμάτων, την ηγεμονία μας στο σημείο που βρίσκεται σήμερα, στην αρχή από φόβο, έπειτα για τιμή και αργότερα για το συμφέρον μας. Και από τότε, επειδή δεν αισθανόμαστε ασφαλείς, εξαιτίας της έχθρας πολλών - μερικοί μάλιστα απ' τους συμμάχους μας είχαν αποστατήσει και τους είχαμε υποτάξει - κι επειδή δε μας θεωρούσατε φίλους όπως πριν, αλλά σας είχαμε γίνει ύποπτοι και μας είχατε γίνει αντίθετοι, δεν μπορούσαμε πια να χαλαρώσουμε την επιβολή μας χωρίς να εκτεθούμε σε κίνδυνο, γιατί όσοι θ' αποστατούσαν από μας θα γίνονταν σύμμαχοί σας. Κανείς δεν πρέπει να φθονεί εκείνον που προσπαθεί να κατοχυρώσει τα συμφέροντά του, όταν έχει ν' αντιμετωπίσει μεγάλους κινδύνους.
§76
»Σεις, άλλωστε, Λακεδαιμόνιοι, για να εξασφαλίσετε την ηγεμονία σας, οργανώσατε κατά το συμφέρον σας, τα πολιτεύματα στις πόλεις της Πελοποννήσου και αν, άλλοτε, είχατε θελήσει να παραμείνετε, όπως εμείς, αρχηγοί των Ελλήνων, προκαλώντας αναγκαστικά την εχθρότητά τους, ξέρουμε καλά ότι δε θα ήσαστε απέναντι των συμμάχων σας λιγότερο πιεστικοί από ό,τι είμαστε εμείς και θα ήσαστε αναγκασμένοι είτε ν' ασκείτε την εξουσία σας με πυγμή είτε να εκτεθείτε σε κινδύνους. Έτσι κι εμείς δεν κάναμε τίποτε το παράδοξο ή αντίθετο προς τη φύση των ανθρωπίνων πραγμάτων, όταν δεχτήκαμε την ηγεμονία που μας προσφέρθηκε και όταν, τώρα, αρνιόμαστε να την εγκαταλείψουμε, κινούμενοι από ισχυρά ελατήρια, τη δόξα, το φόβο και το όφελος. Δεν είμαστε, άλλωστε, οι πρώτοι που εφαρμόσαμε τέτοια πολιτική. Από πάντα υπάρχει η αρχή ότι ο αδύνατος υπακούει στη θέληση του δυνατού κι εμείς έχουμε την πεποίθηση πως το αξίζουμε. Και σεις, άλλωστε, δέχεστε την αρχή αυτή έως τη στιγμή κατά την οποία, ενώ στην πραγματικότητα επιδιώκετε το συμφέρον σας, επικαλείστε αρχές δικαιοσύνης που δεν εμπόδισαν ποτέ κανένα ν' αποκτήσει με τη βία μεγαλύτερα πλεονεκτήματα. Είναι αξιέπαινοι, άλλωστε, εκείνοι που, κατά το φυσικό του ανθρώπου, απέκτησαν εξουσία επάνω σε άλλους, αλλά είναι λιγότερο άδικοι απ' ό,τι θα μπορούσε να τους επιτρέψει η δύναμή τους. Έχουμε, λοιπόν, την πεποίθηση ότι, αν άλλοι έπαιρναν τη θέση μας, θ' αποδεικνυόταν με πόσο μέτρο ασκούμε την εξουσία μας. Και, όμως, ακριβώς το μέτρο μας αυτό προκάλεσε, άδικα, για μας, πολύ περισσότερες επικρίσεις παρά επαίνους.
Το κορυφαίο χωρίο του μαθήματος. Ο Θουκυδίδης βάζει στο στόμα των Αθηναίων τα τρία «ισχυρά ελατήρια» που εξηγούν κάθε ηγεμονία:
- τιμή = η δόξα — το κύρος και η υπόληψη της πόλης.
- δέος = ο φόβος — η ανασφάλεια απέναντι στην έχθρα πολλών.
- ωφέλεια = το όφελος — το υλικό και πολιτικό συμφέρον.
Στην §75 τα κίνητρα δίνονται σε χρονική σειρά ανάπτυξης: «στην αρχή από φόβο, έπειτα για τιμή και αργότερα για το συμφέρον μας». Στην §76 επανέρχονται ως ταυτόχρονα ελατήρια: «τη δόξα, το φόβο και το όφελος».
Εδώ διατυπώνεται ο νόμος του ισχυροτέρου, που ο Θουκυδίδης θα αναπτύξει πλήρως στον Διάλογο Αθηναίων-Μηλίων. Η επιχειρηματολογία έχει τρία σκέλη:
- Ο τρόπος κτήσης: η ηγεμονία δεν ήρθε «δια της βίας» — οι σύμμαχοι τη ζήτησαν, όταν η Σπάρτη αποχώρησε από τον αγώνα.
- Η αναγκαιότητα: η χαλάρωση της επιβολής θα σήμαινε κίνδυνο, γιατί οι αποστάτες θα γίνονταν σύμμαχοι της Σπάρτης.
- Το επιχείρημα ad hominem: «κι εσείς το ίδιο θα κάνατε» — η Σπάρτη οργάνωσε τα πολιτεύματα της Πελοποννήσου κατά το δικό της συμφέρον.
Παρατηρήστε το τελευταίο, εντυπωσιακό βήμα: οι Αθηναίοι δεν ισχυρίζονται ότι είναι δίκαιοι, αλλά ότι είναι «λιγότερο άδικοι απ' ό,τι θα τους επέτρεπε η δύναμή τους» — αξίωση για μέτρο, όχι για δικαιοσύνη. Και καταγγέλλουν τη σπαρτιατική επίκληση της δικαιοσύνης ως προσχηματική.
§77
»Ενώ βρισκόμαστε σε μειονεκτική θέση όταν πρόκειται για υποθέσεις που δικάζονται σύμφωνα με τις συνθήκες τις οποίες έχουμε με τους συμμάχους μας, κι ενώ στον τόπο μας έχουμε μια διαδικασία με βάση κοινού νόμους, έχουμε, εντούτοις, αποκτήσει τη φήμη ότι είμαστε φιλόδικοι. Αλλά κανείς απ' τους συμμάχους μας δεν αναρωτιέται γιατί η κατηγορία αυτή δεν διατυπώνεται εναντίον εκείνων που ασκούν αλλού κυριαρχία με πολύ λιγότερη επιείκεια απ' ό,τι εμείς και τούτο, επειδή όποιος μπορεί να μεταχειριστεί τη βία δεν έχει ανάγκη να προστρέχει σε δίκες. Οι σύμμαχοί μας είναι συνηθισμένοι στην ισότητα για τις μεταξύ μας σχέσεις και, αν ποτέ θεωρήσουν ότι μια απόφαση ή μια πράξη μας, σχετικά με την άσκηση της εξουσίας μας, τους ζημιώσει κάπως, αντί να μας έχουν χάρη επειδή δεν τους στερούμε τα κυριότερα, δυσανασχετούν για τα λίγα απ' τα οποία στερήθηκαν και περισσότερο μάλιστα παρά εάν είχαμε εξαρχής παραμερίσει κάθε νομιμότητα και είχαμε ενεργήσει πλεονεκτικά και απροσχημάτιστα. Σε τέτοια περίπτωση, όμως, ούτε εκείνοι θα είχαν αμφισβητήσει ότι ο ασθενέστερος πρέπει να υπακούει στον ισχυρότερο. Φαίνεται ότι οι άνθρωποι αγανακτούν περισσότερο όταν αδικούνται παρά όταν υποκύπτουν στη βία, γιατί την αδικία τη θεωρούν καταπάτηση δικαιωμάτων από ένα ισότιμό τους, ενώ τη βία τη δέχονται σαν υποταγή σ' έναν ανώτερό τους. Τα όσα πάθαιναν κάτω από την κυριαρχία των Μήδων, ενώ ήταν βαριά, ενώ η δική μας εξουσία τη βρίσκουν βαριά, και τούτο είναι φυσικό, γιατί το παρόν είναι εκείνο που φαίνεται ανυπόφορο στον υπήκοο. Αν σεις, αφού μας εξουδετερώσετε, ασκούσατε, στη θέση μας, την εξουσία μας, γρήγορα θα χάνατε τις συμπάθειες που σας έχουν τώρα εξαιτίας του φόβου που εμπνέουμε εμείς, αν μάλιστα ακολουθούσατε την ίδια στάση που είχατε αφήσει να φανεί όταν, για λίγο καιρό, είχατε την ηγεσία εναντίον των Μήδων. Οι δικοί σας θεσμοί είναι ασυμβίβαστοι με τους θεσμούς των άλλων Ελλήνων και, εκτός απ' αυτά, όταν συμβεί κάποιος από σας να βγει από τα σύνορά σας, τότε ούτε με τα δικά σας έθιμα συμμορφώνεται ούτε με τα έθιμα των άλλων Ελλήνων.
Οι Αθηναίοι απαντούν στη μομφή της φιλοδικίας με ένα παράδοξο: η ίδια η προσφυγή σε δίκες αποδεικνύει τη μετριοπάθειά τους, γιατί «όποιος μπορεί να μεταχειριστεί τη βία δεν έχει ανάγκη να προστρέχει σε δίκες».
Ακολουθεί μια βαθιά ψυχολογική παρατήρηση: οι άνθρωποι αγανακτούν περισσότερο όταν αδικούνται παρά όταν υποκύπτουν στη βία — γιατί η αδικία υπονοεί ισότιμη σχέση, ενώ η βία δηλώνει καθαρή ιεραρχία. Δηλαδή η αθηναϊκή επιείκεια τιμωρείται, ενώ η ωμή βία θα γινόταν αποδεκτή.
Το κλείσιμο της §77 είναι η μόνη σαφώς επιθετική κίνηση των Αθηναίων. Δύο πλήγματα:
- Πρόβλεψη: αν η Σπάρτη πάρει τη θέση της Αθήνας, θα χάσει γρήγορα τις συμπάθειες που τώρα απολαμβάνει — αυτές οφείλονται στον φόβο για την Αθήνα, όχι στην αγάπη για τη Σπάρτη. Παράδειγμα: η σύντομη σπαρτιατική ηγεσία στα Μηδικά (υπονοείται η συμπεριφορά του Παυσανία).
- Θεσμική ακαταλληλότητα: οι σπαρτιατικοί θεσμοί είναι «ασυμβίβαστοι» με τους θεσμούς των άλλων Ελλήνων, και ο Σπαρτιάτης έξω από τα σύνορά του δεν συμμορφώνεται ούτε με τα δικά του ήθη ούτε με τα ξένα.
§78
»Μη βιασθείτε, λοιπόν, να πάρετε απόφαση για ένα τόσο σπουδαίο ζήτημα και μην επηρεασθείτε από γνώμες και κατηγορίες άλλων για ν' αναλάβετε έναν αγώνα που το βάρος του θα πέσει στους δικούς σας ώμους. Σκεφθείτε, επίσης, προτού τον αναλάβετε, πόσο απρόβλεπτες είναι οι εξελίξεις του πολέμου. Όσο γίνεται μακρύτερος, τόσο η έκβασή του καταντάει να εξαρτάται από τυχαία περιστατικά, μπροστά στα οποία και σεις και εμείς βρισκόμαστε σε ίση μοίρα. Είναι περιπέτεια από την οποία κανείς δεν ξέρει πώς θα βγει. Όταν οι άνθρωποι ρίχτουν στον πόλεμο, αρχίζουν από εκείνο με το οποίο θα έπρεπε να τελειώσουν, δηλαδή αρχίζουν απ' τη δράση και μόνο άμα κακοπάθουν αρχίζουν διαπραγματεύσεις. Εμείς που δεν κάναμε ποτέ αυτό το σφάλμα το οποίο ούτε και σεις, καθώς βλέπουμε, έχετε κάνει, σας λέμε: Όσο είναι ακόμα στο χέρι και των δυο μας να πάρουμε τη σωστή απόφαση, μη λύσετε τις σπονδές και μην καταπατήσετε τους όρκους. Τις διαφορές μας ας τις λύσουμε σύμφωνα με τη διαδικασία της συνθήκης. Αλλιώς, μα τους θεούς προστάτες των όρκων, θα προσπαθήσουμε, αν μας κηρύξετε πόλεμο, ν' αγωνιστούμε με τα μέσα που πρώτοι σεις θα έχετε μεταχειριστεί.»
Ο επίλογος εγκαταλείπει την ιστορία και τη θεωρία της εξουσίας και περνά στην πρακτική σύνεση. Τα σημεία:
- Μη βιαστείτε και μην παρασυρθείτε από κατηγορίες άλλων — το βάρος του πολέμου θα πέσει στους δικούς σας ώμους.
- Το απρόβλεπτο: όσο μακραίνει ο πόλεμος, τόσο εξαρτάται από την τύχη — και σε αυτήν οι δύο πλευρές είναι «σε ίση μοίρα».
- Το σφάλμα των ανθρώπων: αρχίζουν από τη δράση και διαπραγματεύονται μόνο αφού κακοπάθουν, ενώ θα έπρεπε το αντίστροφο.
- Η νόμιμη λύση: σπονδές και όρκοι — διαφορές μέσω της προβλεπόμενης διαδικασίας διαιτησίας.
- Η προειδοποίηση: αν κηρυχθεί πόλεμος, η Αθήνα θα αμυνθεί «με τα μέσα που πρώτοι σεις θα έχετε μεταχειριστεί» — ρίχνοντας εκ των προτέρων στη Σπάρτη την ευθύνη για ό,τι ακολουθήσει.
Ο λόγος των Αθηναίων κινείται σε τρία επίπεδα, καθένα με διαφορετική βάση νομιμοποίησης:
| Επίπεδο | Παράγραφοι | Βάση |
|---|---|---|
| Ιστορικό — «αξίζουμε την ηγεμονία» | §73-74 | Η προσφορά στα Μηδικά |
| Θεωρητικό — «κάθε ηγεμονία είναι έτσι» | §75-77 | Η φύση των ανθρωπίνων (τιμή, δέος, ωφέλεια) |
| Πρακτικό — «μη βιαστείτε» | §78 | Το απρόβλεπτο του πολέμου, οι συνθήκες |
Το κρίσιμο: οι Αθηναίοι δεν απολογούνται. Δεν ζητούν συγγνώμη ούτε επικαλούνται τη δικαιοσύνη· επικαλούνται την αξία τους (ιστορικά) και τη φύση της εξουσίας (θεωρητικά). Ο ίδιος ο Θουκυδίδης θεωρεί την «αυξανομένη δύναμη των Αθηναίων» και τον φόβο που προκάλεσε στους Λακεδαιμονίους ως την αληθέστατη αιτία του πολέμου — και ο λόγος αυτός δείχνει ακριβώς πώς λειτουργεί αυτός ο μηχανισμός.