1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Θουκυδίδη, Ἐπιτάφιος 36, 37, 40, 41 (431 π.Χ.)

Το ιστορικό πλαίσιο

Μετά το τέλος των πολεμικών γεγονότων του πρώτου έτους του Πελοποννησιακού Πολέμου (431 π.Χ.), ο Θουκυδίδης, στο Β΄ Βιβλίο της Ιστορίας του, παρεμβάλλει τον λόγο που εκφώνησε ο Περικλής στον Κεραμεικό, για να τιμήσει τους νεκρούς των μαχών του πρώτου χρόνου του πολέμου: τον Ἐπιτάφιο λόγο του.

Η μοναδική παιδευτική σημασία του περιεχομένου του λόγου και η μνημειακή λογοτεχνική του μορφή δικαιολογούν απόλυτα τον θαυμασμό που έχει προκαλέσει από την εποχή που γράφηκε ως σήμερα.

Το ήξερες;

Το έθιμο της δημόσιας ταφής και του επιταφίου λόγου ήταν αποκλειστικά αθηναϊκό. Κάθε χρόνο, στο τέλος της πολεμικής περιόδου, η πόλη έθαβε δημόσια τα οστά όσων είχαν σκοτωθεί εκείνη τη χρονιά, και ένας διακεκριμένος πολίτης εκφωνούσε επιτάφιο λόγο προς τιμήν τους. Ο Επιτάφιος του Περικλή είναι ο πιο γνωστός και σημαντικός τέτοιος λόγος που μας σώζεται.

Η θέση του λόγου στο έργο του Θουκυδίδη

Η θέση του ρητορικού αυτού λόγου μέσα στο έργο του Θουκυδίδη, την Ιστορία του, αν και δεν αποτελεί καθαυτή ιστορική αφήγηση, είναι σημαντική και έχει διαχρονική ισχύ.

Η μέθοδος του Θουκυδίδη

Ο Θουκυδίδης δεν αναλύει συστηματικά την κοινωνία της εποχής εκείνης, αλλά καταγράφει αυστηρά ό,τι θεωρούσε ότι σχετιζόταν άμεσα με τον πόλεμο, επειδή περιέγραφε ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός το οποίο διαμόρφωσε μια ολόκληρη ιστορική περίοδο.

Το περιεχόμενο του Επιταφίου

Ο λόγος αναφέρεται:

  • Στο κράτος δικαίου της πόλης και στο σύστημα διακυβέρνησής της.
  • Στο πολίτευμα της Δημοκρατίας, το οποίο δημιούργησε νόμους που στηρίζονται στους πολλούς (και όχι σε λίγους ή σε έναν): «καὶ ὄνομα μὲν διὰ τὸ μὴ ἐς ὀλίγους ἀλλ᾽ ἐς πλείονας οἰκεῖν δημοκρατία κέκληται» («και το όνομά του, επειδή η διοίκηση δεν βρίσκεται στα χέρια των λίγων αλλά των περισσοτέρων, ονομάζεται δημοκρατία»).
  • Στην αξιοκρατία και την ισονομία: «κατὰ τοὺς νόμους... μέτεστι πᾶσι τὸ ἴσον» («σύμφωνα με τους νόμους, όλοι έχουν ίσα δικαιώματα»).
  • Στην ελευθερία που απολαμβάνουν οι πολίτες τόσο στη δημόσια όσο και στην ιδιωτική τους ζωή, χωρίς να έχουν ως στόχο το κακό του συνανθρώπου τους: «Σεβόμαστε», λέει ο Περικλής, «ο ένας τον άλλο, από σεβασμό στους γραπτούς και άγραφους νόμους της πόλης, και για να αποφύγουμε την αισχύνη —όχι από φόβο» (υπαινιγμός ότι οι Σπαρτιάτες τηρούν τον νόμο μόνο επειδή τρέμουν τη νομοθεσία τους).

Το κείμενο σημειώνει ακόμη πόσο σημαντική είναι στην Αθήνα η συμμετοχή στα κοινά, ώστε κάποιος να μπορεί να εργάζεται και συγχρόνως να ασχολείται με την πολιτική — κάτι που στηρίζεται στην πεποίθηση ότι «μόνο εμείς οι Αθηναίοι θεωρούμε ότι όποιος μένει αμέτοχος στα κοινά δεν είναι φιλήσυχος, αλλά άχρηστος» («μόνοι γάρ τε τὸν μηδὲν τῶνδε μετέχοντα οὐκ ἀπράγμονα, ἀλλ᾽ ἀχρεῖον νομίζομεν»).

Τονίζει επίσης πώς αντιμετωπίζουν οι Αθηναίοι την αίσθηση του κινδύνου: ξεχωρίζουν, καθώς είναι πάντα ενήμεροι, και η τόλμη τους δεν οφείλεται στην άγνοια του κινδύνου, αλλά στην επίγνωσή του: «Και αν και αγαπάμε τα καλά της ειρήνης, δεν διστάζουμε να αντιμετωπίσουμε τον πόλεμο, όταν χρειάζεται».

Θίγει, τέλος, το θέμα της οφειλής και της ευγνωμοσύνης: αναφέρει ότι αυτός που ευεργετεί κάποιον είναι καλύτερος φίλος από εκείνον που ευεργετήθηκε, και γι᾽ αυτό οι Αθηναίοι προσπαθούν να βοηθούν παρά να ζητούν βοήθεια, «βεβαιότερος δὲ ὁ δράσας τὴν χάριν ὥστε ὀφειλομένην δι᾽ εὐνοίας ᾧ δέδωκε σῴζειν· ὁ δὲ ἀντοφείλων ἀμβλύτερος, εἰδὼς οὐκ ἐς χάριν, ἀλλ᾽ ἐς ὀφείλημα τὴν ἀρετὴν ἀποδώσων».

Ανακεφαλαιώνει όσα είπε με την περίφημη φράση: «ξυνελών τε λέγω τὴν τε πᾶσαν πόλιν τῆς Ἑλλάδος παίδευσιν εἶναι» — δηλαδή ότι η Αθήνα αποτελεί το σχολείο, το πνευματικό κέντρο, όλης της Ελλάδας.

Ο στόχος του Επιταφίου

Η εκφώνηση επιταφίου λόγου στις δημόσιες τελετές στόχευε στα εξής:

  1. Να τιμήσει τους νεκρούς για τη θυσία τους.
  2. Να εξυψώσει τους νεκρούς σε πρότυπα ανδρείας και αυτοθυσίας στα μάτια των επόμενων γενιών.
  3. Να τονώσει την εθνική συνείδηση και το πατριωτικό συναίσθημα των πολιτών.

Το θέμα του Επιταφίου

Ο Θουκυδίδης επιθυμεί, διά στόματος Περικλή, να παρουσιάσει την Αθήνα ως πόλη μοναδική που υπηρετεί διαχρονικές αξίες —την πατρίδα και την ελευθερία— δικαιολογώντας παράλληλα τον Περικλή, ο οποίος οδήγησε την πόλη σε πόλεμο, στον οποίο πολλοί πολίτες έχασαν τη ζωή τους.

Το ήξερες;

Ο Επιτάφιος του Περικλή δεν είναι απλώς μια νεκρολογία. Είναι ταυτόχρονα πολιτικός λόγος: δικαιολογεί έμμεσα την πολεμική πολιτική του Περικλή, δείχνοντας ότι η θυσία των νεκρών άξιζε, αφού υπηρέτησε μια πόλη μοναδική στον κόσμο. Γι᾽ αυτό ο λόγος λειτουργεί σαν ύμνος στη δημοκρατική Αθήνα πολύ περισσότερο απ᾽ ό,τι σαν πένθιμος λόγος για τους νεκρούς.

Ενδεικτικά αποσπάσματα του Επιταφίου

Ο Περικλής επιθυμεί να εκμεταλλευτεί την περίσταση, για να εξάρει την πολιτική του, το πολίτευμα και τους τρόπους με τους οποίους η πόλη του έφτασε στο μεγαλείο.

Παράγραφος 36

Αρχαίο κείμενοΝεοελληνική απόδοση
Ἄρξομαι δὲ ἀπὸ τῶν προγόνων πρῶτον· δίκαιον γὰρ αὐτοῖς καὶ πρέπον δὲ ἅμα ἐν τῷ τοιῷδε τὴν τιμὴν ταύτην τῆς μνήμης δίδοσθαι.Θα αρχίσω από τους προγόνους πρώτα· γιατί είναι δίκαιο και ταιριαστό συνάμα, σε περίπτωση όπως η σημερινή, να τους δίνεται η τιμή αυτής της μνημόνευσης.
Τὴν γὰρ χώραν οἱ αὐτοὶ αἰεὶ οἰκοῦντες διαδοχῇ τῶν ἐπιγιγνομένων μέχρι τοῦδε ἐλευθέραν δι᾽ ἀρετὴν παρέδοσαν.Γιατί κατοικώντας σε αυτή τη χώρα οι ίδιοι πάντα, καθώς η μια γενιά διαδεχόταν την άλλη, χάρη στην ανδρεία τους την παρέδωσαν ελεύθερη ως σήμερα.
Καὶ ἐκεῖνοι μὲν ἄξιοι ἐπαίνου, πλέον δ᾽ ἔτι οἱ πατέρες ἡμῶν· κτησάμενοι γὰρ πρὸς οἷς ἐδέξαντο ὅσην ἔχομεν ἀρχὴν οὐκ ἀπόνως ἡμῖν τοῖς νῦν προσκατέλιπον.Και εκείνοι λοιπόν είναι άξιοι επαίνου, και ακόμα περισσότερο οι πατέρες μας· γιατί αυτοί, κοντά σε εκείνα που κληρονόμησαν, απέκτησαν την εξουσία που έχουμε, με πολύ μόχθο, και την κληροδότησαν σε εμάς τους τωρινούς.
Τὰ δὲ πλείω αὐτῆς αὐτοὶ ἡμεῖς οἵδε οἱ νῦν ἔτι ὄντες μάλιστα ἐν τῇ καθεστηκυίᾳ ἡλικίᾳ ἐπηυξήσαμεν, καὶ τὴν πόλιν τοῖς πᾶσι παρεσκευάσαμεν καὶ ἐς πόλεμον καὶ ἐς εἰρήνην αὐταρκεστάτην.Αυτής της ηγεμονίας τη δύναμη αυξήσαμε περισσότερο εμείς εδώ, όσοι σήμερα βρισκόμαστε ακόμα περίπου στην ώριμη ηλικία, και ετοιμάσαμε την πόλη να έχει απόλυτη αυτάρκεια σε όλα, και για πόλεμο και για ειρήνη.
Ὧν ἐγὼ τὰ μὲν κατὰ πολέμους ἔργα, οἷς ἕκαστα ἐκτήθη, ἢ εἴ τι αὐτοὶ ἢ οἱ πατέρες ἡμῶν βάρβαρον ἢ Ἕλληνα πολέμιον ἐπιόντα προθύμως ἠμυνάμεθα, μακρηγορεῖν ἐν εἰδόσι οὐ βουλόμενος ἐάσω.Αυτών εγώ τα πολεμικά κατορθώματα, με τα οποία αποκτήθηκε το καθένα, ή αν κάποτε εμείς οι ίδιοι ή οι πατέρες μας αποκρούσαμε θαρραλέα κάποιον βάρβαρο ή Έλληνα εχθρό που επιτέθηκε, θα τα παραλείψω, γιατί δεν θέλω να μακρηγορήσω σε ανθρώπους που τα ξέρουν.
Ἀπὸ οἵας δὲ ἐπιτηδεύσεως ἤλθομεν ἐπ᾽ αὐτὰ καὶ μεθ᾽ οἵας πολιτείας καὶ τρόπων ἐξ οἵων μεγάλα ἐγένετο, ταῦτα δηλώσας πρῶτον εἶμι καὶ ἐπὶ τὸν τῶνδε ἔπαινον.Από ποιες όμως αρχές ζωής φτάσαμε σε αυτή την ακμή, με ποιο πολίτευμα και από ποιους τρόπους ζωής έγινε η πόλη μεγάλη, αφού πρώτα φανερώσω αυτά, θα έρθω έπειτα και στον έπαινο αυτών των νεκρών.
Νομίζω γὰρ ἐπὶ τῷ παρόντι οὐκ ἂν ἀπρεπῆ εἰρῆσθαι αὐτά, καὶ τὸν πάντα ὅμιλον καὶ ἀστῶν καὶ ξένων ξύμφορον εἶναι ἐπακοῦσαι αὐτῶν.Γιατί νομίζω ότι στη σημερινή περίσταση δεν θα ήταν άπρεπο να ειπωθούν αυτά, και ακόμα ότι είναι ωφέλιμο να τα ακούσει με προσοχή όλο το συγκεντρωμένο εδώ πλήθος πολιτών και ξένων.

Παράγραφος 37

Έχουμε λοιπόν πολίτευμα που δεν αντιγράφει τους νόμους των άλλων, αλλά πολύ περισσότερο εμείς είμαστε παράδειγμα σε μερικούς, παρά μιμητές τους. Και ονομάζεται το πολίτευμά μας δημοκρατία, επειδή η εξουσία δεν βρίσκεται στα χέρια των ολίγων (ολιγαρχία), αλλά του δήμου (του λαού).

Και μπροστά στους νόμους, ως προς τις ιδιωτικές τους διαφορές, όλοι οι πολίτες έχουν τα ίδια δικαιώματα, ενώ για την προσωπική τους ανάδειξη, καθένας ξεχωρίζει —ο καθένας σε κάτι— προτιμάται στα δημόσια αξιώματα, όχι τόσο για τη σειρά του, όσο περισσότερο για την προσωπική του ικανότητα· ούτε πάλι κάποιος, εξαιτίας της φτώχειας του, και ενώ μπορεί να κάνει κάτι καλό στην πόλη, εμποδίζεται από την ασημότητα της κοινωνικής του θέσης.

Τις σχέσεις μας με την πολιτεία τις διέπει η ελευθερία, αλλά και στις καθημερινές μας ενασχολήσεις είμαστε απαλλαγμένοι από την καχυποψία μεταξύ μας, χωρίς να αγανακτούμε με τον γείτονά μας, αν κάνει κάτι που τον ευχαριστεί, ούτε παίρνουμε απέναντί του το ύφος του πειραγμένου, πράγμα που μπορεί βέβαια να μην τον βλάπτει, σίγουρα όμως τον στενοχωρεί. Και ενώ στις ιδιωτικές μας σχέσεις δεν ενοχλούμε ο ένας τον άλλο, στη δημόσια ζωή δεν παρανομούμε πολύ περισσότερο από εσωτερικό σεβασμό, υπακούοντας σε αυτούς που κάθε φορά διοικούν την πόλη και στους νόμους, ιδιαίτερα σε εκείνους από αυτούς που ισχύουν για την προστασία των αδικημένων και σε όσους, παρότι άγραφοι, προκαλούν αναμφισβήτητη ντροπή στους παραβάτες τους.

Παράγραφος 40

Και είμαστε αντίθετοι προς τους περισσότερους και στις καλές μας πράξεις γιατί δεν κάνουμε φίλους εκείνους που μας ευεργετούν, αλλά εκείνους που ευεργετούμε εμείς. Πιο σίγουρος φίλος είναι όποιος έχει κάνει το καλό, έτσι ώστε να το διατηρεί σαν χρέος από τον άλλο με την καλή του προαίρεση σ᾽ εκείνον που αυτός την έδωσε. Εκείνος όμως που χρωστάει αντίχαρη, δεν είναι τόσο πρόθυμος, ξέροντας πως θ᾽ ανταποδώσει μια παλιά γενναιοψυχία, κι όχι για να του χρωστούνε χάρη αλλά σα χρέος.

Παράγραφος 41

[…] Γιατί μόνο η δική μας πολιτεία, όταν τη γνωρίσει κανείς από κοντά, φανερώνεται ανώτερη από τη φήμη της, και μόνο αυτή, ούτε στον εχθρό που έρχεται ενάντιά της προκαλεί αγανάκτηση, ώστε να λέει: «κοίτα από τι λογής ανθρώπους παθαίνομε όσα παθαίνομε», ούτε στους υπηκόους δίνει αφορμή να την κατηγορήσουν πως τους εξουσιάζουν ανάξιοι άνθρωποι. […]

Το ήξερες;

Η φράση «ξυνελών τε λέγω τὴν πᾶσαν πόλιν τῆς Ἑλλάδος παίδευσιν εἶναι» («με λίγα λόγια, λέω ότι όλη η πόλη μας είναι σχολείο της Ελλάδας») έγινε μία από τις πιο διάσημες φράσεις της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Δηλώνει την πεποίθηση του Περικλή (και του Θουκυδίδη) ότι η Αθήνα δεν είναι απλώς μια ισχυρή πόλη, αλλά πρότυπο πολιτισμού για ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο.

Ανακεφαλαίωση

Ο Ἐπιτάφιος του Περικλή, όπως τον παραδίδει ο Θουκυδίδης στο Β΄ Βιβλίο της Ιστορίας του, είναι λόγος επιδεικτικός, ξεχωριστός από τις συμβουλευτικές δημηγορίες του έργου. Εκφωνήθηκε στον Κεραμεικό για να τιμήσει τους πρώτους νεκρούς του Πελοποννησιακού Πολέμου (431 π.Χ.), αλλά η πραγματική του κεντρική ιδέα (παρ. 36) είναι ευρύτερη: να δείξει με ποιες αρχές (ἐπιτηδεύσεις), με ποιο πολίτευμα (πολιτεία) και με ποιους τρόπους ζωής η Αθήνα έγινε μεγάλη πόλη. Μέσα από τον έπαινο της δημοκρατίας, της ισονομίας, της ελευθερίας, της αξιοκρατίας και της ενεργού συμμετοχής στα κοινά, ο Περικλής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Αθήνα αποτελεί «παίδευσιν τῆς Ἑλλάδος» — το πνευματικό σχολείο όλης της Ελλάδας. Ταυτόχρονα, ο λόγος λειτουργεί ως έμμεση δικαιολόγηση της πολιτικής του ίδιου του Περικλή, που οδήγησε την πόλη στον πόλεμο.