Η κλίση των Επιθέτων Γ' Κλίσης: Φωνηεντόληκτα (βαρύς, πᾶς)
Υπενθύμιση: πώς κατατάσσονται τα επίθετα
Τα επίθετα της Αρχαίας Ελληνικής κλίνονται σύμφωνα με την Α΄, τη Β΄ και τη Γ΄ κλίση των ουσιαστικών που ήδη γνωρίζεις. Ανάλογα με τον αριθμό των διαφορετικών καταλήξεων που έχουν στα τρία γένη, διακρίνονται σε:
- Τρικατάληκτα: έχουν τρεις διαφορετικές καταλήξεις, μία για κάθε γένος (π.χ. ὁ ἀγαθός, ἡ ἀγαθή, τὸ ἀγαθόν).
- Δικατάληκτα: έχουν δύο καταλήξεις — μία κοινή για το αρσενικό και το θηλυκό και μία ξεχωριστή για το ουδέτερο (π.χ. ὁ, ἡ ἀθάνατος, τὸ ἀθάνατον).
Στην ενότητα αυτή ασχολούμαστε ειδικά με τα επίθετα της Γ΄ κλίσης και συγκεκριμένα με την κατηγορία των φωνηεντόληκτων επιθέτων, δηλαδή εκείνων που το θέμα τους λήγει σε φωνήεν.
Τα επίθετα της Γ΄ κλίσης χωρίζονται σε δύο μεγάλες οικογένειες ανάλογα με το τελευταίο γράμμα του θέματός τους: τα φωνηεντόληκτα (θέμα σε φωνήεν, π.χ. βαρύ-ς, πα-ς) και τα συμφωνόληκτα (θέμα σε σύμφωνο, π.χ. εὐδαίμον-ς, ἀληθεσ-ς). Στην ίδια σελίδα του βιβλίου εμφανίζονται και τα δύο είδη σε πίνακα, ώστε να τα συγκρίνεις: 1. ὁ βαρύς, 2. ὁ πᾶς (φωνηεντόληκτα) — 3. ὁ εὐδαίμων, 4. ὁ ἀληθής (συμφωνόληκτα).
1. Το επίθετο βαρύς, βαρεῖα, βαρύ
Το επίθετο βαρύς, βαρεῖα, βαρύ (= βαρύς, δύσκολος, σοβαρός) είναι τρικατάληκτο επίθετο της Γ΄ κλίσης, φωνηεντόληκτο σε -υ. Η κλίση του συνδυάζει τρία διαφορετικά πρότυπα:
- Το αρσενικό κλίνεται σχεδόν όπως το ουσιαστικό της Γ΄ κλίσης ὁ πέλεκυς (πελέκεως, πελέκει...), με μία σημαντική διαφορά στη γενική ενικού.
- Το θηλυκό κλίνεται σύμφωνα με την Α΄ κλίση των ουσιαστικών (όπως η θάλαττα/θαλάσσης, σε -εια).
- Το ουδέτερο ακολουθεί το αρσενικό, με τις γνωστές διαφοροποιήσεις ουδετέρου (ίδιος τύπος σε ονομαστική, αιτιατική, κλητική).
Η κλίση του αρσενικού του βαρύς ακολουθεί, ως προς τις καταλήξεις, την κλίση του ουσιαστικού ὁ πέλεκυς (= το τσεκούρι), με μία εξαίρεση: η γενική ενικού του επιθέτου σχηματίζεται σε -έος (τοῦ βαρέος) και όχι σε -εως όπως στο ουσιαστικό (τοῦ πελέκεως). Το θηλυκό του επιθέτου ακολουθεί πάντα την Α΄ κλίση.
Πλήρης κλίση του βαρύς, βαρεῖα, βαρύ
Ενικός αριθμός
| Πτώση | Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ὁ βαρύς | ἡ βαρεῖα | τὸ βαρύ |
| Γενική | τοῦ βαρέος | τῆς βαρείας | τοῦ βαρέος |
| Δοτική | τῷ βαρεῖ | τῇ βαρείᾳ | τῷ βαρεῖ |
| Αιτιατική | τὸν βαρύν | τὴν βαρεῖαν | τὸ βαρύ |
| Κλητική | (ὦ) βαρύ | (ὦ) βαρεῖα | (ὦ) βαρύ |
Πληθυντικός αριθμός
| Πτώση | Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οἱ βαρεῖς | αἱ βαρεῖαι | τὰ βαρέα |
| Γενική | τῶν βαρέων | τῶν βαρειῶν | τῶν βαρέων |
| Δοτική | τοῖς βαρέσι(ν) | ταῖς βαρείαις | τοῖς βαρέσι(ν) |
| Αιτιατική | τοὺς βαρεῖς | τὰς βαρείας | τὰ βαρέα |
| Κλητική | (ὦ) βαρεῖς | (ὦ) βαρεῖαι | (ὦ) βαρέα |
- Στο αρσενικό και το ουδέτερο, το θέμα βαρ- εναλλάσσεται ανάμεσα σε βαρυ- (ονομ./αιτ./κλητ. ενικού) και βαρε- (στις υπόλοιπες πτώσεις, όπου το -υ- τρέπεται σε -ε- πριν από φωνήεν, δηλαδή γίνεται δίφθογγος -ει- ή -εα).
- Η δοτική πληθυντικού αρσενικού/ουδετέρου βαρέσι(ν) σχηματίζεται από το θέμα βαρε- + κατάληξη -σι(ν), όπως και στα ουσιαστικά της Γ΄ κλίσης.
- Το ουδέτερο πληθυντικού βαρέα διατηρεί την αρχική μορφή χωρίς συναίρεση (δεν γίνεται βαρῆ).
Άλλα επίθετα που κλίνονται όπως το βαρύς
Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο κλίνονται πολλά ακόμη τρικατάληκτα φωνηεντόληκτα επίθετα σε -υς, -εῖα, -υ:
| Επίθετο | Σημασία |
|---|---|
| βαθύς, βαθεῖα, βαθύ | βαθύς |
| ὀξύς, ὀξεῖα, ὀξύ | οξύς, κοφτερός |
| ἡδύς, ἡδεῖα, ἡδύ | ευχάριστος, γλυκός |
| γλυκύς, γλυκεῖα, γλυκύ | γλυκός |
| βραδύς, βραδεῖα, βραδύ | αργός |
| ταχύς, ταχεῖα, ταχύ | γρήγορος |
| εὐθύς, εὐθεῖα, εὐθύ | ίσιος, ευθύς |
| παχύς, παχεῖα, παχύ | χοντρός |
| δασύς, δασεῖα, δασύ | πυκνός, τριχωτός |
| βραχύς, βραχεῖα, βραχύ | μικρός, σύντομος |
| τραχύς, τραχεῖα, τραχύ | σκληρός, τραχύς |
| εὐρύς, εὐρεῖα, εὐρύ | φαρδύς |
| πλατύς, πλατεῖα, πλατύ | φαρδύς |
Στην ίδια κατηγορία (φωνηεντόληκτα σε -υ) εντάσσονται, με μικρές ιδιομορφίες, και:
- τα βαρύτονα δικατάληκτα επίθετα σε -υς, -υ, όπως θήλυς – θήλεια – θῆλυ (= θηλυκός)
- το αριθμητικό/επιμεριστικό ἥμισυς – ἡμίσεια – ἥμισυ (= μισός)
Η χρήση του φωνηεντόληκτου επιθέτου σε -ύς είναι εξαιρετικά διαδεδομένη ακόμη και σήμερα, κυρίως σε πιο επίσημο ή λόγιο ύφος:
- Με ταχείς ρυθμούς οι εργασίες...
- Βαρείς χαρακτηρισμοί λέχθηκαν.
- Ταχεία πρόοδος συντελείται.
- Έπεσε σε βαθύ ύπνο.
Παρατήρησε ότι οι νεοελληνικοί αυτοί τύποι (ταχείς, βαρείς, ταχεία, βαθύ) είναι ακριβώς οι αρχαίοι τύποι του επιθέτου, χωρίς καμία αλλαγή!
2. Το επίθετο πᾶς, πᾶσα, πᾶν
Το πᾶς, πᾶσα, πᾶν (= κάθε, όλος, ολόκληρος) είναι επίσης τρικατάληκτο φωνηεντόληκτο επίθετο της Γ΄ κλίσης, ιδιαίτερα συχνό στα αρχαία κείμενα. Η κλίση του:
- Στο αρσενικό και το ουδέτερο ακολουθεί τη Γ΄ κλίση (θέμα σε -ντ, με τις γνωστές φωνηεντικές τροπές του -ντ- πριν από το -σι).
- Στο θηλυκό ακολουθεί την Α΄ κλίση (σε -α, με γενική/δοτική σε -ης/-ῃ, όπως τα θηλυκά σε -σσα/-ττα).
Πλήρης κλίση του πᾶς, πᾶσα, πᾶν
Ενικός αριθμός
| Πτώση | Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ὁ πᾶς | ἡ πᾶσα | τὸ πᾶν |
| Γενική | τοῦ παντός | τῆς πάσης | τοῦ παντός |
| Δοτική | τῷ παντί | τῇ πάσῃ | τῷ παντί |
| Αιτιατική | τὸν πάντα | τὴν πᾶσαν | τὸ πᾶν |
| Κλητική | (ὦ) πᾶς | (ὦ) πᾶσα | (ὦ) πᾶν |
Πληθυντικός αριθμός
| Πτώση | Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οἱ πάντες | αἱ πᾶσαι | τὰ πάντα |
| Γενική | τῶν πάντων | τῶν πασῶν | τῶν πάντων |
| Δοτική | τοῖς πᾶσι(ν) | ταῖς πάσαις | τοῖς πᾶσι(ν) |
| Αιτιατική | τοὺς πάντας | τὰς πάσας | τὰ πάντα |
| Κλητική | (ὦ) πάντες | (ὦ) πᾶσαι | (ὦ) πάντα |
Το αρσενικό και το ουδέτερο του πᾶς έχουν θέμα παντ- (πρβλ. γενική παντ-ός). Στη δοτική πληθυντικού, το σύμπλεγμα -ντ- πριν από το -σι αποβάλλεται με αναπληρωματική έκταση (το -α- δεν εκτείνεται εδώ, αλλά το -ντ- απλώς χάνεται): παντ-σι → πᾶσι(ν). Το ίδιο φαινόμενο (απώλεια -ντ- πριν από -σι) θα το ξαναδείς σε μετοχές ενεστώτα όπως λύων, λύοντος → δοτ. πληθ. λύουσι(ν).
Το θέμα παντ-/παν- του πᾶς επιβιώνει σε πάμπολλες λέξεις της Νέας Ελληνικής και σε διεθνή δάνεια: παν-επιστήμιο (σχολή για «όλες» τις επιστήμες), παν-όραμα, παν-δημία (νόσος σε «όλο» τον λαό), παν-ίσχυρος, αλλά και σε ξένες λέξεις όπως το pan-orama, pandemic, pantheon (< πᾶν + θεῖον, «ναός όλων των θεών»).
Σύγκριση των δύο τύπων φωνηεντόληκτων επιθέτων
| Χαρακτηριστικό | βαρύς, βαρεῖα, βαρύ | πᾶς, πᾶσα, πᾶν |
|---|---|---|
| Θέμα αρσ./ουδ. | βαρυ- / βαρε- | παντ- |
| Πρότυπο αρσ./ουδ. | ὁ πέλεκυς (με γεν. εν. σε -έος αντί -εως) | θέμα σε -ντ, όπως μετοχές ενεστώτα |
| Πρότυπο θηλυκού | Α΄ κλίση (βαρεῖα, -είας) | Α΄ κλίση (πᾶσα, -ης) |
| Γεν. ενικού αρσ./ουδ. | τοῦ βαρέος | τοῦ παντός |
| Δοτ. πληθ. αρσ./ουδ. | τοῖς βαρέσι(ν) | τοῖς πᾶσι(ν) |
Και τα δύο επίθετα (βαρύς, πᾶς) είναι τρικατάληκτα φωνηεντόληκτα της Γ΄ κλίσης, με θηλυκό πάντα κατά την Α΄ κλίση. Η διαφορά τους βρίσκεται στο θέμα του αρσενικού/ουδετέρου: το βαρύς έχει θέμα σε -υ/-ε (όπως το ουσιαστικό πέλεκυς, με την εξαίρεση της γενικής), ενώ το πᾶς έχει θέμα σε -ντ (όπως οι μετοχές ενεστώτα). Μάθε πρώτα τη γενική ενικού αρσενικού (τοῦ βαρέος / τοῦ παντός) — από εκεί βρίσκεις εύκολα όλες τις άλλες πτώσεις.
Ανακεφαλαίωση
Τα φωνηεντόληκτα επίθετα της Γ΄ κλίσης είναι τρικατάληκτα, με θηλυκό που ακολουθεί πάντοτε την Α΄ κλίση. Το βαρύς, βαρεῖα, βαρύ έχει αρσενικό/ουδέτερο κατά το πρότυπο του ουσιαστικού πέλεκυς (με εξαίρεση τη γενική ενικού σε -έος), και στην ίδια κατηγορία ανήκουν πολλά ακόμη επίθετα σε -υς/-εῖα/-υ (βαθύς, ὀξύς, ταχύς, ἡδύς κ.ά.), καθώς και τα θήλυς-θήλεια-θῆλυ, ἥμισυς-ἡμίσεια-ἥμισυ. Το πᾶς, πᾶσα, πᾶν έχει αρσενικό/ουδέτερο με θέμα σε -ντ (γενική τοῦ παντός, δοτική πληθυντικού πᾶσι), θέμα που αναγνωρίζεται σε πολλές σύνθετες λέξεις της ελληνικής και διεθνών γλωσσών. Η καλή γνώση της γενικής ενικού αρσενικού είναι το κλειδί για να ανακτήσεις σωστά όλη την κλίση κάθε φωνηεντόληκτου επιθέτου.