Θεοφράστου, Χαρακτῆρες — «Λαλιᾶς Ζ᾿»
Ο συγγραφέας και το έργο
Ο Θεόφραστος υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους μαθητές του Αριστοτέλη και ανέλαβε τη διεύθυνση του Λυκείου μετά τον θάνατό του. Το έργο του Χαρακτῆρες αποτελείται από τριάντα σύντομα πεζά κείμενα, καθένα από τα οποία περιγράφει με χιούμορ και οξυδέρκεια έναν ανθρώπινο τύπο που χαρακτηρίζεται από ένα κυρίαρχο ελάττωμα ή αδυναμία του χαρακτήρα (π.χ. ο κόλακας, ο δεισιδαίμων, ο μεμψίμοιρος).
Το κείμενο που μελετάμε ανήκει στον χαρακτήρα «Λαλιά» (Ζ΄ στη σειρά των Χαρακτήρων), δηλαδή στην περιγραφή του φλύαρου ανθρώπου. Ο Θεόφραστος δεν γράφει θεωρητική πραγματεία περί φλυαρίας· αντ᾿ αυτού, ζωγραφίζει με λέξεις μια ζωντανή, σχεδόν κωμική εικόνα του λάλου ανθρώπου, μέσα από συγκεκριμένες συμπεριφορές και συνήθειες.
Η λέξη χαρακτήρ στα αρχαία ελληνικά σήμαινε αρχικά το «χάραγμα», το σημάδι που αποτυπώνεται πάνω σε ένα αντικείμενο (π.χ. σε νόμισμα) για να δηλώσει την ταυτότητά του. Ο Θεόφραστος χρησιμοποίησε τη λέξη μεταφορικά για να δηλώσει το «αποτύπωμα» της προσωπικότητας — δηλαδή το ιδιαίτερο γνώρισμα που «χαρακτηρίζει» έναν άνθρωπο. Από εδώ προέρχεται και η σύγχρονη λέξη «χαρακτήρας».
Το θέμα: η κακή συνήθεια της φλυαρίας
Το κείμενο εντάσσεται στην ενότητα «Μέτρον ἄριστον», δηλαδή στην αρχαία ελληνική αντίληψη ότι η αρετή βρίσκεται στη μεσότητα, στο μέτρο, ενώ κάθε υπερβολή —είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω— είναι ελάττωμα. Η φλυαρία (λαλιά) είναι ακριβώς μια τέτοια υπερβολή: η υπερβολική χρήση του λόγου, χωρίς όριο και χωρίς σεβασμό στον συνομιλητή.
Ο λάλος άνθρωπος που περιγράφει ο Θεόφραστος:
- μιλά ασταμάτητα, χωρίς να αφήνει τον άλλον να μιλήσει·
- διακόπτει όποιον προσπαθεί να πει κάτι·
- ισχυρίζεται ότι ξέρει τα πάντα και ότι ο,τιδήποτε ακούσει θα το μάθει αμέσως καλύτερα από όλους·
- κουράζει τόσο πολύ τους συνομιλητές του, ώστε αυτοί αναγκάζονται να διακόψουν τις δουλειές τους και να φύγουν τρέχοντας για να ξεφύγουν από αυτόν·
- δεν σέβεται καν τους χώρους μάθησης (διδασκαλεῖα, παλαίστρες), εμποδίζοντας τα παιδιά να διαβάσουν το μάθημά τους νωρίτερα, επειδή φλυαρεί ασταμάτητα ακόμη και στους δασκάλους τους.
Το αρχαίο κείμενο
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο του αποσπάσματος, με τη σειρά που δίνεται στο εγχειρίδιο.
Ἡ δὲ λαλιά, εἴ τις αὐτὴν ὁρίζεσθαι βούλοιτο, εἶναι ἂν δόξειεν ἀκρασία τοῦ λόγου, ὁ δὲ λάλος τοιοῦτός τις, οἷος τῷ ἐντυγχάνοντι εἰπεῖν, ἂν ὁτιοῦν πρὸς αὐτὸν φθέγξηται, ὅτι οὐθὲν λέγει καὶ ὅτι αὐτὸς πάντα οἶδεν καί, ἂν ἀκούῃ αὐτοῦ, μαθήσεται· … καὶ ἑτέρας ἀρχὰς τοιαύτας πορίζεσθαι, ὥστε μηδὲ ἀναπνεῦσαι τὸν ἐντυγχάνοντα. καὶ ὅταν γε τοὺς καθ᾿ ἕνα ἀπογυμνώσῃ, δεινὸς καὶ ἐπὶ τοὺς ἀθρόους [καὶ] συνεστηκότας πορευθῆναι καὶ φυγεῖν ποιῆσαι μεταξὺ χρηματίζοντας. καὶ εἰς τὰ διδασκαλεῖα δὲ καὶ εἰς τὰς παλαίστρας εἰσιὼν κωλύει τοὺς παῖδας προμανθάνειν· τοσαῦτα καὶ προσλαλεῖν τοῖς παιδοτρίβαις καὶ διδασκάλοις.
— Θεοφράστου, Χαρακτῆρες (Λαλιᾶς Ζ᾿)
Η λέξη λαλιά δεν σημαίνει απλώς «ομιλία» ή «λόγος», αλλά την υπερβολική, ασυγκράτητη τάση προς την πολυλογία — τη φλυαρία ως ελάττωμα χαρακτήρα. Ο ίδιος ο Θεόφραστος την ορίζει ως ἀκρασία τοῦ λόγου, δηλαδή έλλειψη αυτοελέγχου στον λόγο. Πρόκειται για μία ακόμη περίπτωση υπέρβασης του «μέτρου», αφού ακόμη και κάτι θετικό όπως ο λόγος, όταν γίνεται χωρίς όριο, μετατρέπεται σε ελάττωμα.
Νεοελληνική απόδοση
Η φλυαρία, αν κάποιος ήθελε να τη ορίσει, θα μπορούσε να θεωρηθεί έλλειψη αυτοσυγκράτησης στον λόγο· ο φλύαρος άνθρωπος είναι τέτοιος τύπος, που λέει σε όποιον τον συναντήσει, αν εκείνος πει οτιδήποτε προς αυτόν, ότι δεν λέει τίποτα σωστό και ότι ο ίδιος τα ξέρει όλα, και ότι, αν τον ακούσει, θα μάθει (κάτι καλύτερο)· … και εξασφαλίζει και άλλες τέτοιες αφορμές, ώστε αυτός που τον συναντά να μην προλαβαίνει ούτε να αναπνεύσει. Και όταν πια εξαντλήσει έναν προς έναν τους συνομιλητές του, είναι ικανός να πάει και προς τις ομάδες ανθρώπων που στέκονται μαζεμένοι και να τους κάνει να φεύγουν τρέχοντας ενώ κάνουν τις δουλειές τους. Και αφού μπαίνει και στα σχολεία και στις παλαίστρες, εμποδίζει τα παιδιά να προλαβαίνουν να διαβάσουν το μάθημά τους· τόσο πολύ φλυαρεί μάλιστα και στους γυμναστές και στους δασκάλους.
Ανάλυση κατά κώλα (νοηματικές ενότητες)
Το βιβλίο χωρίζει το κείμενο σε κώλα (μικρές νοηματικές/συντακτικές ενότητες) για τη συντακτική ανάλυση. Παρακάτω δίνεται η αντιστοίχιση αρχαίου κειμένου — νεοελληνικής απόδοσης, ακολουθώντας αυτή τη διάταξη.
| Αρχαίο κώλο | Νεοελληνική απόδοση |
|---|---|
| Ἡ δὲ λαλιά, | Η φλυαρία, |
| εἴ τις αὐτὴν ὁρίζεσθαι βούλοιτο, | αν κάποιος ήθελε να την ορίσει, |
| εἶναι ἂν δόξειεν ἀκρασία τοῦ λόγου, | θα μπορούσε να θεωρηθεί έλλειψη αυτοσυγκράτησης στον λόγο, |
| ὁ δὲ λάλος τοιοῦτός τις, | και ο φλύαρος είναι τέτοιος τύπος, |
| οἷος τῷ ἐντυγχάνοντι εἰπεῖν, | που λέει σε όποιον τον συναντήσει, |
| ἂν ὁτιοῦν πρὸς αὐτὸν φθέγξηται, | αν εκείνος του πει οτιδήποτε, |
| ὅτι οὐθὲν λέγει | ότι δεν λέει τίποτα σωστό |
| καὶ ὅτι αὐτὸς πάντα οἶδεν | και ότι ο ίδιος τα ξέρει όλα |
| καί, ἂν ἀκούῃ αὐτοῦ, μαθήσεται· | και ότι, αν τον ακούσει, θα μάθει κάτι· |
| καὶ ἑτέρας ἀρχὰς τοιαύτας πορίζεσθαι, | και εξασφαλίζει κι άλλες τέτοιες αφορμές (για να μιλά), |
| ὥστε μηδὲ ἀναπνεῦσαι τὸν ἐντυγχάνοντα. | ώστε αυτός που τον συναντά να μην προλαβαίνει ούτε να αναπνεύσει. |
| Καὶ ὅταν γε τοὺς καθ᾿ ἕνα ἀπογυμνώσῃ, | Και όταν πια εξαντλήσει τους συνομιλητές έναν προς έναν, |
| δεινὸς καὶ ἐπὶ τοὺς ἀθρόους [καὶ] συνεστηκότας πορευθῆναι | είναι ικανός να πάει και προς τις ομάδες ανθρώπων που στέκονται μαζεμένοι |
| καὶ φυγεῖν ποιῆσαι μεταξὺ χρηματίζοντας. | και να τους κάνει να φεύγουν τρέχοντας ενώ κάνουν τις δουλειές τους. |
| Καὶ εἰς τὰ διδασκαλεῖα δὲ καὶ εἰς τὰς παλαίστρας εἰσιὼν | Και αφού μπαίνει και στα σχολεία και στις παλαίστρες |
| κωλύει τοὺς παῖδας προμανθάνειν· | εμποδίζει τα παιδιά να προλαβαίνουν να διαβάσουν το μάθημά τους· |
| τοσαῦτα καὶ προσλαλεῖν τοῖς παιδοτρίβαις καὶ διδασκάλοις. | τόσο πολύ φλυαρεί μάλιστα και στους γυμναστές και στους δασκάλους. |
Δομή και ύφος του κειμένου
Το απόσπασμα ακολουθεί μια χαρακτηριστική δομή που συναντάμε σε όλο το έργο των Χαρακτήρων:
- Ορισμός του ελαττώματος — Ο Θεόφραστος ξεκινά δίνοντας έναν σύντομο, σχεδόν φιλοσοφικό ορισμό: η λαλιά είναι «ἀκρασία τοῦ λόγου».
- Περιγραφή τυπικών συμπεριφορών — Ακολουθεί μια σειρά από συγκεκριμένα παραδείγματα συμπεριφοράς, με κλιμακούμενη ένταση: πρώτα ο φλύαρος ενοχλεί έναν άνθρωπο («τὸν ἐντυγχάνοντα»), μετά επιτίθεται σε ομάδες ανθρώπων («τοὺς ἀθρόους»), και τέλος εισβάλλει ακόμη και σε χώρους μάθησης (σχολεία, παλαίστρες), χωρίς να σέβεται ούτε τα παιδιά ούτε τους δασκάλους τους.
- Κωμικό/ειρωνικό ύφος — Ο συγγραφέας χρησιμοποίησε λέξεις με έντονη εικονοπλασία (π.χ. «ἀπογυμνώσῃ» — σαν να «αφοπλίζει», να εξαντλεί τους συνομιλητές του σαν σε μάχη· «φυγεῖν ποιῆσαι» — τους κάνει να τρέπονται σε φυγή) για να τονίσει με χιούμορ πόσο αφόρητος γίνεται ο φλύαρος άνθρωπος.
Οι Χαρακτῆρες του Θεοφράστου θεωρούνται πρόδρομοι της κωμωδίας ηθών και επηρέασαν βαθιά τη νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία των «χαρακτήρων» (χαρακτηρολογία), ένα λογοτεχνικό είδος που άκμασε ιδιαίτερα τον 17ο αιώνα στη Γαλλία και την Αγγλία, με έργα όπως αυτά του Ζαν ντε Λα Μπρυγιέρ (Jean de La Bruyère), ο οποίος μάλιστα μετέφρασε τους Χαρακτῆρες στα γαλλικά.
Σύνδεση με το «Μέτρον ἄριστον»
Το κείμενο του Θεοφράστου συνομιλεί άμεσα με τη βασική ιδέα της ενότητας, τη ρήση «μέτρον ἄριστον» (το μέτρο είναι το άριστο), που αποδίδεται στον Κλεόβουλο, έναν από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας. Η φλυαρία αποτελεί την ακριβή αντίθεση του μέτρου στον λόγο: είναι η υπερβολή εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει ισορροπία και σεβασμός προς τον συνομιλητή. Έτσι, ο λάλος άνθρωπος του Θεοφράστου λειτουργεί ως το αρνητικό παράδειγμα που επιβεβαιώνει, μέσα από την αντίθεσή του, την αξία της μετριοπάθειας που επαινεί η αρχαία ελληνική σκέψη.
Ανακεφαλαίωση
Το κείμενο «Λαλιᾶς Ζ᾿» από τους Χαρακτῆρες του Θεοφράστου περιγράφει τον τύπο του φλύαρου ανθρώπου, ορίζοντας τη λαλιά ως «ἀκρασία τοῦ λόγου» και παρουσιάζοντας μέσα από ζωντανά παραδείγματα πώς ο λάλος άνθρωπος κουράζει τους συνομιλητές του, διώχνει ομάδες ανθρώπων και ενοχλεί ακόμη και σε σχολεία και παλαίστρες, εμποδίζοντας τα παιδιά να διαβάσουν και φλυαρώντας αδιάκοπα στους δασκάλους τους. Το κείμενο αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του είδους των «Χαρακτήρων» και συνδέεται θεματικά με την αρχή του «μέτρον ἄριστον», αφού η φλυαρία παρουσιάζεται ως μια μορφή υπερβολής που στερείται αυτοσυγκράτησης και σεβασμού προς τον άλλον.