Θεοφράστου, Χαρακτῆρες — Ὑπερηφανίας ΚΔ΄
🖋️ Εισαγωγικά για το κείμενο και τον συγγραφέα
Ο Θεόφραστος είναι ο συγγραφέας του έργου Χαρακτῆρες, μιας συλλογής σύντομων πεζών σκιαγραφιών που περιγράφουν τριάντα ηθικούς τύπους ανθρώπων (π.χ. τον κόλακα, τον φιλάργυρο, τον δειλό, τον υπερήφανο κ.ά.). Κάθε σκιαγράφημα ξεκινά με έναν σύντομο ορισμό του χαρακτηριστικού ελαττώματος και ακολουθεί μια σειρά από συγκεκριμένες, καθημερινές συμπεριφορές που το αποδεικνύουν στην πράξη.
Το κείμενο που μελετάμε προέρχεται από το σκιαγράφημα με τίτλο Ὑπερηφανίας (δηλαδή «Περί υπερηφάνειας», κεφάλαιο 24ο — ΚΔ΄ στην αρχαία αρίθμηση). Ο Θεόφραστος περιγράφει εδώ τον τύπο του υπερήφανου ανθρώπου μέσα από μια αλυσίδα χαρακτηριστικών, καθημερινών σκηνών: πώς συμπεριφέρεται σε όσους σπεύδουν να τον συναντήσουν, πώς φέρεται σε αυτούς που τον ευεργετούν, πώς αντιμετωπίζει τους πολίτες στον δρόμο, πώς διαχειρίζεται τα δημόσια αξιώματα, πώς φέρεται στους εμπόρους και, τέλος, πώς συμπεριφέρεται ακόμη και στο δικό του τραπέζι, όταν φιλοξενεί φίλους.
Το είδος του «χαρακτήρα» (ηθικού σκιαγραφήματος) που καθιέρωσε ο Θεόφραστος άσκησε τεράστια επίδραση στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία των επόμενων αιώνων. Συγγραφείς όπως ο Γάλλος Ζαν ντε Λα Μπρυγιέρ (17ος αι.) έγραψαν δικά τους έργα με τίτλο Χαρακτήρες, μιμούμενοι άμεσα το θεοφραστικό πρότυπο: σύντομα, καυστικά πορτρέτα ανθρώπινων τύπων.
📜 Το αρχαίο κείμενο
Παρατίθεται το κείμενο όπως δίνεται στο βιβλίο, με τον ακριβή τονισμό και τα πνεύματά του:
Ἔστι δὲ ἡ ὑπερηφανία καταφρονήσις τις πλὴν αὐτοῦ τῶν ἄλλων, ὁ δὲ ὑπερήφανος τοιόσδε τις,
οἷος τῷ σπεύδοντι ἀπὸ δείπνου ἐντεύξεσθαι φάσκειν ἐν τῷ περιπατεῖν.
καὶ εὖ ποιήσας μεμνῆσθαι φάσκειν.
καὶ βαδίζων [ἐν ταῖς ὁδοῖς] τὰς διαίτας κρίνειν [ἐν] τοῖς ἐπιτρέψασι.
καὶ χειροτονούμενος ἐξόμνυσθαι τὰς ἀρχάς, οὐ φάσκων σχολάζειν.
καὶ προσελθεῖν πρότερος οὐδενὶ θελῆσαι.
καὶ τοὺς πωλοῦντάς τι ἢ μεμισθωμένους δεινός κελεῦσαι ἥκειν πρὸς αὐτὸν ἅμ' ἡμέρᾳ.
καὶ ἐν ταῖς ὁδοῖς πορευόμενος μὴ λαλεῖν τοῖς ἐντυγχάνουσι, κάτω κεκυφώς, ὅταν δὲ αὐτῷ δόξῃ, ἄνω πάλιν.
καὶ ἑστιῶν τοὺς φίλους αὐτὸς μὴ συνδειπνεῖν, ἀλλὰ τῶν ὑφ' αὑτόν τινι συντάξαι αὐτῶν ἐπιμελεῖσθαι.
— Θεοφράστου, Χαρακτῆρες (Ὑπερηφανίας ΚΔ΄)
Το κείμενο ξεκινά με έναν ορισμό («Ἔστι δὲ ἡ ὑπερηφανία καταφρόνησίς τις...») και ακολουθείται από μια σειρά παραδειγμάτων συμπεριφοράς που συνδέονται μεταξύ τους με το συνδετικό «καί». Κάθε νέο «καί» εισάγει μία ακόμη χαρακτηριστική στιγμή της καθημερινότητας του υπερήφανου ανθρώπου. Αυτή η τεχνική (σειρά σύντομων, ασύνδετων ή παρατακτικά συνδεδεμένων εικόνων) είναι το βασικό υφολογικό γνώρισμα του θεοφραστικού «χαρακτήρα».
📖 Λεξιλόγιο (όπως δίνεται στο βιβλίο)
Ο παρακάτω πίνακας παραθέτει τις δύσκολες λέξεις του κειμένου με τη σημασία τους, όπως δίνονται στο Λεξιλόγιο του σχολικού βιβλίου:
| Αρχαία λέξη | Σημασία |
|---|---|
| τοιόσδε | τέτοιου είδους |
| σπεύδω | βιάζομαι |
| ἐντυγχάνω | συναντώ κάποιον τυχαία |
| φάσκω | λέγω |
| εὖ ποιῶ | ευεργετώ |
| ἡ δίαιτα | (εδώ) η κρίση, η διαιτησία |
| οἱ ἐπιτρέποντες | αυτοί που αναθέτουν/εμπιστεύονται |
| ἐξόμνυμαι | αρνούμαι να δεχτώ δημόσιο αξίωμα |
| αἱ ἀρχαί | εξουσία(-ες) |
| σχολάζω | ευκαιρώ |
| μισθοῦμαι | ενοικιάζομαι σε κάποιον |
| δεινός | ικανός |
| ἥκειν | να έλθουν |
| ἅμ' ἡμέρᾳ | τα ξημερώματα |
| κεκυφώς | σκυφτός, καμπούρης |
| ἑστιῶ | φιλοξενώ κάποιον |
| συντάσσω (εδώ) | διατάζω, παραγγέλλω |
Το ρήμα δοκεῖ («ὅταν δὲ αὐτῷ δόξῃ, ἄνω πάλιν») σημαίνει στα αρχαία ελληνικά «νομίζω, φαίνεται καλό, αποφασίζω». Στα νέα ελληνικά η ίδια αυτή σημασία δεν διατηρήθηκε αυτούσια, όμως επιβιώνει στην κυπριακή διάλεκτο, όπου το ρήμα «δοκεί μου» ή «δοκά μου» χρησιμοποιείται ακόμη με τη σημασία «μου φαίνεται, νομίζω». Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα γλωσσικής διαχρονίας: μια αρχαία σημασία που χάθηκε στην κοινή νεοελληνική επιβίωσε σε μια διάλεκτο, επειδή οι διάλεκτοι συχνά διατηρούν αρχαϊκά γλωσσικά στοιχεία που η κοινή γλώσσα εγκατέλειψε.
🇬🇷 Νεοελληνική απόδοση
Η υπεροψία είναι μια περιφρόνηση προς όλους τους άλλους εκτός από τον εαυτό του, ενώ ο υπερήφανος είναι κάπως έτσι:
Είναι τέτοιος που, σε όποιον βιάζεται να τον συναντήσει καθώς επιστρέφει από δείπνο, λέει ότι θα τον δει κατά τη διάρκεια του περιπάτου του (δηλαδή αργότερα, όποτε βολεύει τον ίδιο).
Και όταν ευεργετήσει κάποιον, λέει ότι θυμάται (αυτό, υπονοώντας ότι ο άλλος του χρωστάει).
Και ενώ περπατά στους δρόμους, εκδικάζει διαφορές ανάμεσα σε αυτούς που του έχουν εμπιστευτεί την κρίση τους (δηλαδή δεν αφιερώνει καν χρόνο για κάτι τόσο σοβαρό, αλλά το κάνει πρόχειρα, στο πόδι).
Και όταν εκλέγεται σε κάποιο αξίωμα, αρνείται με όρκο να το αναλάβει, ισχυριζόμενος ότι δεν έχει καιρό.
Και δεν θέλει να πλησιάσει πρώτος κανέναν.
Και διατάζει όσους πωλούν κάτι ή έχουν αναλάβει με μίσθωση κάποια δουλειά γι' αυτόν να έρχονται σε αυτόν με το χάραμα της ημέρας.
Και όταν βαδίζει στους δρόμους, δεν μιλάει σε όσους συναντά τυχαία, κρατώντας το κεφάλι σκυμμένο προς τα κάτω· κι όταν του φανεί καλό, το σηκώνει πάλι ψηλά.
Και όταν φιλοξενεί τους φίλους του σε γεύμα, ο ίδιος δεν τρώει μαζί τους, αλλά αναθέτει σε κάποιον από τους υφισταμένους του να τους φροντίζει.
🔍 Ο υπερήφανος: ανάλυση της συμπεριφοράς
Το κείμενο δομείται γύρω από τον αρχικό ορισμό και επτά επιμέρους εικόνες-παραδείγματα, όπου κάθε μία αναδεικνύει και μια διαφορετική πτυχή της αλαζονικής συμπεριφοράς:
| Σκηνή | Τι δείχνει για τον χαρακτήρα του υπερήφανου |
|---|---|
| Αναβάλλει τη συνάντηση με όσους σπεύδουν να τον δουν | Θεωρεί τον χρόνο του πολυτιμότερο από των άλλων |
| Θυμίζει τις ευεργεσίες του | Δεν προσφέρει ανιδιοτελώς, περιμένει αναγνώριση/ανταπόδοση |
| Κρίνει διαφορές πρόχειρα, ενώ περπατά | Δεν σέβεται τη σοβαρότητα του ρόλου του διαιτητή |
| Αρνείται δημόσια αξιώματα | Θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο από τα κοινά καθήκοντα |
| Δεν πλησιάζει πρώτος κανέναν | Θέλει πάντα αυτός να είναι το κέντρο, να τον αναζητούν οι άλλοι |
| Καλεί συνεργάτες του να έρχονται τα ξημερώματα | Δεν σέβεται τον χρόνο και την ανάπαυση των άλλων |
| Δεν μιλά σε όσους συναντά, με το κεφάλι σκυφτό | Αγνοεί επιδεικτικά τους συνανθρώπους του |
| Δεν τρώει μαζί με τους καλεσμένους του φίλους | Θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο ακόμη κι από τους ίδιους τους φίλους του |
Το κείμενο εντάσσεται στην ενότητα για τη φιλία, επειδή δείχνει —μέσα από την αρνητική εικόνα του υπερήφανου— τι δεν πρέπει να είναι μια σχέση φιλίας. Ο υπερήφανος δεν αντιμετωπίζει τους φίλους του ως ίσους: τους αγνοεί, τους περιφρονεί, ακόμη κι όταν τους καλεί σπίτι του δεν κάθεται μαζί τους στο τραπέζι. Έτσι, το πορτρέτο λειτουργεί αντιθετικά (εξ αντιθέτου): μας δείχνει, δια της αρνήσεως, ποια στοιχεία (σεβασμός, ισότητα, αμοιβαιότητα, προσοχή στον άλλον) χρειάζεται μια γνήσια φιλική σχέση.
🖋️ Υφολογικά χαρακτηριστικά του θεοφραστικού «χαρακτήρα»
Το κείμενο του Θεόφραστου έχει συγκεκριμένα υφολογικά γνωρίσματα που το καθιστούν αναγνωρίσιμο ως λογοτεχνικό είδος:
- Σύντομος αρχικός ορισμός της ιδιότητας (εδώ: της υπερηφάνειας), πριν αρχίσει η απαρίθμηση των συμπεριφορών.
- Παράταξη σύντομων προτάσεων/εικόνων, συνήθως συνδεδεμένων με το «καί», που η καθεμιά περιγράφει μία συγκεκριμένη, καθημερινή σκηνή.
- Απουσία αφηρημένης ηθικολογίας: ο συγγραφέας δεν σχολιάζει ούτε κρίνει ρητά τη συμπεριφορά· αφήνει τα ίδια τα παραδείγματα να μιλήσουν και ο αναγνώστης να βγάλει τα συμπεράσματά του.
- Ρεαλισμός και ζωντάνια: οι σκηνές αντλούνται από την καθημερινή ζωή της αρχαίας πόλης (ο δρόμος, το δείπνο, οι δημόσιες εκλογές, η αγορά), κάτι που κάνει το πορτρέτο αναγνωρίσιμο και διαχρονικό.
- Χρήση απαρεμφάτων εξαρτημένων από ρήματα όπως φάσκειν («λέει ότι…»), τα οποία τονίζουν πως πρόκειται για ισχυρισμούς/προσχήματα του ίδιου του υπερήφανου, όχι απαραίτητα αντικειμενική πραγματικότητα.
📝 Ανακεφαλαίωση
Το κείμενο 2 της ενότητας προέρχεται από το έργο Χαρακτῆρες του Θεόφραστου και συγκεκριμένα από το σκιαγράφημα Ὑπερηφανίας (κεφ. ΚΔ΄). Ο συγγραφέας ορίζει αρχικά την υπερηφάνεια ως περιφρόνηση προς όλους τους άλλους πλην του εαυτού και στη συνέχεια σκιαγραφεί τον χαρακτήρα του υπερήφανου ανθρώπου μέσα από επτά χαρακτηριστικές, καθημερινές σκηνές: την αδιαφορία του για όσους θέλουν να τον δουν, την υπενθύμιση των ευεργεσιών του, την πρόχειρη διαιτησία διαφορών, την άρνηση δημόσιων αξιωμάτων, την αλαζονική στάση απέναντι στους άλλους (δεν πλησιάζει πρώτος κανέναν), την απαίτησή του να τον εξυπηρετούν τα ξημερώματα, την αποφυγή επικοινωνίας στον δρόμο και, τέλος, την περιφρόνηση ακόμη και προς τους ίδιους τους φίλους του στο δικό του τραπέζι. Μέσα από αυτή τη σειρά εικόνων αναδεικνύεται εμμέσως —δια της αρνήσεως— το πρότυπο μιας γνήσιας, σεβαστικής φιλικής σχέσης, που είναι το ζητούμενο της ενότητας.