1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Η Σύνταξη του Απαρεμφάτου: Ειδικό και Τελικό Απαρέμφατο

Τι είναι το απαρέμφατο

Το απαρέμφατο 🧩 είναι ονοματικός τύπος του ρήματος: δεν φανερώνει πρόσωπο ούτε αριθμό (γι' αυτό και λέγεται «απαρέμφατο» — δεν «εμφαίνει», δεν δηλώνει δηλαδή πρόσωπο), αλλά διατηρεί φωνή, χρόνο και διάθεση, ακριβώς όπως ένα ρήμα. Στον λόγο λειτουργεί κάποτε σαν ουσιαστικό (π.χ. ως υποκείμενο ή αντικείμενο άλλου ρήματος) και κάποτε συμπληρώνει το νόημα ρημάτων που μόνα τους δεν δίνουν πλήρες νόημα.

Ανάλογα με το ρήμα από το οποίο εξαρτάται, το απαρέμφατο διακρίνεται σε δύο βασικές κατηγορίες: το ειδικό απαρέμφατο και το τελικό απαρέμφατο.

Το ήξερες;

Η λέξη «απαρέμφατο» προέρχεται από το στερητικό ἀ- και το ρήμα παρεμφαίνω («δηλώνω παράλληλα, μαζί»). Το απαρέμφατο δηλαδή δεν «παρεμφαίνει» πρόσωπο — σε αντίθεση με τους ρηματικούς τύπους της οριστικής, υποτακτικής κ.λπ., που φανερώνουν ποιος ενεργεί (εγώ, εσύ, αυτός…), το απαρέμφατο μένει «ουδέτερο» ως προς αυτό.

Το ειδικό απαρέμφατο

Ορισμός

Το ειδικό απαρέμφατο χρησιμοποιείται όταν το ρήμα από το οποίο εξαρτάται είναι:

Κατηγορία ρήματοςΠαράδειγμα
Λεκτικό (ρήμα που δηλώνει ότι κάποιος λέει κάτι)λέγω
Δοξαστικό (ρήμα που δηλώνει γνώμη, δόξα)νομίζω
Γνωστικό (ρήμα που δηλώνει γνώση, αντίληψη)γιγνώσκω

Το ειδικό απαρέμφατο δηλώνει κάτι που θεωρείται πραγματικό γεγονός, μια «είδηση» — γι' αυτό και ονομάζεται έτσι: εκφράζει το «είδος», το περιεχόμενο του λόγου, της γνώμης ή της γνώσης.

Παράδειγμα

Οὗτος νομίζει δίκαια πράττειν.
Μετάφραση: Αυτός νομίζει ότι πράττει δίκαια.

Παρατηρούμε ότι το ρήμα νομίζει είναι δοξαστικό· το απαρέμφατο πράττειν εξαρτάται από αυτό και δηλώνει κάτι που ο ομιλητής θεωρεί αληθινό — γι' αυτό μεταφράζεται με το «ότι».

Άλλα ρήματα που συντάσσονται με ειδικό απαρέμφατο

Για να αναγνωρίζει εύκολα ο μαθητής ένα ειδικό απαρέμφατο, χρήσιμο είναι να θυμάται και άλλα συνηθισμένα ρήματα των τριών κατηγοριών:

  • Λεκτικά: λέγω, φημί, ἀγγέλλω, ὁμολογῶ
  • Δοξαστικά: νομίζω, δοκῶ, ἡγοῦμαι, οἴομαι
  • Γνωστικά: γιγνώσκω, οἶδα, μανθάνω, αἰσθάνομαι

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το απαρέμφατο απαντά στο ερώτημα «τι λέει / τι νομίζει / τι γνωρίζει» το υποκείμενο του κύριου ρήματος — δηλαδή δηλώνει το περιεχόμενο του λόγου, της γνώμης ή της γνώσης.

Το τελικό απαρέμφατο

Ορισμός

Το τελικό απαρέμφατο χρησιμοποιείται όταν το ρήμα από το οποίο εξαρτάται ανήκει σε μία από τις παρακάτω κατηγορίες:

Κατηγορία ρήματοςΠαράδειγμα
Βουλητικό (δηλώνει θέληση)βούλομαι
Ελπιδικό / εφετικό (δηλώνει επιθυμία, ελπίδα)ἐθέλω, ἐλπίζω
Κελευστικό (δηλώνει διαταγή)κελεύω
Προτρεπτικό (δηλώνει προτροπή)προτρέπω
Παραχωρητικό (δηλώνει παραχώρηση, επιτρέπω κάτι)ἐπιτρέπω
Απαγορευτικό (δηλώνει απαγόρευση)ἀπαγορεύω
Διστακτικό (δηλώνει δισταγμό, φόβο)φοβοῦμαι
Δυνητικό (δηλώνει δύναμη, ικανότητα)δύναμαι
Αποπειρατικό (δηλώνει προσπάθεια, απόπειρα)πειρῶμαι
Ρήμα που σημαίνει σκέψη, απόφασηβουλεύομαι

Το τελικό απαρέμφατο δηλώνει κάτι που δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί, αλλά είναι επιδιωκόμενο, επιθυμητό ή στόχος — κάτι δηλαδή προς το οποίο τείνει («τελεῖ») η ενέργεια του κύριου ρήματος.

Παράδειγμα

Κίμων ἠνάγκασε τὸν βασιλέα συνάψαι μάχην.
Μετάφραση: Ο Κίμων ανάγκασε τον βασιλιά να συνάψει μάχη.

Το ρήμα ἠνάγκασε ανήκει στα ρήματα με σημασία εξαναγκασμού (συγγενικά με τα κελευστικά)· το απαρέμφατο συνάψαι δηλώνει τον σκοπό, αυτό που επιδιώκεται μέσω της ενέργειας του κύριου ρήματος — γι' αυτό μεταφράζεται με το «να».

Πώς ξεχωρίζουμε το ειδικό από το τελικό απαρέμφατο

Ο πιο ασφαλής τρόπος για να αναγνωρίσουμε το είδος ενός απαρεμφάτου είναι να ελέγξουμε το ρήμα από το οποίο εξαρτάται, ακολουθώντας τα εξής βήματα:

  1. Εντοπίζω το ρήμα-εξάρτηση (το ρήμα που συνοδεύεται από το απαρέμφατο).
  2. Κατατάσσω το ρήμα αυτό σε μία από τις δύο μεγάλες κατηγορίες: λεκτικό/δοξαστικό/γνωστικό (→ ειδικό) ή βουλητικό/εφετικό/κελευστικό κ.λπ. (→ τελικό).
  3. Δοκιμάζω τη μετάφραση: αν το απαρέμφατο αποδίδεται φυσικά με «ότι», είναι ειδικό· αν αποδίδεται φυσικά με «να», είναι τελικό.
  4. Ελέγχω την άρνηση, αν υπάρχει: το οὐ δηλώνει ειδικό, το μή δηλώνει τελικό.

Το υποκείμενο του απαρεμφάτου

Κάθε απαρέμφατο, ως ρηματικός τύπος, έχει το δικό του υποκείμενο, το οποίο μπορεί να ταυτίζεται ή όχι με το υποκείμενο του κύριου (προσωπικού) ρήματος από το οποίο εξαρτάται. Η σχέση αυτή ονομάζεται ταυτοπροσωπία ή ετεροπροσωπία:

  • Ταυτοπροσωπία 🔗: το υποκείμενο του απαρεμφάτου είναι το ίδιο πρόσωπο με το υποκείμενο του ρήματος εξάρτησης. Σε αυτή την περίπτωση το υποκείμενο του απαρεμφάτου δεν εκφέρεται ξεχωριστά (εννοείται), εκτός αν υπάρχει κατηγορούμενο, οπότε αυτό τίθεται σε ονομαστική (πτώση ομοιόπτωτη με το υποκείμενο του κύριου ρήματος).
  • Ετεροπροσωπία ↔️: το υποκείμενο του απαρεμφάτου είναι διαφορετικό πρόσωπο από το υποκείμενο του ρήματος εξάρτησης. Σε αυτή την περίπτωση το υποκείμενο του απαρεμφάτου εκφέρεται σε αιτιατική (πτώση του απαρεμφάτου).

Παραδείγματα ταυτοπροσωπίας και ετεροπροσωπίας

ΠαράδειγμαΥποκείμενο ρήματος (Υ.Ρ.)Υποκείμενο απαρεμφάτου (Υ.Α.)Σχέση
Ὄυτοι νομίζουσιν ἀγαθοὶ εἶναι.Οὗτοι(εννοείται) ΟὗτοιΤαυτοπροσωπία — το κατηγορούμενο ἀγαθοί είναι σε ονομαστική
Ὁ Σωκράτης ἐβούλετο διδάσκειν τὴν ἀρετήν.Σωκράτης(εννοείται) ΣωκράτηςΤαυτοπροσωπία
Ὁ Σωκράτης ἔλεγε τὸν νεανίαν εἶναι καλόν.Σωκράτηςτὸν νεανίαν (αιτιατική)Ετεροπροσωπία — και το κατηγορούμενο καλόν στην αιτιατική
Τινὲς ἐπίστευον τὸν ἐγγυητὴν γνήσιον φίλον εἶναι.Τινέςτὸν ἐγγυητήν (αιτιατική)Ετεροπροσωπία

Ανάλυση αντιπροσωπευτικών παραδειγμάτων

Για να εμπεδωθεί η διάκριση, ας δούμε αναλυτικά μερικά ενδεικτικά παραδείγματα με ειδικό και τελικό απαρέμφατο:

  • οὐκ ἂν δύναιτο πολὺν χρόνον στράτευμα φέρειν.
    Το ρήμα δύναιτο (από το δύναμαι) είναι δυνητικό → το απαρέμφατο φέρειν είναι τελικό (θα μπορούσε να μεταφερθεί ένα στράτευμα για πολύ χρόνο).

  • ἐπεμέλετο οὐ μόνον τοῦ βίᾳ χειροῦσθαι τοὺς ἐναντίους, ἀλλὰ καὶ τοῦ πραότητι προσάγεσθαι.
    Το ρήμα ἐπεμέλετο (φροντίζω, επιμελούμαι) εκφράζει επιδίωξη/σκοπό → τα απαρέμφατα χειροῦσθαι και προσάγεσθαι είναι τελικά.

  • προηγόρευε τοῖς στρατιώταις τοὺς ἁλισκομένους μὴ ὡς ἀδίκους τιμωρεῖσθαι, ἀλλ' ὡς ἀνθρώπους ὄντας φυλάττειν.
    Το ρήμα προηγόρευε (διέτασσε, προαναγγέλλει διαταγή) είναι κελευστικό → τα απαρέμφατα τιμωρεῖσθαι και φυλάττειν είναι τελικά (σημειώνεται και η άρνηση μή, χαρακτηριστική του τελικού).

  • πολλοὶ καὶ καλοὶ κἀγαθοὶ τὰς αὑτῶν πατρίδας ἀπολιπόντες ἦλθον εἰς Κύπρον οἰκήσοντες, ἡγούμενοι κουφοτέραν καὶ νομιμωτέραν εἶναι τὴν Εὐαγόρου βασιλείαν.
    Το ρήμα ἡγούμενοι (θεωρώντας) είναι δοξαστικό → το απαρέμφατο εἶναι είναι ειδικό (θεωρούσαν ότι η βασιλεία του Ευαγόρα ήταν πιο ήπια και πιο νόμιμη).

  • τίς οὐκ οἶδεν, ὅτι δυστυχήσας ἐξ ἁπάντων ἐκλεξάμενος ὡς Εὐαγόραν ἦλθε, νομίσας καὶ τῷ σώματι βεβαιοτάτην εἶναι τὴν παρ' ἐκείνῳ καταφυγήν.
    Το ρήμα νομίσας (μετοχή του νομίζω) είναι δοξαστικό → το απαρέμφατο εἶναι είναι ειδικό (θεωρώντας ότι το καταφύγιο κοντά σε εκείνον ήταν ασφαλέστατο).

Το ήξερες;

Η διάκριση ειδικού/τελικού απαρεμφάτου δεν είναι απλώς σχολική λεπτομέρεια: επηρεάζει άμεσα τη μετάφραση και το νόημα μιας πρότασης. Αν μεταφράσουμε λανθασμένα ένα τελικό απαρέμφατο με «ότι» αντί για «να» (ή αντίστροφα), αλλοιώνουμε τη λογική σχέση ανάμεσα στο κύριο ρήμα και στην ενέργεια που περιγράφει το απαρέμφατο — από πραγματικό γεγονός το μετατρέπουμε σε επιδίωξη, ή το αντίστροφο.

Ανακεφαλαίωση

Το απαρέμφατο είναι ονοματικός ρηματικός τύπος χωρίς δηλωμένο πρόσωπο. Όταν εξαρτάται από λεκτικά, δοξαστικά ή γνωστικά ρήματα (λέγω, νομίζω, γιγνώσκω κ.ά.), ονομάζεται ειδικό απαρέμφατο, δηλώνει κάτι πραγματικό, αποδίδεται στα Νέα Ελληνικά με «ότι» και δέχεται άρνηση οὐ. Όταν εξαρτάται από βουλητικά, εφετικά, κελευστικά, προτρεπτικά, παραχωρητικά, απαγορευτικά, διστακτικά, δυνητικά ή αποπειρατικά ρήματα (βούλομαι, ἐθέλω, κελεύω, ἐπιτρέπω, φοβοῦμαι, δύναμαι, πειρῶμαι κ.ά.), ονομάζεται τελικό απαρέμφατο, δηλώνει κάτι επιδιωκόμενο, αποδίδεται με «να» και δέχεται άρνηση μή. Τέλος, το υποκείμενο του απαρεμφάτου, αν ταυτίζεται με το υποκείμενο του ρήματος εξάρτησης, δεν εκφέρεται (ταυτοπροσωπία, κατηγορούμενο σε ονομαστική)· αν διαφέρει, εκφέρεται σε αιτιατική (ετεροπροσωπία, κατηγορούμενο επίσης σε αιτιατική).