Παράρτημα Α΄: Λεξιλόγιο — Αλφαβητικό Γλωσσάρι 📖
Τι είναι αυτό το παράρτημα και πώς το χρησιμοποιώ
Αυτό το παράρτημα είναι το προσωπικό σου λεξικό τσέπης για όλα τα κείμενα που έχεις διδαχθεί φέτος. Δεν πρόκειται για νέα γραμματική ή συντακτικό, αλλά για έναν αλφαβητικό κατάλογο λέξεων που συνάντησες στα αρχαία κείμενα, μαζί με τη νεοελληνική τους απόδοση — δηλαδή τι σημαίνουν σήμερα, με απλά λόγια.
Όταν διαβάζεις ένα αρχαίο κείμενο και συναντάς μια λέξη που δεν θυμάσαι τι σημαίνει, ανατρέχεις εδώ, βρίσκεις τη λέξη αλφαβητικά (όπως σε κανονικό λεξικό) και διαβάζεις τη σημασία της. Πολλές από αυτές τις λέξεις είναι ρήματα σε αποθετικό ή μέσο τύπο (π.χ. λήγουν σε -ομαι, -ουμαι), γι' αυτό στο λεξιλόγιο δίνονται ακριβώς όπως εμφανίζονται στο λεξικό: στο πρώτο ενικό πρόσωπο της οριστικής ενεστώτα.
Το γλωσσάρι που ακολουθεί ενοποιεί το λεξιλόγιο και των δύο τετραδίων (Α΄ και Β΄ μέρους) σε έναν ενιαίο αλφαβητικό πίνακα, ώστε να έχεις όλες τις λέξεις μαζεμένες σε ένα σημείο, χωρίς να χρειάζεται να ψάχνεις σε δύο διαφορετικά παραρτήματα.
Πολλά ρήματα δίνονται με δύο τύπους (π.χ. αἱρέομαι-οῦμαι, κοσμέω-ῶ): ο πρώτος τύπος είναι ο ανομοιόκλιτος (χωρίς συναίρεση) και ο δεύτερος ο συνηρημένος τύπος του α΄ ενικού ενεστώτα. Επίσης, όπου χρειάζεται, σημειώνεται με ποια πτώση συντάσσεται το ρήμα (π.χ. δουλεύω + δοτική, ἐνδέομαι + γενική) — αυτή η πληροφορία είναι πολύ χρήσιμη για τη μετάφραση, γιατί σου δείχνει ποιο συμπλήρωμα (αντικείμενο) χρειάζεται το ρήμα.
Αλφαβητικό Γλωσσάρι (Α΄ + Β΄ Μέρος ενοποιημένα) 📚
| Αρχαία λέξη | Νεοελληνική σημασία |
|---|---|
| ἀγαπάω-ῶ | αρκούμαι |
| ἄγω | οδηγώ, φέρνω, προκαλώ |
| αἴρομαι | σηκώνω |
| αἱρέομαι-οῦμαι | εκλέγω, επιλέγω |
| αἰσθάνομαι | αντιλαμβάνομαι, ακούω, μαθαίνω |
| αἰτέομαι-οῦμαι | ζητώ κάτι για τον εαυτό μου |
| ἀλλοτρίως, ἐπίρ. | εχθρικά |
| ἀναγκαῖος, -α, -ον και -ος, -ον | αναγκαίος, απαραίτητος· για πρόσωπα: ο δικός μου, ο συγγενής εξ αίματος |
| ἀναιρέω-ῶ | καταστρέφω, αφανίζω, εξοντώνω |
| ἀναιρέομαι-οῦμαι, αόρ. ἀνειλόμην | αναλαμβάνω, διαλέγω |
| ἀνδραποδίζω | υποδουλώνω |
| ἀνίσταμαι | σηκώνομαι, αναρρώνω, αναστέκομαι |
| ἀντέχομαι | καταπιάνομαι |
| ἀντικάθημαι | (για στρατεύματα ή στόλους) στέκομαι αντίθετα |
| ἀποκοπή, ἡ | παραγραφή, σβήσιμο, διαγραφή |
| ἀποκτείνω | σκοτώνω |
| ἀποσείω | αποτινάζω, ρίχνω μακριά |
| ἄξιόν ἐστι | αξίζει |
| ἀφίημι μτχ. αορ. ἀφείς, ἀφεῖσα, ἀφέν | αφήνω, επιτρέπω |
| ἀφομοιοῦμαι + δοτική | είμαι ή γίνομαι όμοιος με κάποιον |
| ἄφρων, -ων, -ον | ανόητος |
| βούλομαι | επιθυμώ, θέλω |
| γηράσκω μτχ. παρακ. γεγηρακώς, γεγηρακυῖα, γεγηρακός | γερνώ |
| γνώριμος, -η, -ον | γνωστός, διακεκριμένος, επιφανής |
| δεινός, -ή, -όν | τρομερός, φοβερός |
| δημηγορέω-ῶ | ομιλώ στην εκκλησία του δήμου |
| διά + αιτιατική | εξαιτίας, με τη βοήθεια, χάρη σε… |
| διαβάλλω | συκοφαντώ |
| διαλακτής, ὁ | διαμεσολαβητής |
| διδάσκομαι | οδηγούμαι |
| δισσός (και διττός), -ή, -όν | διπλός, δύο ειδών |
| δουλεύω + δοτική | είμαι δούλος σε κάποιον |
| ἐάω-ῶ | αφήνω, επιτρέπω |
| ἔγχελυς, ὁ | χέλι |
| εἰς τὸ αὐτό | στο ίδιο σημείο |
| ἐκφέρω, αόρ. ἐξήνεγκον | μεταφέρω, κηδεύω |
| ἐμπίμπλαμαι | γεμίζω εντελώς, χορταίνω |
| ἐνδέομαι + γενική | έχω ανάγκη από κάτι |
| ἐνθάδε | εδώ |
| ἐξανδραποδίζομαι (και ἐξανδραποδίζω) | οδηγώ στη σκλαβιά, υποδουλώνω |
| ἐξόμνυμι | αρνούμαι με όρκο |
| ἐπιβουλεύω + δοτική | μηχανορραφώ, συνωμοτώ εναντίον |
| ἐπιλανθάνομαι | ξεχνώ, λησμονώ |
| ἐπισημασία, ἡ | επιδοκιμασία |
| ἐπιτήδευμα, τό | εργασία, ασχολία, πράξη |
| ἔρομαι | ρωτώ, ζητώ πληροφορίες |
| ἐσθίω | τρώω |
| ἔτι | ακόμη, επιπλέον |
| εὔνοια, ἡ | ευμένεια, καλή διάθεση, καλοσύνη |
| ἐφ᾽ ᾧ | γι᾽ αυτόν τον λόγο, με αυτόν τον όρο |
| ἦθος, τό | συνήθεια, χαρακτήρας, έργο |
| ἡγοῦμαι | νομίζω |
| ἰδιώτης, ὁ | πολίτης |
| καθάπτομαι | κατηγορώ, προσβάλλω, επιτίθεμαι |
| καταδύομαι | καταβυθίζομαι |
| καταστρέφομαι | υποτάσσω |
| κατεσθίω | κατατρώω, καταβροχθίζω |
| κεῖμαι | βρίσκομαι, είμαι θαμμένος |
| κολάζω | τιμωρώ |
| κοσμέω-ῶ | στολίζω |
| λαγχάνω | λαμβάνω με κλήρο |
| λόγος, ὁ | λογική |
| μάτην | μάταια, άδικα |
| μέλλω | σκέφτομαι / προτίθεμαι να κάνω κάτι |
| μιμνήσκομαι | θυμάμαι |
| οἰκτίρω | λυπάμαι, συμπονώ |
| ὀκνέω-ῶ | έχω ενδοιασμούς, διστάζω |
| ὁμόνοια, ἡ | ενότητα, αρμονία |
| ὁράω-ῶ | βλέπω |
| ὁσιότης, ἡ | σεβασμός των θεών, ευλάβεια |
| πάνυ | πάρα πολύ |
| παραγίγνομαι | στέκομαι / βρίσκομαι / φτάνω κοντά |
| πενία, ἡ | η φτώχεια |
| πέτομαι, αόρ. ἔπτην | πετώ |
| πολιτεύομαι | ζω ως πολίτης, είμαι πολίτης |
| προσθήκη | συμπλήρωμα, βοήθεια, δώρο |
| πυνθάνομαι | ζητώ να μάθω |
| ῥοπή, ἡ | κυριολεκτικά: κλίση προς τα κάτω, ροπή· μεταφορικά: η κρίσιμη στιγμή |
| στάσις, ἡ | πολιτική εξέγερση, επανάσταση |
| συγχωρέω-ῶ | επιτρέπω |
| συναγείρω | καθιερώνω |
| συνέρχομαι | προχωρώ μαζί, συμφωνώ |
| συντρέχω | συναντιέμαι τρέχοντας, συγκεντρώνομαι, συναθροίζομαι |
| τάττω (και τάσσω) | διορίζω, προσδιορίζω, τακτοποιώ |
| τοιχωρυχέω-ῶ | είμαι διαρρήκτης / κλέφτης |
| τυγχάνω | πετυχαίνω, εξασφαλίζω |
| ὑποδύομαι + αιτιατική | υφίσταμαι κίνδυνο, κινδυνεύω |
| ὑπολαμβάνω | υποθέτω |
| ὑπόσπονδος, -ος, -ον | προστατευμένος από συνθήκη |
| χαλεπός, -ή, -όν | δύσκολα υποφερτός, σκληρός |
| χολόομαι-οῦμαι | οργίζομαι |
| χρηστέον | αυτό που πρέπει να χρησιμοποιηθεί |
Πολλές λέξεις του γλωσσαρίου μοιάζουν μεταξύ τους γιατί προέρχονται από την ίδια ρίζα, με διαφορετικά προθήματα Για παράδειγμα: αἱρέομαι (εκλέγω) και ἀναιρέομαι (αναλαμβάνω) ή ἐσθίω (τρώω) και κατεσθίω (καταβροχθίζω). Αν μάθεις τη βασική λέξη, καταλαβαίνεις πιο εύκολα τις σύνθετές της!
Παράρτημα Β΄: Οι Συντομογραφίες της «κατά κώλα» γραφής 🔤
Τι είναι η «κατά κώλα» γραφή
Όταν αναλύεις ένα αρχαίο κείμενο συντακτικά, συχνά χρειάζεται να «σπάσεις» μια μεγάλη περίοδο (πρόταση με πολλά τμήματα) σε μικρότερα κομμάτια, τα οποία ονομάζονται κώλα. Κάθε κώλο αντιστοιχεί συνήθως σε μία πρόταση (κύρια ή δευτερεύουσα). Η κατά κώλα γραφή είναι η τεχνική με την οποία γράφουμε το κείμενο τοποθετώντας κάθε κώλο σε δική του γραμμή, ώστε να φαίνεται καθαρά η δομή της περιόδου — ποια πρόταση είναι κύρια και ποιες δευτερεύουσες, και τι είδους δευτερεύουσες είναι.
Για να μη χρειάζεται να γράφουμε κάθε φορά ολόκληρη τη φράση «δευτερεύουσα αναφορική πρόταση εισαγόμενη με το…», χρησιμοποιούμε συντομογραφίες: μικρά αρκτικόλεξα δίπλα σε κάθε κώλο που δηλώνουν αμέσως τι είδους πρόταση είναι και με ποια λέξη (εισαγωγική λέξη) εισάγεται.
Κάθε συντομογραφία έχει τρία μέρη:
- Την εισαγωγική λέξη της πρότασης (π.χ.
ἐπειδή,ὅτε,ἐάν) — έτσι ξέρεις με ποια λέξη ξεκινά το κώλο στο κείμενο. - Το είδος της πρότασης σε παρένθεση (π.χ.
χρονγια χρονική,αναφγια αναφορική,υποθγια υποθετική). - Τον χαρακτηρισμό «-πρότ», που θυμίζει απλώς ότι πρόκειται για πρόταση.
Έτσι, η συντομογραφία ἐπειδή(αιτ)-πρότ σημαίνει: «αιτιολογική πρόταση εισαγόμενη με το ἐπειδή».
Πίνακας συντομογραφιών
| Συντομογραφία | Τι σημαίνει |
|---|---|
| α-προτ | κύρια πρόταση |
| ἃ(αναφ)-πρότ | αναφορική πρόταση εισαγόμενη με το ἃ |
| ἃς(αναφ)-πρότ | αναφορική πρόταση εισαγόμενη με το ἃς |
| δι᾽ ἥν(αναφ)-προτ | αναφορική πρόταση εισαγόμενη με το δι᾽ ἥν |
| ἐάν(υποθ)-πρότ | υποθετική πρόταση εισαγόμενη με το ἐάν |
| εἰ(πλ.ερ)-πρότ | πλάγια ερωτηματική πρόταση εισαγόμενη με το εἰ |
| εἰ(υποθ)-πρότ | υποθετική πρόταση εισαγόμενη με το εἰ |
| ἐν τίνι(πλ.ερ)-πρότ | πλάγια ερωτηματική πρόταση εισαγόμενη με το ἐν τίνι |
| ἐπεί(χρον)-πρότ | χρονική πρόταση εισαγόμενη με το ἐπεί |
| ἐπειδή(αιτ)-πρότ | αιτιολογική πρόταση εισαγόμενη με το ἐπειδή |
| ἐφ᾽ ᾧ(τελ)-πρότ | τελική πρόταση εισαγόμενη με το ἐφ᾽ ᾧ |
| οἷ(αναφ)-πρότ | αναφορική πρόταση εισαγόμενη με το οἷ |
| ὃς(αναφ)-πρότ | αναφορική πρόταση εισαγόμενη με το ὃς |
| ὅταν(χρον)-πρότ | χρονική πρόταση εισαγόμενη με το ὅταν |
| ὅτε(χρον)-πρότ | χρονική πρόταση εισαγόμενη με το ὅτε |
| ὅτι(ειδ)-πρότ | ειδική πρόταση εισαγόμενη με το ὅτι |
| πῶς(πλ.ερ)-πρότ | πλάγια ερωτηματική πρόταση εισαγόμενη με το πῶς |
| τί(πλ.ερ)-πρότ | πλάγια ερωτηματική πρόταση εισαγόμενη με το τί |
| ὧν(αναφ)-πρότ | αναφορική πρόταση εισαγόμενη με το ὧν |
Όταν βλέπεις μπροστά σου ένα κείμενο χωρισμένο σε κώλα με τις αντίστοιχες συντομογραφίες, μπορείς αμέσως —χωρίς να χρειάζεται να ξαναδιαβάσεις όλη την πρόταση— να καταλάβεις:
- ποια είναι η κύρια πρόταση (η «ραχοκοκαλιά» του νοήματος),
- ποιες προτάσεις είναι δευτερεύουσες και τι λειτουργία έχουν (χρονική, αιτιολογική, τελική, αναφορική, υποθετική, ειδική ή πλάγια ερωτηματική),
- και με ποια λέξη «κρέμεται» η καθεμιά από την κύρια πρόταση.
Αυτό κάνει πολύ πιο εύκολη τη συντακτική ανάλυση μεγάλων και πολύπλοκων περιόδων!
Ανακεφαλαίωση
Το Παράρτημα Α΄ είναι το ενιαίο λεξιλόγιο των αρχαίων λέξεων που συνάντησες στα κείμενα και των δύο μερών, ταξινομημένο αλφαβητικά με τη νεοελληνική τους σημασία δίπλα σε κάθε λήμμα — το συμβουλεύεσαι κάθε φορά που θέλεις να θυμηθείς τι σημαίνει μια λέξη. Παράλληλα, γνώρισες τις συντομογραφίες της κατά κώλα γραφής: σύντομα αρκτικόλεξα (όπως ἐπειδή(αιτ)-πρότ ή ὅτε(χρον)-πρότ) που σου δείχνουν αμέσως το είδος και την εισαγωγική λέξη κάθε δευτερεύουσας πρότασης, διευκολύνοντάς σε στη συντακτική ανάλυση σύνθετων περιόδων.