Οριστική Παρακειμένου και Υπερσυντελίκου Ενεργητικής Φωνής των Βαρύτονων Φωνηεντόληκτων Ρημάτων
🔍 Αφετηρία: ένας τύπος από το κείμενο
Στο κείμενο της ενότητας συναντήσαμε τον τύπο πεπίστευκας (από το ρήμα πιστεύω). Ο τύπος αυτός ανήκει στην οριστική Παρακειμένου ενεργητικής φωνής. Ας τον αναλύσουμε στα συστατικά του μέρη, γιατί μέσα από αυτή την ανάλυση θα κατανοήσουμε πώς σχηματίζονται όλοι οι τύποι του Παρακειμένου και του Υπερσυντελίκου στα αρχαία ελληνικά.
Ο τύπος πε-πίστευ-κ-ας αναλύεται ως εξής:
| Συστατικό | πε | πίστευ | κ | ας |
|---|---|---|---|---|
| Ονομασία | αναδιπλασιασμός | θέμα | χρονικός χαρακτήρας | κατάληξη |
Παρατηρούμε δηλαδή ότι μπροστά από το θέμα του ρήματος (πίστευ-) εμφανίζεται ένα επιπλέον στοιχείο, το πε-, το οποίο δεν υπάρχει σε κανέναν άλλο χρόνο του ρήματος (δεν υπάρχει στον Ενεστώτα πιστεύω, ούτε στον Αόριστο ἐπίστευσα). Αυτό το στοιχείο είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα που ξεχωρίζει τον Παρακείμενο (και τον Υπερσυντέλικο) από όλους τους άλλους χρόνους.
Το πε- που σχηματίζεται με την επανάληψη του πρώτου συμφώνου του ρήματος πιστεύω μαζί με ένα ε, είναι χαρακτηριστικό στοιχείο του Παρακειμένου και του Υπερσυντελίκου στα Αρχαία Ελληνικά. Αυτό το φαινόμενο ονομάζεται αναδιπλασιασμός.
📚 Τι είναι ο αναδιπλασιασμός
Ο αναδιπλασιασμός είναι ένα μορφολογικό φαινόμενο κατά το οποίο, πριν από το θέμα ενός ρήματος, προστίθεται ένα πρόσθετο στοιχείο που κατά κανόνα επαναλαμβάνει (διπλασιάζει) το πρώτο σύμφωνο του ρήματος. Χρησιμεύει ως σταθερό σημάδι αναγνώρισης των χρόνων του συντελεσμένου μέλλοντος του παρελθόντος, δηλαδή του Παρακειμένου και του Υπερσυντελίκου, σε όλες τις εγκλίσεις και τη μετοχή τους.
Ο αναδιπλασιασμός δεν σχηματίζεται πάντοτε με τον ίδιο τρόπο· εξαρτάται από το πρώτο γράμμα (ή τα πρώτα γράμματα) με τα οποία αρχίζει το ρήμα. Διακρίνουμε τρία είδη αναδιπλασιασμού.
🅰️ Είδος πρώτο: Η επανάληψη του αρχικού συμφώνου + ε
Αυτό είναι το πιο συνηθισμένο και το πιο «κανονικό» είδος αναδιπλασιασμού. Εφαρμόζεται σε ρήματα που αρχίζουν από ένα μόνο σύμφωνο (εκτός του ρ) ή από δασύ σύμφωνο.
(α) Ρήμα που αρχίζει από ένα σύμφωνο (εκτός του ρ)
Το αρχικό σύμφωνο του ρήματος επαναλαμβάνεται και ακολουθεί το φωνήεν ε:
| Ρήμα (Ενεστώτας) | Παρακείμενος |
|---|---|
| λύω | λέ-λυκα |
| κινδυνεύω | κε-κινδύνευκα |
(β) Ρήμα που αρχίζει από δασύ σύμφωνο (χ, φ, θ)
Όταν το ρήμα αρχίζει από ένα από τα δασέα σύμφωνα χ, φ, θ, ο αναδιπλασιασμός δεν επαναλαμβάνει το δασύ σύμφωνο αυτούσιο· το τρέπει στο αντίστοιχο ψιλό (λείο) σύμφωνο, σύμφωνα με την αντιστοιχία:
| Δασύ σύμφωνο | Τρέπεται σε ψιλό |
|---|---|
| χ | κ |
| φ | π |
| θ | τ |
Παραδείγματα:
| Ρήμα (Ενεστώτας) | Παρακείμενος |
|---|---|
| χορεύω | κε-χόρευκα |
| φυτεύω | πε-φύτευκα |
| θεραπεύω | τε-θεράπευκα |
Η τροπή του δασέος συμφώνου σε ψιλό στον αναδιπλασιασμό οφείλεται σε έναν αρχαίο φωνητικό νόμο της ελληνικής γλώσσας που απαγόρευε δύο διαδοχικές δασείς συλλαβές στην ίδια λέξη (νόμος του Grassmann). Γι᾽ αυτό, αντί να πούμε θε-θεράπευκα (δύο δασέα σύμφωνα), λέμε τε-θεράπευκα.
(γ) Ρήμα που αρχίζει από δύο σύμφωνα, όπου το πρώτο είναι άφωνο και το δεύτερο υγρό ή έρρινο
Όταν το ρήμα αρχίζει από δύο σύμφωνα, από τα οποία το πρώτο είναι άφωνο (κ, γ, π, β, τ, δ) και το δεύτερο είναι υγρό ή έρρινο (μ, ν, λ, ρ), ο αναδιπλασιασμός επαναλαμβάνει μόνο το πρώτο σύμφωνο μαζί με το ε:
| Ρήμα (Ενεστώτας) | Παρακείμενος |
|---|---|
| κλείω | κέ-κλεικα |
| κρούω | κέ-κρουκα |
🅱️ Είδος δεύτερο: Η συλλαβική αύξηση
Υπάρχουν περιπτώσεις όπου το πρώτο σύμφωνο (ή η πρώτη ομάδα συμφώνων) του ρήματος δεν μπορεί να επαναληφθεί εύκολα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, αντί για αναδιπλασιασμό, το ρήμα παίρνει στην αρχή του απλώς το ε (όπως ακριβώς η συλλαβική αύξηση που ήδη γνωρίζουμε από τον Παρατατικό και τον Αόριστο). Αυτό συμβαίνει σε τρεις περιπτώσεις:
(α) Όταν το ρήμα αρχίζει από διπλό σύμφωνο (ζ, ξ, ψ)
| Ρήμα (Ενεστώτας) | Παρακείμενος |
|---|---|
| ζωμεύω (= μαγειρεύω) | ἐ-ζώμευκα |
| ψαύω (= αγγίζω) | ἔ-ψαυκα |
(β) Όταν το ρήμα αρχίζει από ρ
| Ρήμα (Ενεστώτας) | Παρακείμενος |
|---|---|
| ῥαστωνεύω (= τεμπελιάζω) | ἐ-ρραστώνευκα |
Παρατηρούμε ότι μαζί με το ε προστίθεται και διπλασιασμός του ρ (ρρ), όπως ακριβώς συμβαίνει και στη συλλαβική αύξηση του Παρατατικού και του Αορίστου σε ρηματα που αρχίζουν από ρ.
(γ) Όταν το ρήμα αρχίζει από δύο ή τρία σύμφωνα, από τα οποία το πρώτο δεν είναι άφωνο ή το δεύτερο δεν είναι υγρό/έρρινο
| Ρήμα (Ενεστώτας) | Παρακείμενος |
|---|---|
| στρατεύω | ἐ-στράτευκα |
Εδώ το ρήμα αρχίζει από τα σύμφωνα στρ-· επειδή η ομάδα αυτή δεν εμπίπτει στην κατηγορία «άφωνο + υγρό/έρρινο» (το πρώτο σύμφωνο είναι το σ, όχι άφωνο), δεν μπορεί να γίνει αναδιπλασιασμός με επανάληψη· χρησιμοποιείται το απλό ε.
🅲️ Είδος τρίτο: Η χρονική αύξηση
Όταν το ρήμα αρχίζει από φωνήεν ή δίφθογγο, δεν μπορεί να γίνει ούτε επανάληψη συμφώνου ούτε προσθήκη ε (αφού δεν υπάρχει αρχικό σύμφωνο). Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται η χρονική αύξηση: το αρχικό φωνήεν ή η δίφθογγος επιμηκύνεται, ακριβώς όπως συμβαίνει στον Παρατατικό και στον Αόριστο.
| Ρήμα (Ενεστώτας) | Παρακείμενος |
|---|---|
| ἀληθεύω (= λέω την αλήθεια) | ἠλήθευκα |
| ἱδρύω | ἵδρυκα |
Όταν το ρήμα είναι σύνθετο με πρόθεση, ο αναδιπλασιασμός δεν μπαίνει στην αρχή ολόκληρης της λέξης, αλλά μετά την πρόθεση, δηλαδή ακριβώς πριν από το θέμα του απλού ρήματος. Παράδειγμα: ἀπολύω (από + λύω) → Παρακείμενος: ἀπο-λέ-λυκα (και όχι λελυκα-απο ή λε-απολυκα).
🏛️ Ο σχηματισμός της Οριστικής Παρακειμένου ενεργητικής φωνής
Επιστρέφοντας στην πλήρη ανάλυση του τύπου πε-πίστευ-κ-ας, βλέπουμε ότι η οριστική Παρακειμένου ενεργητικής φωνής των βαρύτονων φωνηεντόληκτων ρημάτων σχηματίζεται από τέσσερα συστατικά στοιχεία:
- Αναδιπλασιασμός (ένα από τα τρία είδη που είδαμε παραπάνω)
- Θέμα του ρήματος
- Χρονικός χαρακτήρας -κ- (σταθερό γνώρισμα του Παρακειμένου ενεργητικής φωνής)
- Καταλήξεις του Παρακειμένου
Οι καταλήξεις της Οριστικής Παρακειμένου ε.φ.
| Πρόσωπο | Κατάληξη | Παράδειγμα (παιδεύω) |
|---|---|---|
| α΄ ενικού | -α | πε-παίδευ-κα |
| β΄ ενικού | -ας | πε-παίδευ-κας |
| γ΄ ενικού | -ε(ν) | πε-παίδευ-κε(ν) |
| α΄ πληθυντικού | -αμεν | πε-παιδεύ-καμεν |
| β΄ πληθυντικού | -ατε | πε-παιδεύ-κατε |
| γ΄ πληθυντικού | -ασι(ν) | πε-παιδεύ-κασι(ν) |
Πλήρης κλίση: ρήμα παιδεύω (Παρακείμενος ε.φ.)
| Πρόσωπο | Τύπος |
|---|---|
| ἐγώ | πεπαίδευκα |
| σύ | πεπαίδευκας |
| οὗτος | πεπαίδευκε(ν) |
| ἡμεῖς | πεπαιδεύκαμεν |
| ὑμεῖς | πεπαιδεύκατε |
| οὗτοι | πεπαιδεύκασι(ν) |
Πλήρης κλίση: ρήμα βασιλεύω (Παρακείμενος ε.φ.)
| Πρόσωπο | Νέα Ελληνικά | Αρχαία Ελληνικά |
|---|---|---|
| εγώ / ἐγώ | έχω βασιλεύσει | βεβασίλευκα |
| εσύ / σύ | έχεις βασιλεύσει | βεβασίλευκας |
| αυτός / οὗτος | έχει βασιλεύσει | βεβασίλευκε(ν) |
| εμείς / ἡμεῖς | έχουμε βασιλεύσει | βεβασιλεύκαμεν |
| εσείς / ὑμεῖς | έχετε βασιλεύσει | βεβασιλεύκατε |
| αυτοί / οὗτοι | έχουν βασιλεύσει | βεβασιλεύκασι(ν) |
Ο Παρακείμενος δηλώνει μια πράξη που έγινε στο παρελθόν και το αποτέλεσμά της διατηρείται στο παρόν. Γι᾽ αυτό και η νεοελληνική του απόδοση γίνεται με τον περιφραστικό τύπο «έχω + απαρέμφατο», π.χ. βεβασίλευκα = «έχω βασιλεύσει». Ο Παρακείμενος συνδέει, δηλαδή, το παρελθόν με το παρόν: η ενέργεια ολοκληρώθηκε, αλλά το αποτέλεσμά της εξακολουθεί να ισχύει τώρα.
🏛️ Ο σχηματισμός της Οριστικής Υπερσυντελίκου ενεργητικής φωνής
Ο δεύτερος χρόνος που «χτίζεται» πάνω στο θέμα του Παρακειμένου είναι ο Υπερσυντέλικος. Ας παρατηρήσουμε τον τύπο ἐ-πε-πιστεύ-κ-ειν (από το πιστεύω), ο οποίος αναλύεται ως εξής:
| Συστατικό | ἐ | πε | πιστεύ | κ | ειν |
|---|---|---|---|---|---|
| Ονομασία | αύξηση | αναδιπλασιασμός | θέμα | χρονικός χαρακτήρας | κατάληξη |
Παρατηρούμε λοιπόν ότι ο Υπερσυντέλικος διαφέρει από τον Παρακείμενο σε δύο σημεία:
- Παίρνει επιπλέον αύξηση (ἐ-) μπροστά από τον αναδιπλασιασμό.
- Έχει διαφορετικές καταλήξεις.
Οι καταλήξεις της Οριστικής Υπερσυντελίκου ε.φ.
| Πρόσωπο | Κατάληξη | Παράδειγμα (παιδεύω) |
|---|---|---|
| α΄ ενικού | -η ή -ειν | ἐ-πε-παιδεύ-κη / ἐ-πε-παιδεύ-κειν |
| β΄ ενικού | -εις | ἐ-πε-παιδεύ-κεις |
| γ΄ ενικού | -ει | ἐ-πε-παιδεύ-κει |
| α΄ πληθυντικού | -εμεν | ἐ-πε-παιδεύ-κεμεν |
| β΄ πληθυντικού | -ετε | ἐ-πε-παιδεύ-κετε |
| γ΄ πληθυντικού | -εσαν | ἐ-πε-παιδεύ-κεσαν |
Πλήρης κλίση: ρήμα παιδεύω (Υπερσυντέλικος ε.φ.)
| Πρόσωπο | Τύπος |
|---|---|
| ἐγώ | ἐπεπαιδεύκειν (ή ἐπεπαιδεύκη) |
| σύ | ἐπεπαιδεύκεις |
| οὗτος | ἐπεπαιδεύκει |
| ἡμεῖς | ἐπεπαιδεύκεμεν |
| ὑμεῖς | ἐπεπαιδεύκετε |
| οὗτοι | ἐπεπαιδεύκεσαν |
Πλήρης κλίση: ρήμα βασιλεύω (Υπερσυντέλικος ε.φ.)
| Πρόσωπο | Νέα Ελληνικά | Αρχαία Ελληνικά |
|---|---|---|
| εγώ / ἐγώ | είχα βασιλεύσει | ἐβεβασιλεύκειν |
| εσύ / σύ | είχες βασιλεύσει | ἐβεβασιλεύκεις |
| αυτός / οὗτος | είχε βασιλεύσει | ἐβεβασιλεύκει |
| εμείς / ἡμεῖς | είχαμε βασιλεύσει | ἐβεβασιλεύκεμεν |
| εσείς / ὑμεῖς | είχατε βασιλεύσει | ἐβεβασιλεύκετε |
| αυτοί / οὗτοι | είχαν βασιλεύσει | ἐβεβασιλεύκεσαν |
Ο Υπερσυντέλικος δηλώνει μια πράξη που είχε ολοκληρωθεί στο παρελθόν πριν από μια άλλη πράξη του παρελθόντος, και το αποτέλεσμά της είχε διατηρηθεί ως εκείνη τη στιγμή. Αποδίδεται στα Νέα Ελληνικά με τον περιφραστικό τύπο «είχα + απαρέμφατο», π.χ. ἐβεβασιλεύκειν = «είχα βασιλεύσει». Ο Υπερσυντέλικος είναι δηλαδή το «παρελθόν του παρελθόντος»: εκφράζει προτεραιότητα μιας ενέργειας σε σχέση με μια άλλη, ήδη περασμένη, ενέργεια.
🔗 Η σχέση Παρακειμένου και Υπερσυντελίκου
Ο Παρακείμενος και ο Υπερσυντέλικος είναι οι δύο χρόνοι που μοιράζονται το ίδιο θέμα — το «θέμα του Παρακειμένου», που αποτελείται από αναδιπλασιασμό + ρηματικό θέμα + χρονικό χαρακτήρα -κ-. Διαφέρουν μόνο ως προς:
| Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | |
|---|---|---|
| Αύξηση | ΔΕΝ έχει | Έχει (ἐ-) |
| Αναδιπλασιασμός | Έχει | Έχει (ίδιος) |
| Χρονικός χαρακτήρας | -κ- | -κ- (ίδιος) |
| Καταλήξεις | -α, -ας, -ε(ν), -αμεν, -ατε, -ασι(ν) | -η/-ειν, -εις, -ει, -εμεν, -ετε, -εσαν |
| Δηλώνει | αποτέλεσμα στο παρόν | αποτέλεσμα στο παρελθόν, πριν από άλλο παρελθόν |
Αξίζει να προσεχθεί ότι στον Υπερσυντέλικο ο αναδιπλασιασμός δεν εξαφανίζεται παρά την ύπαρξη της αύξησης· τα δύο στοιχεία συνυπάρχουν, με την αύξηση να μπαίνει πριν από τον αναδιπλασιασμό (ἐ-πε-πιστεύκειν και όχι πε-ε-πιστεύκειν).
📖 Συγκεντρωτικός πίνακας παραδειγμάτων ανά είδος αναδιπλασιασμού
| Ρήμα | Είδος αναδιπλασιασμού | Παρακείμενος |
|---|---|---|
| λύω | Ι(α) απλή επανάληψη | λέλυκα |
| κινδυνεύω | Ι(α) απλή επανάληψη | κεκινδύνευκα |
| χορεύω | Ι(β) δασύ → ψιλό | κεχόρευκα |
| φυτεύω | Ι(β) δασύ → ψιλό | πεφύτευκα |
| θεραπεύω | Ι(β) δασύ → ψιλό | τεθεράπευκα |
| κλείω | Ι(γ) άφωνο+υγρό/έρρινο | κέκλεικα |
| κρούω | Ι(γ) άφωνο+υγρό/έρρινο | κέκρουκα |
| ζωμεύω | ΙΙ(α) διπλό σύμφωνο | ἐζώμευκα |
| ψαύω | ΙΙ(α) διπλό σύμφωνο | ἔψαυκα |
| ῥαστωνεύω | ΙΙ(β) αρχικό ρ | ἐρραστώνευκα |
| στρατεύω | ΙΙ(γ) άλλος συνδυασμός συμφώνων | ἐστράτευκα |
| ἀληθεύω | ΙΙΙ χρονική αύξηση | ἠλήθευκα |
| ἱδρύω | ΙΙΙ χρονική αύξηση | ἵδρυκα |
✍️ Ανακεφαλαίωση
- Ο αναδιπλασιασμός είναι το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα του Παρακειμένου και του Υπερσυντελίκου στα αρχαία ελληνικά.
- Υπάρχουν τρία είδη αναδιπλασιασμού: (Ι) επανάληψη αρχικού συμφώνου + ε (με ειδικές υποπεριπτώσεις για δασέα σύμφωνα και για συνδυασμούς άφωνο+υγρό/έρρινο), (ΙΙ) συλλαβική αύξηση (για ρήματα με διπλά σύμφωνα, με αρχικό ρ, ή με άλλους συνδυασμούς συμφώνων), (ΙΙΙ) χρονική αύξηση (για ρήματα που αρχίζουν από φωνήεν ή δίφθογγο).
- Στα σύνθετα ρήματα, ο αναδιπλασιασμός μπαίνει μετά την πρόθεση.
- Η Οριστική Παρακειμένου ε.φ. σχηματίζεται: αναδιπλασιασμός + θέμα + χρονικός χαρακτήρας -κ- + καταλήξεις (-α, -ας, -ε(ν), -αμεν, -ατε, -ασι(ν)) και δηλώνει πράξη ολοκληρωμένη στο παρελθόν με αποτέλεσμα στο παρόν («έχω κάνει»).
- Η Οριστική Υπερσυντελίκου ε.φ. σχηματίζεται: αύξηση ἐ- + αναδιπλασιασμός + θέμα + χρονικός χαρακτήρας -κ- + καταλήξεις (-η/-ειν, -εις, -ει, -εμεν, -ετε, -εσαν) και δηλώνει πράξη ολοκληρωμένη πριν από άλλη πράξη του παρελθόντος («είχα κάνει»).
- Παρακείμενος και Υπερσυντέλικος μοιράζονται το ίδιο θέμα (αναδιπλασιασμός + θέμα + -κ-)· ο Υπερσυντέλικος απλώς προσθέτει αύξηση και αλλάζει καταλήξεις.