Μαθαίνω τις προσωπικές αντωνυμίες
Τι είναι οι αντωνυμίες
Οι αντωνυμίες είναι λέξεις που χρησιμοποιούνται αντί ονόματος, δηλαδή στη θέση ενός ουσιαστικού ή ενός επιθέτου, τόσο στη Νέα όσο και στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα. Το όνομά τους («αντί» + «όνομα») φανερώνει ακριβώς αυτόν τον ρόλο τους: αντικαθιστούν μια λέξη ώστε να μη χρειάζεται να την επαναλαμβάνουμε συνέχεια μέσα στον λόγο.
Η λέξη αντωνυμία είναι μετάφραση δάνειο από τα λατινικά (pronomen: pro = αντί, nomen = όνομα). Η ιδέα είναι ίδια και στις δύο γλώσσες: μια μικρή λέξη που «δανείζεται» τη θέση ενός ονόματος για να αποφύγουμε την κουραστική επανάληψή του.
Οι προσωπικές αντωνυμίες και τα τρία πρόσωπα
Ανάμεσα στις διάφορες κατηγορίες αντωνυμιών (προσωπικές, κτητικές, δεικτικές, αναφορικές κ.ά.), οι προσωπικές αντωνυμίες είναι εκείνες που φανερώνουν τα πρόσωπα του λόγου, δηλαδή δείχνουν ποιος μιλάει, σε ποιον μιλάει κανείς και για ποιον γίνεται λόγος. Υπάρχουν τρία πρόσωπα:
| Πρόσωπο | Ποιον δηλώνει | Νέα Ελληνικά |
|---|---|---|
| α΄ πρόσωπο | αυτόν/αυτούς που μιλά(νε) | εγώ, εμείς |
| β΄ πρόσωπο | αυτόν/αυτούς στον οποίο απευθύνεται ο ομιλητής | εσύ, εσείς |
| γ΄ πρόσωπο | αυτόν/αυτούς για τον οποίο γίνεται λόγος | αυτός, αυτοί |
Τα τρία πρόσωπα δεν είναι τυχαία διάταξη· ακολουθούν πάντα τη λογική σειρά α΄ - β΄ - γ΄: πρώτα αυτός που μιλάει (εγώ), μετά αυτός στον οποίο απευθύνεται ο λόγος (εσύ), και τέλος αυτός για τον οποίο γίνεται λόγος, χωρίς να συμμετέχει άμεσα στον διάλογο (αυτός). Η ίδια σειρά τηρείται και στην κλίση του ρήματος (π.χ. εἰμί, εἶ, ἐστί), γι᾽ αυτό η μελέτη των αντωνυμιών συνδέεται στενά με την κλίση των ρημάτων.
Η κλίση των προσωπικών αντωνυμιών στην Αρχαία Ελληνική
Οι προσωπικές αντωνυμίες κλίνονται, δηλαδή αλλάζουν μορφή ανάλογα με την πτώση (ονομαστική, γενική, δοτική, αιτιατική) και τον αριθμό (ενικός, πληθυντικός), ακριβώς όπως τα ουσιαστικά. Παρακάτω δίνεται η πλήρης κλίση τους, ξεχωριστά για κάθε πρόσωπο.
Α΄ πρόσωπο (εγώ - εμείς)
| Πτώση | Ενικός αριθμός | Πληθυντικός αριθμός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ἐγώ (= εγώ) | ἡμεῖς (= εμείς) |
| Γενική | ἐμοῦ / μου (= εμένα, δικός μου) | ἡμῶν (= δικός μας) |
| Δοτική | ἐμοί / μοι (= σε εμένα) | ἡμῖν (= σε εμάς) |
| Αιτιατική | ἐμέ / με (= εμένα) | ἡμᾶς (= εμάς) |
Β΄ πρόσωπο (εσύ - εσείς)
| Πτώση | Ενικός αριθμός | Πληθυντικός αριθμός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύ (= εσύ) | ὑμεῖς (= εσείς) |
| Γενική | σοῦ / σου (= εσένα, δικός σου) | ὑμῶν (= δικός σας) |
| Δοτική | σοί / σοι (= σε εσένα) | ὑμῖν (= σε εσάς) |
| Αιτιατική | σέ / σε (= εσένα) | ὑμᾶς (= εσάς) |
Γ΄ πρόσωπο (αυτός - αυτοί)
Το γ΄ πρόσωπο στην αρχαία ελληνική δεν έχει μία ενιαία αντωνυμία, αλλά χρησιμοποιείται συνηθέστερα η αὐτός, αὐτή, αὐτό, η οποία κλίνεται και στα τρία γένη (αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο), όπως ακριβώς ένα επίθετο.
| Πτώση | Αρσενικό (ενικός) | Θηλυκό (ενικός) | Ουδέτερο (ενικός) |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αὐτός | αὐτή | αὐτό |
| Γενική | αὐτοῦ | αὐτῆς | αὐτοῦ |
| Δοτική | αὐτῷ | αὐτῇ | αὐτῷ |
| Αιτιατική | αὐτόν | αὐτήν | αὐτό |
| Πτώση | Αρσενικό (πληθυντικός) | Θηλυκό (πληθυντικός) | Ουδέτερο (πληθυντικός) |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αὐτοί | αὐταί | αὐτά |
| Γενική | αὐτῶν | αὐτῶν | αὐτῶν |
| Δοτική | αὐτοῖς | αὐταῖς | αὐτοῖς |
| Αιτιατική | αὐτούς | αὐτάς | αὐτά |
Η αντωνυμία αὐτός, αὐτή, αὐτό δεν λειτουργεί πάντα ως προσωπική αντωνυμία γ΄ προσώπου. Ανάλογα με τη θέση της μέσα στην πρόταση, μπορεί να σημαίνει και «ο ίδιος» (π.χ. αὐτὸς ὁ βασιλεύς = ο ίδιος ο βασιλιάς) ή ακόμα και «ο ίδιος, όχι κάποιος άλλος». Στη σχολική ύλη της Α΄ Γυμνασίου, όμως, μας ενδιαφέρει κυρίως η χρήση της ως απλή αντωνυμία γ΄ προσώπου, δηλαδή ως το αντίστοιχο του «αυτός/αυτή/αυτό» των Νέων Ελληνικών.
Παρατηρήσεις για τη χρήση των προσωπικών αντωνυμιών
Οι δύο μορφές: τονισμένος και άτονος τύπος
Στο α΄ και στο β΄ πρόσωπο ενικού αριθμού, στη γενική, τη δοτική και την αιτιατική, υπάρχουν δύο μορφές για κάθε πτώση:
- μία τονισμένη (πιο μακριά) μορφή, π.χ. ἐμοῦ, ἐμοί, ἐμέ
- μία άτονη (πιο σύντομη, εγκλιτική) μορφή, π.χ. μου, μοι, με
Η τονισμένη μορφή χρησιμοποιείται όταν θέλουμε να δώσουμε έμφαση στο πρόσωπο (π.χ. «εμένα με φώναξες, όχι εκείνον»), ενώ η άτονη (εγκλιτική) μορφή χρησιμοποιείται στον απλό, καθημερινό λόγο χωρίς ιδιαίτερη έμφαση. Το ίδιο φαινόμενο υπάρχει και στα Νέα Ελληνικά: λέμε «εμένα μου αρέσει» (τονισμένος + άτονος τύπος μαζί, για έμφαση) αλλά και απλά «μου αρέσει».
Η αντωνυμία του γ΄ προσώπου δεν έχει ιδιαίτερο τύπο ονομαστικής ως προσωπική
Στην αρχαία ελληνική δεν υπάρχει ξεχωριστή, αμιγώς προσωπική αντωνυμία γ΄ προσώπου σε όλες τις πτώσεις όπως στα νέα ελληνικά· γι᾽ αυτόν τον λόγο χρησιμοποιείται η αντωνυμία αὐτός, αὐτή, αὐτό, δανειζόμενη τη λειτουργία της προσωπικής αντωνυμίας.
Σύγκριση με τη Νέα Ελληνική
Ο παρακάτω πίνακας δείχνει την αντιστοιχία ανάμεσα στις προσωπικές αντωνυμίες της Νέας και της Αρχαίας Ελληνικής, στην ονομαστική πτώση:
| Πρόσωπο | Νέα Ελληνικά (ενικός) | Αρχαία Ελληνικά (ενικός) | Νέα Ελληνικά (πληθυντικός) | Αρχαία Ελληνικά (πληθυντικός) |
|---|---|---|---|---|
| α΄ | εγώ | ἐγώ | εμείς | ἡμεῖς |
| β΄ | εσύ | σύ | εσείς | ὑμεῖς |
| γ΄ | αυτός/αυτή/αυτό | αὐτός/αὐτή/αὐτό | αυτοί/αυτές/αυτά | αὐτοί/αὐταί/αὐτά |
Παρατήρησε πόσο κοντά είναι οι αρχαίοι τύποι στους σημερινούς! Το ἐγώ έγινε «εγώ», το ἡμεῖς έδωσε το «εμείς» (μέσα από το «ἡμεῖς» της μεσαιωνικής ελληνικής), το σύ έγινε «εσύ» (με την προσθήκη ενός αρχικού φωνήεντος), και το αὐτός παραμένει αναλλοίωτο ως «αυτός» μέχρι σήμερα. Η ελληνική γλώσσα, παρά τις αλλαγές των αιώνων, διατηρεί μια αξιοσημείωτη συνέχεια στις πιο βασικές, καθημερινές λέξεις της.
Η σχέση των αντωνυμιών με το ρήμα εἰμί
Επειδή οι προσωπικές αντωνυμίες συχνά συνοδεύουν το ρήμα εἰμί (= είμαι), είναι χρήσιμο να θυμόμαστε παράλληλα την αντιστοιχία προσώπου-αντωνυμίας-ρηματικού τύπου:
| Πρόσωπο | Αντωνυμία | Τύπος του εἰμί (ενεστώτας) | Νεοελληνική απόδοση |
|---|---|---|---|
| α΄ ενικού | ἐγώ | εἰμί | εγώ είμαι |
| β΄ ενικού | σύ | εἶ | εσύ είσαι |
| γ΄ ενικού | αὐτός/αὐτή/αὐτό | ἐστί(ν) | αυτός/αυτή/αυτό είναι |
| α΄ πληθυντικού | ἡμεῖς | ἐσμέν | εμείς είμαστε |
| β΄ πληθυντικού | ὑμεῖς | ἐστέ | εσείς είστε |
| γ΄ πληθυντικού | αὐτοί/αὐταί/αὐτά | εἰσί(ν) | αυτοί/αυτές/αυτά είναι |
Στην αρχαία ελληνική, όπως και στη νέα, το ρήμα από μόνο του δηλώνει ήδη το πρόσωπο (η κατάληξη -μι, -ς, -τι/-σι κ.λπ. δείχνει ποιο πρόσωπο ενεργεί). Γι᾽ αυτό η προσωπική αντωνυμία δεν είναι πάντα υποχρεωτική πριν από το ρήμα· συχνά χρησιμοποιείται μόνο όταν ο ομιλητής θέλει να δώσει έμφαση στο πρόσωπο (π.χ. «ἐγώ εἰμί ὁ ποιμήν» = εγώ (και όχι κάποιος άλλος) είμαι ο ποιμένας).
Ανακεφαλαίωση
- Οι αντωνυμίες είναι λέξεις που χρησιμοποιούνται στη θέση ονόματος (ουσιαστικού ή επιθέτου).
- Οι προσωπικές αντωνυμίες φανερώνουν τα τρία πρόσωπα του λόγου: α΄ πρόσωπο (ἐγώ, ἡμεῖς), β΄ πρόσωπο (σύ, ὑμεῖς) και γ΄ πρόσωπο (αὐτός, αὐτοί, με τα αντίστοιχα θηλυκά και ουδέτερα).
- Οι προσωπικές αντωνυμίες κλίνονται σε πτώσεις (ονομαστική, γενική, δοτική, αιτιατική) και σε αριθμούς (ενικός, πληθυντικός), όπως και τα ουσιαστικά.
- Στο α΄ και β΄ πρόσωπο ενικού υπάρχουν τονισμένοι (ἐμοῦ, ἐμοί, ἐμέ / σοῦ, σοί, σέ) και άτονοι τύποι (μου, μοι, με / σου, σοι, σε), με τους τονισμένους να δηλώνουν έμφαση.
- Η αντωνυμία αὐτός, αὐτή, αὐτό καλύπτει τη θέση του γ΄ προσώπου και κλίνεται σε όλα τα γένη, όπως ένα επίθετο.
- Πολλοί αρχαίοι τύποι (ἐγώ, σύ, αὐτός) διατηρούνται σχεδόν αναλλοίωτοι στη Νέα Ελληνική, δείχνοντας τη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας μέσα στους αιώνες.