Διαλύματα
Όταν βάζεις μια κουταλιά ζάχαρη μέσα σε ένα ποτήρι νερό και ανακατεύεις, η ζάχαρη σιγά σιγά «εξαφανίζεται». Δεν χάνεται όμως στην πραγματικότητα: αν δοκιμάσεις το νερό, θα καταλάβεις ότι είναι γλυκό! Η ζάχαρη έχει απλωθεί ομοιόμορφα σε όλο το νερό, τόσο πολύ ώστε δεν μπορούμε πια να την ξεχωρίσουμε. Αυτό ακριβώς είναι ένα διάλυμα, και σε αυτή την ενότητα θα μάθουμε τι είναι, από τι φτιάχνεται και πώς μπορούμε να το φτιάξουμε πιο γρήγορα.
Τι είναι το διάλυμα
Ας θυμηθούμε πρώτα τα μίγματα. Ένα μίγμα μπορεί να είναι ετερογενές ή ομογενές. Σε ένα ετερογενές μίγμα ξεχωρίζουμε τα διαφορετικά συστατικά του (για παράδειγμα, στο λαδόξιδο βλέπουμε καθαρά το λάδι χωριστά από το ξίδι). Σε ένα ομογενές μίγμα, όμως, δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε τα συστατικά: φαίνεται σαν μία ενιαία ουσία.
Διάλυμα είναι κάθε ομογενές μίγμα. Δηλαδή, όποτε ένα μίγμα φαίνεται ενιαίο και δεν ξεχωρίζουμε τα συστατικά του, μπορούμε να το ονομάσουμε και διάλυμα. Το ζαχαρόνερο, για παράδειγμα, είναι ομογενές μίγμα, άρα είναι διάλυμα.
Η διαδικασία με την οποία μια ουσία απλώνεται και διασκορπίζεται ομοιόμορφα μέσα σε μια άλλη λέγεται διάλυση. Η διάλυση είναι ένα φυσικό φαινόμενο: δεν δημιουργείται καινούρια ουσία, απλώς η ζάχαρη «κρύβεται» ανάμεσα στα μικροσκοπικά σωματίδια του νερού.
Τα δύο μέρη κάθε διαλύματος
Κάθε διάλυμα φτιάχνεται από τουλάχιστον δύο συστατικά. Αυτά έχουν ξεχωριστούς ρόλους και ξεχωριστά ονόματα.
- Διαλύτης είναι η ουσία που διαλύει. Συνήθως βρίσκεται σε μεγαλύτερη ποσότητα και τις περισσότερες φορές είναι το νερό.
- Διαλυμένη ουσία είναι η ουσία που διαλύεται. Βρίσκεται σε μικρότερη ποσότητα.
Ένας εύκολος τρόπος να τα θυμάσαι: ο διαλύτης διαλύει (είναι ο «οικοδεσπότης», ο περισσότερος), ενώ η διαλυμένη ουσία διαλύεται (είναι ο «καλεσμένος», ο λιγότερος).
Ας δούμε μερικά γνωστά παραδείγματα:
| Διάλυμα | Διαλύτης | Διαλυμένη ουσία |
|---|---|---|
| Ζαχαρόνερο | Νερό | Ζάχαρη |
| Αλατόνερο | Νερό | Αλάτι |
| Διάλυμα νερού – οινοπνεύματος | Νερό | Οινόπνευμα |
Στο ζαχαρόνερο και στο αλατόνερο, το νερό διαλύει τα στερεά (ζάχαρη ή αλάτι) και βρίσκεται σε μεγαλύτερη ποσότητα, γι' αυτό είναι ο διαλύτης.
Όταν ο διαλύτης είναι το νερό, το διάλυμα ονομάζεται υδατικό διάλυμα. Το ζαχαρόνερο και το αλατόνερο είναι υδατικά διαλύματα.
Ποιος είναι τελικά ο διαλύτης;
Πολλές φορές νομίζουμε ότι ο διαλύτης είναι πάντα το νερό. Αυτό όμως δεν ισχύει! Ο κανόνας που πρέπει να θυμάσαι είναι απλός: όταν τα συστατικά έχουν την ίδια φυσική κατάσταση (για παράδειγμα και τα δύο είναι υγρά), τότε διαλύτης είναι εκείνο που βρίσκεται σε μεγαλύτερη ποσότητα.
Πάρε για παράδειγμα δύο διαλύματα που περιέχουν και τα δύο νερό και οινόπνευμα:
- Σε ένα διάλυμα με νερό και οινόπνευμα , διαλύτης είναι το νερό, γιατί βρίσκεται σε μεγαλύτερη ποσότητα.
- Σε ένα άλλο διάλυμα με οινόπνευμα και νερό , διαλύτης είναι πλέον το οινόπνευμα, γιατί τώρα αυτό είναι σε μεγαλύτερη ποσότητα.
Ο διαλύτης δεν είναι πάντα το νερό. Κάθε φορά πρέπει να ελέγχουμε ποια ουσία βρίσκεται σε μεγαλύτερη ποσότητα. Αν το νερό είναι λιγότερο, τότε δεν είναι αυτό ο διαλύτης.
Η φυσική κατάσταση του διαλύματος
Θυμήσου ότι κάθε ουσία μπορεί να είναι σε στερεή, υγρή ή αέρια κατάσταση. Το ίδιο ισχύει και για τα διαλύματα. Το ενδιαφέρον είναι ότι:
Το διάλυμα έχει πάντα την ίδια φυσική κατάσταση με τον διαλύτη.
Αν ρίξουμε ζάχαρη (στερεή) μέσα σε νερό (υγρό), το διάλυμα που προκύπτει, το ζαχαρόνερο, είναι υγρό — όπως ακριβώς ο διαλύτης του, το νερό. Η φυσική κατάσταση της διαλυμένης ουσίας δεν έχει σημασία για το τελικό διάλυμα· αυτό που μετράει είναι η κατάσταση του διαλύτη. Ακόμη και ο καθαρός ατμοσφαιρικός αέρας είναι ένα διάλυμα σε αέρια κατάσταση, αφού ο διαλύτης του (το άζωτο, που είναι σε μεγαλύτερη ποσότητα) είναι αέριο.
Ουσίες που διαλύονται εύκολα και ουσίες που διαλύονται δύσκολα
Δεν διαλύονται όλες οι ουσίες το ίδιο εύκολα μέσα στον ίδιο διαλύτη. Φαντάσου ότι προσπαθούμε να διαλύσουμε διαφορετικές ουσίες μέσα στην ίδια ποσότητα νερού, προσθέτοντας συνέχεια κι άλλη ποσότητα. Θα δούμε ότι κάποιες ουσίες, όπως η ζάχαρη, συνεχίζουν να διαλύονται ακόμη κι όταν έχουμε βάλει πολλή. Άλλες, όμως, σταματούν να διαλύονται πολύ γρήγορα.
- Οι ουσίες που διαλύονται εύκολα, σε μεγάλη ποσότητα, ονομάζονται ευδιάλυτες. Τέτοια είναι η ζάχαρη στο νερό.
- Οι ουσίες που δεν διαλύονται ή διαλύονται ελάχιστα ονομάζονται δυσδιάλυτες.
| Χαρακτηρισμός ουσίας | Πώς διαλύεται | Παράδειγμα |
|---|---|---|
| Ευδιάλυτη | Εύκολα, σε μεγάλη ποσότητα | Ζάχαρη στο νερό |
| Δυσδιάλυτη | Δύσκολα ή καθόλου | Λάδι στο νερό |
Το ίδιο δεν διαλύεται παντού
Μια ουσία μπορεί να είναι ευδιάλυτη σε έναν διαλύτη και δυσδιάλυτη σε έναν άλλο. Αν προσπαθήσεις να ρίξεις χρώμα τροφίμων μέσα σε λάδι, θα δεις ότι μένει σαν σταγόνα και δεν απλώνεται. Μόλις όμως το ίδιο χρώμα φτάσει στο νερό, διαλύεται αμέσως και βάφει ομοιόμορφα όλο το νερό. Το χρώμα τροφίμων είναι, δηλαδή, ευδιάλυτο στο νερό αλλά δυσδιάλυτο στο λάδι.
Γι' αυτό, εκτός από το νερό, χρησιμοποιούμε και άλλους διαλύτες, όπως το οινόπνευμα, το ασετόν, η βενζίνη, το πετρέλαιο και το νέφτι. Αυτοί οι διαλύτες μπορούν να διαλύσουν ουσίες που το νερό δεν διαλύει, για παράδειγμα λάδια, βερνίκια και λεκέδες.
«Το όμοιο διαλύει το όμοιο.» Οι λιπαρές ουσίες, όπως το λάδι και το βερνίκι, διαλύονται σε λιπαρούς διαλύτες, όπως η βενζίνη και το πετρέλαιο. Αντίθετα, ουσίες όπως το οινόπνευμα και η ζάχαρη διαλύονται στο νερό.
Διαλύτες όπως η βενζίνη, το ασετόν και το πετρέλαιο είναι εύφλεκτοι και έχουν έντονη μυρωδιά. Τους χρησιμοποιούν μόνο μεγάλοι, σε χώρο που αερίζεται καλά και μακριά από φωτιά.
Πόσο γρήγορα γίνεται η διάλυση;
Μερικές φορές θέλουμε μια ουσία να διαλυθεί όσο πιο γρήγορα γίνεται — σκέψου πόσο βαρετό θα ήταν να περιμένεις πολλή ώρα για να λιώσει η ζάχαρη στον καφέ σου. Υπάρχουν τέσσερις παράγοντες που κάνουν τη διάλυση πιο γρήγορη. Ας τους δούμε έναν έναν.
1. Το μέγεθος των σωματιδίων
Αν βάλουμε στο ένα ποτήρι έναν ολόκληρο κύβο ζάχαρης και στο άλλο την ίδια ποσότητα σε μικρούς κόκκους, οι κόκκοι θα διαλυθούν πιο γρήγορα. Όσο μικρότερα είναι τα σωματίδια, τόσο πιο γρήγορη είναι η διάλυση. Αυτό συμβαίνει γιατί, όταν η ουσία είναι σε μικρά κομμάτια, μεγαλύτερο μέρος της έρχεται σε επαφή με το νερό, οπότε το νερό τη «πιάνει» πιο εύκολα.
2. Η θερμοκρασία
Αν συγκρίνουμε ζάχαρη σε κρύο νερό και ζάχαρη σε ζεστό νερό, στο ζεστό νερό η ζάχαρη διαλύεται πιο γρήγορα. Όσο μεγαλύτερη είναι η θερμοκρασία του διαλύτη, τόσο πιο γρήγορη η διάλυση. Στο ζεστό νερό τα σωματίδια κινούνται πιο γρήγορα και χτυπούν πιο έντονα την ουσία, οπότε τη διαλύουν πιο εύκολα. Να γιατί η ζάχαρη λιώνει πιο εύκολα σε ένα ζεστό ρόφημα παρά σε ένα κρύο.
3. Η ποσότητα του διαλύτη
Αν προσθέσουμε την ίδια ζάχαρη σε λίγο νερό και σε πολύ νερό, στο περισσότερο νερό η διάλυση γίνεται πιο γρήγορα. Όσο μεγαλύτερη είναι η ποσότητα του διαλύτη, τόσο πιο γρήγορα διαλύεται η ουσία, γιατί υπάρχει περισσότερος «χώρος» για να απλωθούν τα σωματίδια.
4. Η ανάδευση
Όταν ανακατεύουμε (αναδεύουμε) με ένα κουταλάκι, φέρνουμε συνεχώς νέο νερό σε επαφή με την ουσία και δεν την αφήνουμε να μαζευτεί στον πάτο. Έτσι η ανάδευση κάνει τη διάλυση πιο γρήγορη. Να γιατί ανακατεύουμε τον καφέ ή το τσάι μας!
Ένα στερεό διαλύεται πιο γρήγορα όταν:
- Τα σωματίδιά του είναι μικρά (για παράδειγμα σε σκόνη).
- Αυξάνουμε τη θερμοκρασία του διαλύτη.
- Αυξάνουμε την ποσότητα του διαλύτη.
- Αναδεύουμε το διάλυμα.
Ας τα συγκεντρώσουμε όλα σε έναν πίνακα, ώστε να φαίνεται καθαρά πότε η διάλυση γίνεται πιο γρήγορη:
| Παράγοντας | Πιο γρήγορη διάλυση όταν... |
|---|---|
| Μέγεθος σωματιδίων | Τα σωματίδια είναι μικρά |
| Θερμοκρασία | Η θερμοκρασία είναι μεγάλη |
| Ποσότητα διαλύτη | Ο διαλύτης είναι περισσότερος |
| Ανάδευση | Αναδεύουμε το διάλυμα |
Τι κρατάμε από αυτή την ενότητα
- Το διάλυμα είναι ένα ομογενές μίγμα, όπου δεν ξεχωρίζουμε τα συστατικά του.
- Διαλύτης είναι η ουσία που διαλύει (η περισσότερη), και διαλυμένη ουσία αυτή που διαλύεται (η λιγότερη).
- Το διάλυμα έχει την ίδια φυσική κατάσταση με τον διαλύτη.
- Οι ουσίες που διαλύονται εύκολα λέγονται ευδιάλυτες και όσες δύσκολα δυσδιάλυτες· η ίδια ουσία μπορεί να διαλύεται σε έναν διαλύτη και όχι σε άλλον.
- Η διάλυση γίνεται πιο γρήγορη με μικρά σωματίδια, μεγαλύτερη θερμοκρασία, περισσότερο διαλύτη και ανάδευση.