Τα ταξίδια του παππού μου 🚢
Και τι δε μου έλεγε εμένα ο παππούλης μου όταν ήμουνα μικρός. Ώρες ολόκληρες έλεγε, έλεγε, κι εγώ δε χόρταινα να τον ακούω. Για χώρες μακρινές, για μέρη άγνωστα κι αλαργινά*, που δεν τα βάνει ο νους του ανθρώπου. Για της θάλασσας τον αφαλό, που καταπίνει τα καράβια, και για τη χώρα των Σκυλοκέφαλων, κι ακόμα για τη Γοργόνα, την αδελφή του Μεγαλέξαντρου, και γι’ άλλα τέτοια φοβερά και τρομερά που κρύβει τούτη η πλάση.
– Αλήθεια, παππού; τον ρωτούσα.
– Αλήθεια, ψυχή μου, απαντούσε εκείνος.
Βασιλοπούλες όμορφες περίμεναν μέσα σε πλουμιστά παλάτια το ραφτόπουλό τους, κι εγώ δεν έβλεπα την ώρα να μεγαλώσω λίγο και να φύγω απ’ το χωριό, να βγω στον κόσμο, να πάω στην Πόλη* και στην Αγια-Σοφιά. Δεν άργησε να ’ρθει αυτή η ώρα. Η μάνα μού ετοίμασε το μπογαλάκι* μου και μ’ έστειλε στην Πόλη, σ’ ένα ράφτη σπουδαίο και τρανό.
– Να πας να μάθεις την τέχνη, να γίνεις ραφτόπουλο, να βγάζεις το ψωμί σου. Έτσι μου είπε.
Πήγα, λοιπόν, κι εγώ στην Πόλη κι είδα την Αγια-Σοφιά, κι είδα το Βόσπορο, και θαμπώθηκα απ’ την ομορφιά. Όμως, η δουλειά στο ραφτάδικο ήτανε σκληρή και το αφεντικό δε χωράτευε*. Είχε και μια πήχη*, κι άμα τεμπέλιαζε κανένα από τα ραφτόπουλα, μ’ αυτή μας βάραγε για να στρωθούμε στη δουλειά. Κι όσο για βασιλοπούλες, που έλεγε ο παππούς, αυτές δεν τις είδα πουθενά!
– Αχ, παππούλη, έλεγα μέσα μου, αναστενάζοντας, με τη μέση μου πιασμένη απ’ το ράψιμο. Πότε θα ’ρθει κι εμένα η βασιλοπούλα μου, να φύγουμε απ’ το ραφτάδικο, να πάμε να χτίσουμε το παλάτι μας και στο τέλος να ζούνε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!
(συνεχίζεται) Γεώργιος Βιζυηνός
-
αλαργινά: απομακρυσμένα
-
Πόλη: Κωνσταντινούπολη
-
μπογαλάκι: δέμα με ρούχα και πράγματα, τυλιγμένα με ένα κομμάτι ύφασμα
-
χωράτευε: αστειευόταν
-
πήχη: λεπτή ξύλινη σανίδα που χρησιμοποιείται σαν μέτρο
Πηγή: Σχολικό βιβλίο «Γλώσσα Γ' Δημοτικού - Τα απίθανα μολύβια», Υπουργείο Παιδείας / Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, ΙΤΥΕ «Διόφαντος».