1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Η πόλη χάθηκε στο χιόνι (συνέχεια) 🌨️

Ο Μαρκοβάλντο είχε ήδη στρίψει στη γωνία και φτυάριζε στην αυλή. Τα παιδιά της αυλής είχαν φτιάξει ένα χιονάνθρωπο.

– Του λείπει μια μύτη! είπε ένα τους.

– Τι να του βάλουμε; Ένα καρότο! Και έτρεξε το καθένα στην κουζίνα του να μαζέψει ζαρζαβατικά*.

Ο Μαρκοβάλντο κοίταζε το χιονάνθρωπο. «Να, κάτω από το χιόνι δε φαίνεται τι είναι από χιόνι και τι είναι απλώς θαμμένο μέσα του».

Απορροφημένος στις σκέψεις του, δεν πρόσεξε ότι δύο άντρες πάνω στη σκεπή τού φώναζαν:

– Έι, κύριος, φύγε λίγο απο κεί!

Ήταν εκείνοι που καθάριζαν το χιόνι από τα κεραμίδια. Και ξαφνικά μια μεγάλη ποσότητα χιονιού έπεσε ακριβώς επάνω του.

Τα παιδιά ξαναγύρισαν με τα λάφυρά* τους σε καρότα.

– Α! κάποιος έφτιαξε ακόμα ένα χιονάνθρωπο! Στη μέση της αυλής υπήρχαν δύο ίδια ομοιώματα πλάι πλάι.

– Να βάλουμε μύτη και στους δύο! και βύθισαν δύο καρότα στα κεφάλια των δύο χιονανθρώπων. Ο Μαρκοβάλντο, περισσότερο πεθαμένος παρά ζωντανός, ένιωσε την τροφή να του ’ρχεται μέσα από το περίβλημα* του χιονιού που τον είχε θάψει και καταψύξει. Και μάσησε.

  • Μαμά μου! Χάθηκε το καρότο!

Τα παιδιά είχαν κατατρομοκρατηθεί.

Το πιο τολμηρό δε λιγοψύχησε*. Είχε μια ανταλλακτική μύτη, μια πιπεριά και την έβαλε στο χιονάνθρωπο. Ο χιονάνθρωπος και πάλι την καταβρόχθισε. Τότε δοκίμασαν να του βάλουν ένα κομματάκι κάρβουνο, από εκείνα που μοιάζουν με ραβδάκια, για μύτη. Ο Μαρκοβάλντο το έφτυσε με όλη του τη δύναμη.

– Βοήθεια! Είναι ζωντανός! Είναι ζωντανός!

Τα παιδιά το έβαλαν στα πόδια.

Σε μια γωνιά της αυλής υπήρχε μια σχάρα απ’ όπου έβγαινε ένα σύννεφο ζέστης. Ο Μαρκοβάλντο, με το βαρύ βήμα του χιονάνθρωπου, πήγε και στάθηκε εκεί. Το χιόνι έλιωσε πάνω του, κύλησε ρυάκια στα ρούχα του. Εμφανίστηκε ένας Μαρκοβάλντο με μια μύτη πρησμένη και βουλωμένη από το κρυολόγημα.

Πήρε το φτυάρι του, περισσότερο για να ζεσταθεί, και βάλθηκε να δουλεύει στην αυλή. Είχε ένα φτέρνισμα που στεκόταν στην κορυφή της μύτης, στεκόταν εκεί και δεν έλεγε να βγει έξω. Ο Μαρκοβάλντο φτυάριζε με τα μάτια μισόκλειστα και με το φτέρνισμα κουρνιασμένο* στην κορυφή της μύτης του. Και ξαφνικά το «Αααααψιού…» ακούστηκε σχεδόν σαν βροντή. Το ρεύμα του αέρα τίναξε το Μαρκοβάλντο πάνω στον τοίχο...

Όταν ο Μαρκοβάλντο άνοιξε τα μάτια του μετά τη λιποθυμία του, η αυλή ήταν εντελώς καθαρή, δίχως μια νιφάδα χιόνι. Στα μάτια του ξαναεμφανίστηκε η αυλή που ήξερε, με τους γκρίζους τοίχους, τα κιβώτια στην αποθήκη, τα πράγματα που έβλεπε κάθε μέρα.

Ίταλο Καλβίνο, Μαρκοβάλντο ή Οι εποχές στην πόλη,

μτφρ. Έφη Καλλιφατίδη, εκδ. Καστανιώτη (με αλλαγές)

  • ζαρζαβατικά: λαχανικά

  • λάφυρα: αντικείμενα που έχουν αρπαχθεί

  • περίβλημα: προστατευτικό κάλυμμα

  • λιγοψύχησε: δείλιασε

  • κουρνιασμένο: κρυμμένο


Πηγή: Σχολικό βιβλίο «Γλώσσα Γ' Δημοτικού - Τα απίθανα μολύβια», Υπουργείο Παιδείας / Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, ΙΤΥΕ «Διόφαντος».