1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Η πόλη χάθηκε στο χιόνι ❄️

Το πρωί εκείνο τον ξύπνησε η σιωπή. Ο Μαρκοβάλντο σηκώθηκε από το κρεβάτι του νιώθοντας κάτι παράξενο στον αέρα. Δεν καταλάβαινε τι ώρα ήταν. Το φως που περνούσε από τις περσίδες των παραθυρόφυλλων ήταν εντελώς διαφορετικό από οποιαδήποτε άλλη ώρα της ημέρας ή της νύχτας. Άνοιξε το παράθυρο. Η πόλη είχε χαθεί, είχε αντικατασταθεί από ένα λευκό χαρτί. Ζαρώνοντας τα μάτια, διέκρινε μες στην ασπράδα μερικές αχνές γραμμές στη θέση της εικόνας που συνήθως έβλεπε. Τα παράθυρα, οι στέγες και οι κολόνες του δρόμου ήταν εκεί, αλλά είχαν σκεπαστεί από το χιόνι που είχε πέσει τη νύχτα. […]

Ξέρεις ότι; ❄️

Όταν χιονίζει πολύ, ο ήχος γίνεται πιο απαλός γιατί οι νιφάδες απορροφούν τους θορύβους! Γι' αυτό μετά τη χιονόπτωση όλα μοιάζουν τόσο ήσυχα και μαγικά. 🤫

Πήγε στη δουλειά με τα πόδια. Τα τραμ είχαν ακινητοποιηθεί εξαιτίας του χιονιού. Καθώς περπατούσε και άνοιγε ο ίδιος το δρόμο του, ένιωθε πιο ελεύθερος παρά ποτέ. Στους δρόμους της πόλης δεν υπήρχε πια διαφορά ανάμεσα στο πεζοδρόμιο και στο οδόστρωμα. Τα αυτοκίνητα δεν μπορούσαν να περάσουν. Ο Μαρκοβάλντο, παρόλο που σε κάθε του βήμα βούλιαζε στο χιόνι ως τα μισά της γάμπας και το ένιωθε να του μουσκεύει τις κάλτσες, είχε γίνει δεξιοτέχνης στο να περπατάει στη μέση του δρόμου, να ποδοπατάει τις πρασιές, να προχωρεί με ζικ ζακ.

Οι δρόμοι και οι λεωφόροι ανοίγονταν έρημοι και απέραντοι σαν ολοκάθαρα περάσματα ανάμεσα στους βράχους των βουνών. Ποιος ξέρει αν η πόλη είχε μείνει ίδια κάτω από το μανδύα που την έκρυψε ή αν μια άλλη πόλη είχε πάρει τη θέση της; Ποιος ξέρει αν κάτω από εκείνα τα άσπρα βουναλάκια υπήρχαν ακόμη τα περίπτερα, οι στάσεις του τραμ ή αν δεν ήταν παρά μόνο σωροί από χιόνι;

Καθώς ο Μαρκοβάλντο περπατούσε, ονειρευόταν ότι είχε χαθεί σε μια διαφορετική πόλη. Όμως τα βήματά του τον οδήγησαν ίσια στο μέρος όπου δούλευε κάθε μέρα, στη συνηθισμένη αποθήκη.

Μόλις ο αχθοφόρος έφτασε στο κατώφλι, ένιωσε έκπληξη που ξαναβρέθηκε ανάμεσα στους ίδιους πάντα τοίχους, λες και η αλλαγή, που είχε σβήσει τον έξω κόσμο, είχε αφήσει μόνο την επιχείρησή του. Εκεί καθόταν και τον περίμενε ένα φτυάρι πιο ψηλό από το μπόι του. Ο αρχιαποθηκάριος, ο κύριος Βιλιτζέλμο, του το έδωσε και είπε:

– Ο καθαρισμός του πεζοδρομίου μπροστά στην εταιρεία είναι δική μας δουλειά, δηλαδή δική σου.

Ο Μαρκοβάλντο αγκάλιασε το φτυάρι και γύρισε να βγει έξω. Το φτυάρισμα του χιονιού δεν είναι παιχνίδι, ιδίως για όποιον δουλεύει με αδειανό στομάχι. Όμως ο Μαρκοβάλντο ένιωθε ότι το χιόνι ήταν φίλος του και στρώθηκε πρόθυμα στη δουλειά πετώντας μεγάλες φτυαριές χιόνι από το πεζοδρόμιο στη μέση του δρόμου.

(συνεχίζεται)

Ίταλο Καλβίνο


Πηγή: Σχολικό βιβλίο «Γλώσσα Γ' Δημοτικού - Τα απίθανα μολύβια», Υπουργείο Παιδείας / Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, ΙΤΥΕ «Διόφαντος».