Η θυσία της Ιφιγένειας
Οργίστηκε πολύ ο Μενέλαος, που ο Πάρης του πήρε την Ελένη, και θέλησε να τον εκδικηθεί και να τη φέρει πίσω. Γι’ αυτό ζήτησε βοήθεια από τον αδελφό του, τον Αγαμέμνονα, που βασίλευε στις Μυκήνες. Εκείνος κάλεσε όλους τους βασιλιάδες των Αχαιών να ετοιμαστούν να πάνε στην Τροία, να πολεμήσουνε να πάρουν πίσω την Ελένη.
Στο λιμάνι της Αυλίδας μαζεύτηκαν όλοι οι Αχαιοί με τα πλοία και το στρατό τους. Πήγε ο γερο-Νέστορας, ο βασιλιάς της Πύλου, ο Ιδομενέας από την Κρήτη, ο Αίαντας από τη Σαλαμίνα, ο άλλος Αίαντας απ’ τη Λοκρίδα, ο Διομήδης από το Άργος, ο Φιλοκτήτης, ο φίλος του Ηρακλή, από τη Μαγνησία, ο Οδυσσέας απ’ την Ιθάκη κι ο Αχιλλέας, ο γιος του Πηλέα και της Θέτιδας από τη Φθία με το φίλο του τον Πάτροκλο και τους γενναίους Μυρμιδόνες.
Διάλεξαν για αρχηγό τον Αγαμέμνονα κι αφού έκαναν θυσίες, περίμεναν να φυσήξει ο άνεμος, να ξεκινήσουν τα καράβια για την Τροία. 🌬️
Ο Αγαμέμνονας
Όσοι προέρχονταν από την καλά οχυρωμένη πόλη των Μυκηνών […] είχαν αρχηγό τον Αγαμέμνονα Ατρείδη με εκατό καράβια. Οι άνδρες του ήταν οι περισσότεροι και οι καλύτεροι όλων, ενώ αυτός ανάμεσά τους ήταν χαλκοφορεμένος και υπερήφανος, γιατί σαν καλύτερος οδηγούσε και τους πιο πολλούς άνδρες.
Όμηρος, Ιλιάδα Β 509-576, μτφ. Γ. Γιοβάνη
Όμως φύλλο δεν εσάλευε κι οι βασιλιάδες ρωτήσανε το μάντη Κάλχα να τους πει γιατί οι άνεμοι δε φυσούσαν. Εκείνος τότε είπε ότι η θεά Άρτεμη κρατούσε τους ανέμους. Είχε θυμώσει, γιατί ο Αγαμέμνονας είχε σκοτώσει το ιερό ελάφι της 🦌. Και δε θα της περνούσε ο θυμός, αν πρώτα ο Αγαμέμνονας δε θυσίαζε στο βωμό της την κόρη του, την Ιφιγένεια.
Αβάσταχτη θλίψη πλάκωσε την καρδιά του Αγαμέμνονα. Δεν ήθελε να θυσιάσει την αγαπημένη του κόρη. Μέρες θρηνούσε. Τέλος έστειλε μήνυμα στην Κλυταιμνήστρα, τη γυναίκα του, να φέρει στην Αυλίδα την Ιφιγένεια, να την παντρέψει τάχα με τον Αχιλλέα.
Όταν η Ιφιγένεια κι η μητέρα της έφτασαν στην Αυλίδα, με δάκρυα στα μάτια ο Αγαμέμνονας τους είπε την αλήθεια. Η Κλυταιμνήστρα έκλαιγε και τον παρακαλούσε να μην αφήσει να γίνει η θυσία. Η Ιφιγένεια τελικά αποφάσισε να θυσιαστεί για την πατρίδα της.
Τη μέρα της θυσίας πήγε στολισμένη στο βωμό και με θάρρος έσκυψε το κεφάλι. Κι ο μάντης Κάλχας, αφού της φόρεσε χρυσό στεφάνι στα μαλλιά, σήκωσε το μαχαίρι. Όμως εκείνη τη στιγμή η Άρτεμη ήρθε μέσα σε ένα σύννεφο, άρπαξε την κόρη και πάνω στο βωμό άφησε ένα μικρό ελάφι. Την Ιφιγένεια την πήγε μακριά στη χώρα των Ταύρων σ’ έναν από τους ναούς της. Αμέσως φύσηξε άνεμος και οι Αχαιοί κίνησαν για την Τροία.
Λίγο πριν τη θυσία
Ο αρχαίος ποιητής Ευριπίδης περιγράφει τη συγκινητική σκηνή πατέρα και κόρης, λίγο πριν τη θυσία.
Την κόρη μόλις είδε ο βασιλιάς
προς το άλσος να βαδίζει για σφαγή,
αναστενάζει, το κεφάλι γυρίζει από την άλλη,
με το ιμάτιο τα μάτια του σκεπάζει και δακρύζει.
Εκείνη τότε στάθηκε κοντά του
και μίλησε: «Πατέρα, ήρθα σ’ εσένα.
για την πατρίδα, για όλη την Ελλάδα
με τη θέλησή μου δίνω το κορμί μου,
στο βωμό της θεάς ας μ’ οδηγήσουν,
και, αφού ο χρησμός το ορίζει, ας με θυσιάσουν».Ευριπίδης, Η Ιφιγένεια στην Αυλίδα, στ. 1547-1560, μτφ. Θρ. Σταύρου (με αλλαγές)