Θουκυδίδου Ιστορίαι — Βιβλίο 1ο, Κεφάλαιο 31 📜
[1] Τὸν δ᾽ ἐνιαυτὸν πάντα τὸν μετὰ τὴν ναυμαχίαν καὶ τὸν ὕστερον οἱ Κορίνθιοι ὀργῇ φέροντες τὸν πρὸς Κερκυραίους πόλεμον ἐναυπηγοῦντο καὶ παρεσκευάζοντο τὰ κράτιστα νεῶν στόλον, ἔκ τε αὐτῆς Πελοποννήσου ἀγείροντες καὶ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος ἐρέτας, μισθῷ πείθοντες.
[2] Πυνθανόμενοι δὲ οἱ Κερκυραῖοι τὴν παρασκευὴν αὐτῶν ἐφοβοῦντο, καί (ἦσαν γὰρ οὐδενὸς Ἑλλήνων ἔνσπονδοι οὐδὲ ἐσεγράψαντο ἑαυτοὺς οὔτε ἐς τὰς Ἀθηναίων σπονδὰς οὔτε ἐς τὰς Λακεδαιμονίων) ἔδοξεν αὐτοῖς ἐλθοῦσιν ὡς τοὺς Ἀθηναίους ξυμμάχους γενέσθαι καὶ ὠφελίαν τινὰ πειρᾶσθαι ἀπ᾽ αὐτῶν εὑρίσκεσθαι.
[3] Οἱ δὲ Κορίνθιοι πυθόμενοι ταῦτα ἦλθον καὶ αὐτοὶ ἐς τὰς Ἀθήνας πρεσβευσόμενοι, ὅπως μὴ σφίσι πρὸς τῷ Κερκυραίων ναυτικῷ καὶ τὸ αὐτῶν προσγενόμενον ἐμπόδιον γένηται θέσθαι τὸν πόλεμον ᾗ βούλονται.
[4] Καταστάσης δὲ ἐκκλησίας ἐς ἀντιλογίαν ἦλθον, καὶ οἱ μὲν Κερκυραῖοι ἔλεξαν τοιάδε.
Οι Κορίνθιοι ναυπηγούν για δύο χρόνια — στρατολογούν κωπηλάτες από όλη την Ελλάδα. Οι Κερκυραίοι, που δεν είχαν ποτέ σύμμαχο, αποφασίζουν να στραφούν στην Αθήνα. Οι Κορίνθιοι ακολουθούν αμέσως. Και οι δύο μιλούν στην αθηναϊκή εκκλησία.
Η μετοχή Καταστάσης ἐκκλησίας είναι γενική απόλυτη: το υποκείμενό της (ἐκκλησίας) δεν έχει καμία συντακτική σχέση με τους όρους της κύριας πρότασης. Δηλώνει τον χρόνο («αφού συγκλήθηκε η εκκλησία»).