Ξενοφώντος Αγησίλαος — Κεφάλαιο 11, §14-16 📜
[14] Δοκεῖ δ᾽ ἔμοιγε καὶ τόδε μόνος ἀνθρώπων ἐπιδεῖξαι, ὅτι ἡ μὲν τοῦ σώματος ἰσχὺς γηράσκει, ἡ δὲ τῆς ψυχῆς ῥώμη τῶν ἀγαθῶν ἀνδρῶν ἀγήρατός ἐστιν. Ἐκεῖνος γοῦν οὐκ ἀπεῖπε μεγάλην καὶ καλὴν ἐφιέμενος <δόξαν, ἔστε> τὸ σῶμα φέρειν ἐδύνατο τὴν τῆς ψυχῆς αὐτοῦ ῥώμην.
Ο Αγησίλαος απέδειξε κάτι μοναδικό: η σωματική δύναμη γηράζει, αλλά η ψυχική ρώμη των γενναίων ανδρών δεν γερνά. Δεν σταμάτησε ποτέ να επιδιώκει τη δόξα, όσο το σώμα του αντεπεξερχόταν.
[15] Τοιγαροῦν ποίας οὐ νεότητος κρεῖττον τὸ ἐκείνου γῆρας ἐφάνη ; Τίς μὲν γὰρ τοῖς ἐχθροῖς ἀκμάζων οὕτω φοβερὸς ἦν ὡς Ἀγησίλαος τὸ μήκιστον τοῦ αἰῶνος ἔχων; Τίνος δ᾽ ἐκποδὼν γενομένου μᾶλλον ἥσθησαν οἱ πολέμιοι ἢ Ἀγησιλάου καίπερ γηραιοῦ τελευτήσαντος; Τίς δὲ συμμάχοις θάρσος παρέσχεν ὅσον Ἀγησίλαος, καίπερ ἤδη πρὸς τῷ στόματι τοῦ βίου ὤν; Τίνα δὲ νέον οἱ φίλοι πλέον ἐπόθησαν ἢ Ἀγησίλαον γηραιὸν ἀποθανόντα;
Ποια νεότητα υπήρξε ανώτερη του γήρατος του Αγησιλάου; Κανείς νέος δεν ήταν τόσο τρομερός στους εχθρούς. Κανενός τον θάνατο δεν χάρηκαν τόσο οι αντίπαλοι. Κανένας νέος δεν ποθήθηκε περισσότερο από τον γέρο Αγησίλαο.
[16] Οὕτω δὲ τελέως ὁ ἀνὴρ τῇ πατρίδι ὠφέλιμος ὢν διεγένετο ὡς καὶ τετελευτηκὼς ἤδη ἔτι μεγαλείως ὠφελῶν τὴν πόλιν εἰς τὴν ἀίδιον οἴκησιν κατηγάγετο, μνημεῖα μὲν τῆς ἑαυτοῦ ἀρετῆς ἀνὰ πᾶσαν τὴν γῆν κτησάμενος, τῆς δὲ βασιλικῆς ταφῆς ἐν τῇ πατρίδι τυχών.
Ο Αγησίλαος υπήρξε απόλυτα ωφέλιμος στην πατρίδα — ακόμα και μετά τον θάνατό του. Κατέβηκε στην αιώνια κατοικία αφήνοντας μνημεία αρετής σε ολόκληρη τη γη, τιμημένος με βασιλική ταφή στη Σπάρτη.
Ερμηνευτικό σχόλιο
Ο Ξενοφών χτίζει σκόπιμα ένα ρητορικό παράδοξο: το γήρας του Αγησιλάου παρουσιάζεται ανώτερο από κάθε νεότητα. Οι τέσσερις ρητορικές ερωτήσεις της §15 είναι συμμετρικά μοιρασμένες — δύο αφορούν τα αισθήματα των εχθρών και δύο των φίλων, δύο τον ζωντανό Αγησίλαο και δύο τον θάνατό του. Ο Ξενοφών έχει στον νου του και την εκστρατεία που έκανε ο Αγησίλαος στην Αίγυπτο, όταν ήταν πάνω από ογδόντα ετών.
Το εγκώμιο κλείνει με τη λέξη που ξεκίνησε: την αρετή. Ο Αγησίλαος παρουσιάζεται ως ο «αγαθός» βασιλιάς-στρατηγός που έμεινε αήττητος, πορτρέτο που ο Ξενοφών θα αναπτύξει πληρέστερα στον Κύρο της «Κύρου Παιδείας». Η αντίθεση σώματος και ψυχής εδώ δεν έχει ακόμη τη θρησκευτική βαρύτητα που θα αποκτήσει αργότερα· η ψυχή νοείται ως έδρα του συναισθηματικού εαυτού — του θάρρους, του πάθους, της ζωτικής ορμής.