Ξενοφώντος Ελληνικά — Βιβλίο 2ο, Κεφάλαιο 1, §16-32 📜
Ο Ξενοφών αφηγείται εδώ ένα από τα πιο κρίσιμα γεγονότα της αρχαίας ελληνικής ιστορίας: την καταστροφή του αθηναϊκού στόλου στους Αιγός ποταμούς του Ελλησπόντου, γεγονός που σφράγισε το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου. Ο συγγραφέας προσδιορίζει με σαφήνεια τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η καταστροφή, ώστε ο αναγνώστης να έχει πλήρη εποπτεία του χώρου, του χρόνου και των αιτίων. Σ' αυτό συμβάλλουν: 1) οι επιρρηματικοί προσδιορισμοί, κυρίως εμπρόθετοι, 2) το αναπτυγμένο σύστημα δευτερευουσών προτάσεων και μετοχών, 3) το ακριβές ναυτικό και στρατιωτικό λεξιλόγιο. Η αφήγηση μοιράζεται ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές, τους Αθηναίους και τους Λακεδαιμονίους, με κυρίαρχη προσωπικότητα τον Λύσανδρο.
Όλο το κείμενο δένεται με τον σύνδεσμο δέ σε μεταβατική χρήση, όχι αντιθετική· κάθε φορά που εμφανίζεται, σηματοδοτεί ένα νέο βήμα στη συνέχεια του λόγου, δίνοντας στο απόσπασμα μια αίσθηση αδιάκοπης ροής των γεγονότων.
[16] Oἱ δ' Ἀθηναῖοι ἐκ τῆς Σάμου ὁρμώμενοι τὴν βασιλέως κακῶς ἐποίουν, καὶ ἐπὶ τὴν Χίον καὶ τὴν Ἔφεσον ἐπέπλεον, καὶ παρεσκευάζοντο πρὸς ναυμαχίαν, καὶ στρατηγοὺς πρὸς τοῖς ὑπάρχουσι προσείλοντο Μένανδρον, Τυδέα, Κηφισόδοτον.
Η φράση «τὴν βασιλέως κακῶς ἐποίουν» πρέπει να διαβαστεί μαζί με το «ἡ γὰρ Ἀσία πολεμία αὐτοῖς ἦν» του §18: η περσική πολιτική, με τον σατράπη της Λυδίας Κύρο, βοηθούσε πλέον σταθερά τους Σπαρτιάτες εναντίον των Αθηναίων. Γι' αυτό η Μικρά Ασία ήταν εχθρικό έδαφος για τον αθηναϊκό στόλο, ενώ η Λάμψακος και η Άβυδος βοηθούσαν πρόθυμα τον Λύσανδρο.
[17] Λύσανδρος δ' ἐκ τῆς Ῥόδου παρὰ τὴν Ἰωνίαν ἐκπλεῖ πρὸς τὸν Ἑλλήσποντον πρός τε τῶν πλοίων τὸν ἔκπλουν καὶ ἐπὶ τὰς ἀφεστηκυίας αὐτῶν πόλεις Ἀνήγοντο δὲ καὶ οἱ Ἀθηναῖοι ἐκ τῆς Χίου πελάγιοι· ἡ γὰρ Ἀσία πολεμία αὐτοῖς ἦν.
Το «πρὸς τὸν ἔκπλουν τῶν πλοίων» δεν αναφέρεται σε πολεμικά πλοία, αλλά κυρίως στα εμπορικά πλοία που μετέφεραν σιτηρά μέσω του Ελλησπόντου προς την πολιορκημένη οικονομικά Αθήνα· ο Λύσανδρος ήθελε να κλείσει αυτή τη ζωτική οδό εφοδιασμού. Παρατηρήστε πώς σε μία και μόνη πρόταση τριών περίπου γραμμών ο Ξενοφών προσδιορίζει τις κινήσεις του Λυσάνδρου ως προς την αφετηρία (ἐκ τῆς Ῥόδου), την πορεία (παρὰ τὴν Ἰωνίαν), την κατεύθυνση (πρὸς τὸν Ἑλλήσποντον) και τον σκοπό (πρός τε τῶν πλοίων τὸν ἔκπλουν καὶ ἐπὶ τὰς ἀφεστηκυίας πόλεις) — χαρακτηριστικό δείγμα της οικονομίας του εμπρόθετου λόγου στον Ξενοφώντα.
[18] Λύσανδρος δ' ἐξ Ἀβύδου παρέπλει εἰς Λάμψακον σύμμαχον οὖσαν Ἀθηναίων καὶ οἱ Ἀβυδηνοὶ καὶ οἱ ἄλλοι παρῆσαν πεζῇ· ἡγεῖτο δὲ Θώραξ Λακεδαιμόνιος.
[19] Προσβαλόντες δὲ τῇ πόλει αἱροῦσι κατὰ κράτος, καὶ διήρπασαν οἱ στρατιῶται οὖσαν πλουσίαν καὶ οἴνου καὶ σίτου καὶ τῶν ἄλλων ἐπιτηδείων πλήρη· τὰ δὲ ἐλεύθερα σώματα πάντα ἀφῆκε Λύσανδρος.
Τα εκστρατευτικά σώματα της αρχαιότητας δεν διέθεταν οργανωμένο «σώμα εφοδιασμού» όπως οι σύγχρονοι στρατοί. Έπρεπε να εξασφαλίζουν μόνα τους τη συντήρησή τους: είτε με αρπαγή και λεηλασία, όπως έκαναν οι Λακεδαιμόνιοι στη Λάμψακο, είτε αγοράζοντας τρόφιμα από την τοπική αγορά, όπως έκαναν οι Αθηναίοι στη βόρεια ακτή του Ελλησπόντου (πρβλ. §20 «ἀριστοποιουμένοις», §21 «ἐπισιτισάμενοι... ἐδειπνοποιοῦντο», §25 «τὰ ἐπιτήδεια ἐκ Σηστοῦ μετιόντας»). Ο τρόπος επισιτισμού των δύο αντιπάλων αποδείχτηκε καθοριστικός για την έκβαση της σύγκρουσης: η ανάγκη των Αθηναίων να ψωνίζουν μακριά από τα πλοία τούς άφησε εκτεθειμένους.
Παρότι οι στρατιώτες λεηλάτησαν την περιουσία της Λαμψάκου, ο Λύσανδρος άφησε ελεύθερους όλους τους πολίτες («τὰ ἐλεύθερα σώματα»). Η επιλογή αυτή δεν ήταν τυχαία επιείκεια, αλλά υπολογισμένη πολιτική: δεν ήθελε να αποξενώσει εντελώς τους πληθυσμούς της περιοχής, ώστε να διατηρήσει τη στρατηγική τους συμμαχία.
[20] Οἱ δ' Ἀθηναῖοι κατὰ πόδας πλέοντες ὡρμίσαντο τῆς Χερρονήσου ἐν Ἐλαιοῦντι ναυσὶν ὀγδοήκοντα καὶ ἑκατόν. Ἐνταῦθα δὴ ἀριστοποιουμένοις αὐτοῖς ἀγγέλλεται τὰ περὶ Λάμψακον, καὶ εὐθὺς ἀνήχθησαν εἰς Σηστόν.
[21] Ἐκεῖθεν δ' εὐθὺς ἐπισιτισάμενοι ἔπλευσαν εἰς Αἰγὸς ποταμοὺς ἀντίον τῆς Λαμψάκου διεῖχε δ' ὁ Ἑλλήσποντος ταύτῃ σταδίους ὡς πεντεκαίδεκα. Ἐνταῦθα δὴ ἐδειπνοποιοῦντο.
Οι αρχικές κινήσεις των αντιπάλων (§16-18) δίνονται κυρίως σε χρόνο παρατατικό (ὁρμώμενοι... ἐποίουν, ἐπέπλεον, παρεσκευάζοντο) — έτσι αποκτούν εύρος και διάρκεια, σαν εικόνα μιας παρατεταμένης κατάστασης. Όταν όμως οι δύο στόλοι πλησιάζουν (§20 κ.ε.) η αφήγηση περνά σε αόριστο· οι αντίπαλοι επισπεύδουν τη σύγκρουσή τους και η δράση επιταχύνεται. Η κατάληψη της Λαμψάκου (§19) δίνεται μάλιστα με ιδιαίτερη ζωηρότητα σε ιστορικό ενεστώτα («αἱροῦσι κατὰ κράτος»), τεχνική που φέρνει τον αναγνώστη πιο κοντά στη δράση.
[22] Λύσανδρος δὲ τῇ ἐπιούσῃ νυκτί, ἐπεὶ ὄρθρος ἦν, ἐσήμηνεν εἰς τὰς ναῦς ἀριστοποιησαμένους εἰσβαίνειν, πάντα δὲ παρασκευασάμενος ὡς εἰς ναυμαχίαν καὶ τὰ παραβλήματα παραβάλλων, προεῖπεν ὡς μηδεὶς κινήσοιτο ἐκ τῆς τάξεως μηδὲ ἀνάξοιτο.
[23] Οἱ δὲ Ἀθηναῖοι ἅμα τῷ ἡλίῳ ἀνίσχοντι ἐπὶ τῷ λιμένι παρετάξαντο ἐν μετώπῳ ὡς εἰς ναυμαχίαν Ἐπεὶ δὲ οὐκ ἀντανήγαγε Λύσανδρος, καὶ τῆς ἡμέρας ὀψὲ ἦν, ἀπέπλευσαν πάλιν εἰς τοὺς Αἰγὸς ποταμούς.
[24] Λύσανδρος δὲ τὰς ταχίστας τῶν νεῶν ἐκέλευσεν ἕπεσθαι τοῖς Ἀθηναίοις, ἐπειδὰν δὲ ἐκβῶσι, κατιδόντας ὅ τι ποιοῦσιν ἀποπλεῖν καὶ αὐτῷ ἐξαγγεῖλαι. Καὶ οὐ πρότερον ἐξεβίβασεν ἐκ τῶν νεῶν πρὶν αὗται ἧκον. Ταῦτα δ' ἐποίει τέτταρας ἡμέρας· καὶ οἱ Ἀθηναῖοι ἐπανήγοντο.
Οι Αθηναίοι ξεκινούν από τη Σάμο λεηλατώντας περσική γη. Ο Λύσανδρος πλέει στον Ελλήσποντο και κυριεύει τη Λάμψακο. Οι Αθηναίοι με 180 πλοία αγκυροβολούν στους Αιγός ποταμούς, απέναντι ακριβώς.
Ο Λύσανδρος ετοιμάζεται αλλά δεν αντεπιτίθεται — στέλνει κατασκόπους να παρακολουθούν τους Αθηναίους. Αυτό επαναλαμβάνεται τέσσερις μέρες. Πρόκειται για συστηματική παγίδα: ο Σπαρτιάτης ναύαρχος περιμένει υπομονετικά τη στιγμή που ο εχθρός θα χαλαρώσει την επαγρύπνησή του.
[25] Ἀλκιβιάδης δὲ κατιδὼν ἐκ τῶν τειχῶν τοὺς μὲν Ἀθηναίους ἐν αἰγιαλῷ ὁρμοῦντας καὶ πρὸς οὐδεμιᾷ πόλει, τὰ δ' ἐπιτήδεια ἐκ Σηστοῦ μετιόντας πεντεκαίδεκα σταδίους ἀπὸ τῶν νεῶν, τοὺς δὲ πολεμίους ἐν λιμένι καὶ πρὸς πόλει ἔχοντας πάντα, οὐκ ἐν καλῷ ἔφη αὐτοὺς ὁρμεῖν, ἀλλὰ μεθορμίσαι εἰς Σηστὸν παρῄνει πρός τε λιμένα καὶ πρὸς πόλιν· οὗ ὄντες ναυμαχήσετε, ἔφη, ὅταν βούλησθε.
Ο Αλκιβιάδης, μετά την καθαίρεση και την αυτοεξορία του, είχε εγκατασταθεί σε ιδιόκτητο πύργο κοντά στη Σηστό — γι' αυτό μπόρεσε να παρακολουθεί από τα τείχη τις κινήσεις και των δύο στόλων με στρατηγική ματιά έμπειρου στρατηγού, παρότι δεν είχε πια καμία επίσημη εξουσία.
[26] Οἱ δὲ στρατηγοί, μάλιστα δὲ Τυδεὺς καὶ Μένανδρος, ἀπιέναι αὐτὸν ἐκέλευσαν· αὐτοὶ γὰρ νῦν στρατηγεῖν, οὐκ ἐκεῖνον. Καὶ ὁ μὲν ᾤχετο.
Σε αυτή την παράγραφο φαίνεται χαρακτηριστικά πόσο βοηθούν οι μετοχές να δοθεί —πέρα από τη σαφήνεια— και το βάθος των ενεργειών: ο Ξενοφών οργανώνει τον λόγο του ώστε να έχει τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια και συντομία. Τα δεδομένα στα οποία στηρίζει ο Αλκιβιάδης τις απόψεις και τις συμβουλές του (οὐκ ἐν καλῷ ἔφη..., παρῄνει, ἔφη) δηλώνονται με μετοχές: κατιδών... ὁρμοῦντας... μετιόντας... ἔχοντας. Η απεγνωσμένη προσπάθειά του να πείσει τους Αθηναίους στρατηγούς να αλλάξουν λιμάνι δηλώνεται με τη χρήση του παρατατικού (παρῄνει) και κυρίως με την ξαφνική εμφάνιση ζωντανού ευθέος λόγου («οὗ ὄντες ναυμαχήσετε, ἔφη, ὅταν βούλησθε»), όπου περικλείεται το βασικό του επιχείρημα.
Ο Αλκιβιάδης παρατηρεί τα τρωτά σημεία της αθηναϊκής θέσης και συμβουλεύει μετακίνηση στη Σηστό. Οι στρατηγοί, με αλαζονική βεβαιότητα, τον διώχνουν αντί να αξιοποιήσουν την πολύτιμη εμπειρία του — μια απόφαση που αποδείχτηκε μοιραία.
[27] Λύσανδρος δ', ἐπεὶ ἦν ἡμέρα πέμπτη ἐπιπλέουσι τοῖς Ἀθηναίοις, εἶπε τοῖς παρ' αὐτοῦ ἑπομένοις, ἐπὰν κατίδωσιν αὐτοὺς ἐκβεβηκότας καὶ ἐσκεδασμένους κατὰ τὴν Χερρόνησον, (ὅπερ ἐποίουν πολὺ μᾶλλον καθ' ἑκάστην ἡμέραν τά τε σιτία πόρρωθεν ὠνούμενοι καὶ καταφρονοῦντες δὴ τοῦ Λυσάνδρου, ὅτι οὐκ ἀντανῆγεν), ἀποπλέοντας τοὔμπαλιν παρ' αὐτὸν ἆραι ἀσπίδα κατὰ μέσον τὸν πλοῦν. Οἱ δὲ ταῦτα ἐποίησαν ὡς ἐκέλευσε.
Ο Λύσανδρος εκμεταλλεύεται τη ρουτίνα: πέντε μέρες αδράνειας σπρώχνουν τους Αθηναίους σε αμέλεια. Το σήμα με την ασπίδα θα σημάνει την επίθεση — ένα απλό αλλά αποτελεσματικό στρατήγημα βασισμένο στην ψυχολογική χαλάρωση του αντιπάλου.
[28] Λύσανδρος δ' εὐθὺς ἐσήμηνε τὴν ταχίστην πλεῖν, συμπαρῄει δὲ καὶ Θώραξ τὸ πεζὸν ἔχων. Κόνων δὲ ἰδὼν τὸν ἐπίπλουν, ἐσήμηνεν εἰς τὰς ναῦς βοηθεῖν κατὰ κράτος.
[29] Διεσκεδασμένων δὲ τῶν ἀνθρώπων, αἱ μὲν τῶν νεῶν δίκροτοι ἦσαν, αἱ δὲ μονόκροτοι, αἱ δὲ παντελῶς κεναί· ἡ δὲ Κόνωνος καὶ ἄλλαι περὶ αὐτὸν ἑπτὰ πλήρεις ἀνήχθησαν ἁθρόαι καὶ ἡ Πάραλος, τὰς δ' ἄλλας πάσας Λύσανδρος ἔλαβε πρὸς τῇ γῇ. Τοὺς δὲ πλείστους ἄνδρας ἐν τῇ γῇ συνέλεξεν· οἱ δὲ καὶ ἔφυγον εἰς τὰ τειχύδρια. Κόνων δὲ ταῖς ἐννέα ναυσὶ φεύγων, ἐπεὶ ἔγνω τῶν Ἀθηναίων τὰ πράγματα διεφθαρμένα, κατασχὼν ἐπὶ τὴν Ἀβαρνίδα τὴν Λαμψάκου ἄκραν ἔλαβεν αὐτόθεν τὰ μεγάλα τῶν Λυσάνδρου νεῶν ἱστία, καὶ αὐτὸς μὲν ὀκτὼ ναυσὶν ἀπέπλευσε παρ' Εὐαγόραν εἰς Κύπρον, ἡ δὲ Πάραλος εἰς τὰς Ἀθήνας ἀπαγγελοῦσα τὰ γεγονότα.
Η Πάραλος ήταν ένα από τα δύο ταχύπλοα, ιερά πλοία των Αθηναίων (το άλλο ήταν η Σαλαμινία) που χρησιμοποιούνταν για διπλωματικές και άλλες, όχι πολεμικές, αποστολές. Το ότι διέφυγε άθικτη μαζί με τα λίγα πλοία του Κόνωνα την κατέστησε τον φορέα της πιο δραματικής είδησης στην ιστορία της Αθήνας: την αναγγελία της ολικής καταστροφής του στόλου.
Ο Ευαγόρας ήταν ο σημαντικότερος βασιλιάς της Κύπρου (411-373 π.Χ.) και σύμμαχος των Αθηναίων· εκεί κατέφυγε ο Κόνων μετά την ήττα, αναζητώντας ασφαλές καταφύγιο μακριά από τον σπαρτιατικό έλεγχο του Αιγαίου.
Ο αιφνιδιασμός πετυχαίνει: τα περισσότερα αθηναϊκά πλοία είναι άδεια ή μερικώς επανδρωμένα. Ο Κόνων σώζεται με 9 πλοία — τα υπόλοιπα (σχεδόν 170) χάνονται. Η Πάραλος φέρνει τα δυσάρεστα νέα στην Αθήνα.
[30] Λύσανδρος δὲ τάς τε ναῦς καὶ τοὺς αἰχμαλώτους καὶ τἆλλα πάντα εἰς Λάμψακον ἀπήγαγεν, ἔλαβε δὲ καὶ τῶν στρατηγῶν ἄλλους τε καὶ Φιλοκλέα καὶ Ἀδείμαντον. Ἧι δ' ἡμέρᾳ ταῦτα κατειργάσατο, ἔπεμψε Θεόπομπον τὸν Μιλήσιον λῃστὴν εἰς Λακεδαίμονα ἀπαγγελοῦντα τὰ γεγονότα, ὃς ἀφικόμενος τριταῖος ἀπήγγειλε.
Η πειρατεία ήταν διαδεδομένη στην αρχαιότητα, ιδιαίτερα σε περιόδους ταραγμένες σαν αυτή. Ακόμη κι αν η συνεργασία του Μιλήσιου πειρατή Θεόπομπου δεν ήταν απόλυτα «εθελοντική», οι Σπαρτιάτες είχαν πλέον αρκετά χρήματα —χάρη στη γενναιόδωρη χρηματοδότηση του Κύρου— για να πληρώνουν μισθοφόρους αλλά και να εξαγοράζουν όποιον τους φαινόταν χρήσιμος, όπως έναν έμπειρο θαλασσοπόρο πειρατή για μια επείγουσα αποστολή.
[31] Μετὰ δὲ ταῦτα Λύσανδρος ἁθροίσας τοὺς συμμάχους ἐκέλευσε βουλεύεσθαι περὶ τῶν αἰχμαλώτων. Ἐνταῦθα δὴ κατηγορίαι ἐγίγνοντο πολλαὶ τῶν Ἀθηναίων, ἅ τε ἤδη παρενενομήκεσαν καὶ ἃ ἐψηφισμένοι ἦσαν ποιεῖν, εἰ κρατήσειαν τῇ ναυμαχίᾳ, τὴν δεξιὰν χεῖρα ἀποκόπτειν τῶν ζωγρηθέντων πάντων, καὶ ὅτι λαβόντες δύο τριήρεις, Κορινθίαν καὶ Ἀνδρίαν, τοὺς ἄνδρας ἐξ αὐτῶν πάντας κατακρημνίσειαν. Φιλοκλῆς δ' ἦν στρατηγὸς τῶν Ἀθηναίων, ὃς τούτους διέφθειρεν.
Η «παρανομία» των Αθηναίων δεν έγκειται σε παράβαση γραπτών νόμων ή συμφωνιών ανάμεσα στους εμπόλεμους, αλλά στην παραβίαση άγραφων, πανελλήνια καθιερωμένων εθίμων για την τύχη ομήρων και αιχμαλώτων πολέμου. Γι' αυτό κατηγορήθηκαν οι Αθηναίοι, και ειδικότερα ο Φιλοκλής, ως εγκληματίες πολέμου — μια κατηγορία που θυμίζει έντονα τις σύγχρονες αντιλήψεις για τους κανόνες πολέμου.
Άλλες πηγές, όπως ο Πλούταρχος («Λύσανδρος», κεφ. 9), αναφέρουν ότι οι Αθηναίοι είχαν αποφασίσει να κόψουν όχι ολόκληρο το χέρι αλλά τον αντίχειρα του δεξιού χεριού των αιχμαλώτων, ώστε αυτοί να μην μπορούν πια να κρατήσουν δόρυ (άρα να μην ξαναπολεμήσουν), αλλά να μπορούν να κρατούν κουπί — δηλαδή να χρησιμοποιηθούν αναγκαστικά ως κωπηλάτες στα αθηναϊκά πλοία.
[32] Ἐλέγετο δὲ καὶ ἄλλα πολλά, καὶ ἔδοξεν ἀποκτεῖναι τῶν αἰχμαλώτων ὅσοι ἦσαν Ἀθηναῖοι πλὴν Ἀδειμάντου, ὅτι μόνος ἐπελάβετο ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ περὶ τῆς ἀποτομῆς τῶν χειρῶν ψηφίσματος· ᾐτιάθη μέντοι ὑπό τινων προδοῦναι τὰς ναῦς. Λύσανδρος δὲ Φιλοκλέα πρῶτον ἐρωτήσας, ὃς τοὺς Ἀνδρίους καὶ Κορινθίους κατεκρήμνισε, τί εἴη ἄξιος παθεῖν ἀρξάμενος εἰς Ἕλληνας παρανομεῖν, ἀπέσφαξεν.
Το πρώτο κεφάλαιο του Β' βιβλίου των «Ελληνικών» κλείνει με τον θρίαμβο του Λυσάνδρου και την εκτέλεση των Αθηναίων αιχμαλώτων. Χαρακτηριστική και απάνθρωπη είναι η τελευταία λέξη του κεφαλαίου: ὁ ἐπιστολεὺς του Σπαρτιατικού στόλου έσφαξε με τα ίδια του τα χέρια τον Αθηναίο στρατηγό Φιλοκλή. Ο Ξενοφών χρησιμοποιεί σύντομες περιόδους (με τη σύνδεση του μεταβατικού δέ) και φωτίζει εντυπωσιακές λεπτομέρειες των δραματικών γεγονότων, χωρίς περιττά σχόλια — αφήνει τα ίδια τα γεγονότα να μιλήσουν.
Μόνο οι Αθηναίοι αιχμάλωτοι καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν. Οι υπόλοιποι, από συμμαχικές πόλεις και μισθοφόροι, αφέθηκαν να γυρίσουν στις πόλεις τους. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των μελετητών του Ξενοφώντα, με βάση τις αρχαίες πηγές, ο αριθμός των εκτελεσθέντων ήταν τουλάχιστον τρεις χιλιάδες.
Ο Αδείμαντος ήταν ο μόνος ρήτορας/πολιτικός που αντιτάχθηκε στη σκληρή και απάνθρωπη πρόταση του ακρωτηριασμού των αντιπάλων. Η πρόταση όμως εγκρίθηκε τελικά από τη συνέλευση, αν και δεν εφαρμόστηκε ποτέ στην πράξη, γιατί οι Αθηναίοι βρέθηκαν στη θέση των ηττημένων. Το ψήφισμα πάντως αποσκοπούσε στο να ανακόψει το ρεύμα των λιποτακτών και όσων προσχωρούσαν στις τάξεις του σπαρτιατικού ναυτικού, δελεασμένοι από τα χρήματα του Κύρου. Ο Αδείμαντος γλίτωσε τη θανατική καταδίκη λόγω αυτής της ανθρώπινης στάσης του, αλλά ο Ξενοφών καταγράφει και μια άλλη εξήγηση: κατηγορήθηκε από μερικούς ότι είχε προδώσει τον στόλο των Αθηναίων στους Λακεδαιμονίους — μια διάδοση που βρήκε μεγάλη απήχηση στην κοινή γνώμη της Αθήνας, καθώς εξηγούσε την ήττα ως αποτέλεσμα προδοσίας κι όχι απλής στρατηγικής αστοχίας.