1. Γλωσσάριο Αρχαίων Όρων
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Λεξιλόγιο 📖


Πώς να χρησιμοποιήσεις αυτό το γλωσσάρι

Οι όροι είναι ταξινομημένοι αλφαβητικά, με βάση το αρχικό γράμμα της αρχαίας λέξης. Πολλά λήμματα δεν είναι μεμονωμένες λέξεις αλλά ολόκληρες εκφράσεις (π.χ. κατὰ κράτος), που μεταφράζονται ως σύνολο και όχι λέξη προς λέξη.

Α

  • ἀγαθός: γενναίος, ευγενής, καλός, ενάρετος
  • ἄγαμαι: θαυμάζω
  • ἄγαν: πάρα πολύ, υπερβολικά
  • ἀγαστός: θαυμαστός
  • ἀγείρω: συγκεντρώνω, συναθροίζω
  • ἀγοράζω: βρίσκομαι στην αγορά
  • ἀγώγιμός εἰμι: οδηγούμαι
  • ἀδεῶς: άφοβα
  • ἀέναος: συνεχής, αιώνιος
  • ἁθρόος, ἁθρόοι: συγκεντρωμένος, όλοι μαζί
  • ἀθυμῶ (-έω): είμαι άθυμος, βαρύθυμος
  • αἰγιαλός: ανοιχτή παραλία
  • ἀίδιος: αιώνιος
  • αἰδοῦμαι (-έομαι): σέβομαι, ντρέπομαι
  • αἰκία: εξαθλίωση, δυστυχία
  • αἱρῶ (-έω): συλλαμβάνω, κυριεύω
  • αἴρω ναῦς: απομακρύνω τα πλοία
  • αἴσχιστος: άσχημος, κακοήθης
  • αἴτιος: υπαίτιος
  • αἰών: χρονικό διάστημα της ζωής
  • αἰωροῦμαι (-έομαι): κινδυνεύω
  • ἀκάτιον: μικρό πλοίο
  • ἄκρα: το ακρωτήριο
  • ἀκροβολίζομαι: αψιμαχώ
  • ἄκων: χωρίς τη θέλησή του
  • ἀλγεινός: οδυνηρός, λυπηρός
  • ἁλίσκομαι: παθητικός τύπος του αἱρῶ
  • ἄλλοθι: αλλού
  • ἁμαρτάνω τινός: αστοχώ
  • ἀναγκαῖος: απαραίτητος, συγγενής
  • ἀνάγω: βγάζω στο πέλαγος
  • ἀνάγομαι: βγαίνω στο πέλαγος
  • ἀναγωγή: αναχώρηση, απόπλους
  • ἀναιροῦμαι τοὺς νεκρούς: σηκώνω τους νεκρούς
  • ἀναιρῶ: αποκρίνομαι, δίδω χρησμό
  • ἀνάλωτος: απόρθητος
  • ἀναπείθω: μεταπείθω
  • ἀνάστασις: διάλυση του στρατοπέδου
  • ἀναστρέφομαι: περιφέρομαι
  • ἀνδραποδίζω: υποδουλώνω
  • ἀνεπίκλητος: ανεπίληπτος, άψογος
  • ἀνεπίφθονος: άμεμπτος
  • ἀνθυπάγω: κάνω αντιμήνυση
  • ἀνίστημί τι/τινα: στήνω όρθιο, εγείρω
  • ἀνίσχω: σηκώνω ψηλά
  • ἄνοσος: χωρίς αρρώστια
  • ἀντανάγω: επιτίθεμαι εναντίον
  • ἀντεμπίμπλημι: γεμίζω
  • ἀντέχω: βαστώ, επιμένω
  • ἀντιβολία: παράκληση, ικεσία
  • ἀντικάθημαι: στρατοπεδεύω απέναντι
  • ἀντικόπτω: αντιδρώ
  • ἀντιλογία: αντιπαράθεση λόγων
  • ἀντίον: απέναντι
  • ἀντιποιοῦμαι: διεκδικώ, ανταποδίδω
  • ἀντίπροικα: φτηνά
  • ἀντιστρατοπεδεύομαι: όπως το ἀντικάθημαι
  • ἀντόμνυμι: ορκίζομαι και εγώ
  • ἀξιόχρεως: αξιόλογος, μεγαλεπήβολος
  • ἀξιῶ (-όω): αξιώνω, θεωρώ δίκαιο
  • ἀπαγγέλλω: αναγγέλλω, αναφέρω
  • ἀπάγχομαι: απαγχονίζομαι
  • ἀπαθής: χωρίς αισθήματα, αβλαβής
  • ἀπεῖπον: κουράζομαι
  • ἄπιστος: απίστευτος
  • ἀποδείκνυμι νόμους: δημοσιεύω νόμους
  • ἀποδίδομαι: πωλώ
  • ἀποκομίζομαι: αποσύρομαι, αποχωρώ
  • ἀποκτείνω: σκοτώνω
  • ἀπολείπω: αποχωρίζομαι
  • ἀπόλειψις: εγκατάλειψη
  • ἀπόλλυμι: καταστρέφω, φονεύω
  • ἀποσημαίνομαί τινα: προγράφω κάποιον
  • ἀποσπῶμαι (-άομαι): απομακρύνομαι
  • ἀποτειχίζω: αποκλείω με τείχος
  • ἀποφεύγω: απαλλάσσομαι, αθωώνομαι
  • ἀποχρῶμαι τινα: σκοτώνω
  • ἀποχρώντως: αρκετά, ικανοποιητικά
  • ἀποχώννυμι: αποφράζω με επιχωμάτωση
  • ἆραι: σηκώνω (αόριστος του αἴρω)
  • ἀριστοποιοῦμαι: προγευματίζω
  • ἁρμοστής: Σπαρτιάτης διοικητής
  • ἄρχω τινός: αρχίζω κάτι πρώτος
  • ἄστυ: η πόλη της Αθήνας
  • ἀσφάλεια: εγγύηση για ασφαλή πορεία
  • αὐλητρίς: γυναίκα που παίζει αυλό
  • αὐλῶ: παίζω αυλό
  • αὐτοβοεί: με τον πρώτο αλαλαγμό
  • αὐτοκράτωρ (-ορος): με απόλυτη εξουσία
  • αὐτόμολος: που αυτομολεί στις τάξεις του εχθρού
  • αὔχημα: καύχημα
  • ἀφηγοῦμαι: οδηγώ
  • ἀφικνοῦμαι (-έομαι): φτάνω
  • ἄφιππος: ακατάλληλος για ιππασία
  • ἀφίσταμαί τινος: απομακρύνομαι, αποστατώ
  • ἄχθομαι: αγανακτώ

Β

  • βάλλω: κτυπώ
  • βαρύς (-έος): ενοχλητικός
  • βοηθῶ (-έω): τρέχω εναντίον, βοηθώ
  • βουλεύομαι: συσκέπτομαι, αποφασίζω
  • βούλομαι: θέλω

Γ

  • γέρας: βραβείο
  • γιγνώσκω: γνωρίζω, σχηματίζω γνώμη
  • γνώμη: κρίση, εξυπνάδα
  • γοῦν: πραγματικά
  • γυμνοπαιδία: γιορτή στη Σπάρτη

Δ

  • δάκνω: δαγκώνω
  • δεῖ: πρέπει
  • δείδω: φοβούμαι
  • δεκατεύω: επιβάλλω το φόρο της δεκάτης
  • δέος: φόβος
  • δέω-δῶ: δένω, φυλακίζω
  • δέω: έχω ανάγκη, απέχω
  • δέομαί τινος: έχω ανάγκη, παρακαλώ
  • δῆμος: οι δημοκρατικοί
  • δημόσιον: η πολιτεία, το δημόσιο ταμείο
  • δή: έτσι λοιπόν
  • δήσαντες: δένω (μετοχή αορίστου)
  • δῆτα: βέβαια
  • δῃῶ (-όω): λεηλατώ, ερημώνω
  • διαβάλλω: διασχίζω
  • διαδιδράσκω: διαφεύγω, δραπετεύω
  • διαθρύπτομαι: συντρίβομαι
  • διακομιδή: διαπεραίωση, μεταφορά
  • διαλλάσσω: συμφιλιώνω
  • διασκεδάννυμι: διασκορπίζω
  • διατρίβω: περνώ τον καιρό μου
  • διαφθείρω: καταστρέφω
  • διδάσκω: εξηγώ
  • δίδωμι δίκας: δέχομαι διαιτησία
  • διέχω: έχω πλάτος, είμαι σε απόσταση
  • διῆκε: απολύω (αόριστος του διίημι)
  • διήκω: εκτείνομαι από... μέχρι...
  • δίκροτος: με δύο σειρές κωπηλατών
  • διώκω: επιδιώκω, καταδιώκω
  • δόγμα: απόφαση
  • δοκῶ: νομίζω, φαίνομαι
  • δόξα: γνώμη, φήμη
  • δρόμος: τρέξιμο
  • δύσιππος: δύσβατος στο ιππικό
  • δυνατοί: οι ολιγαρχικοί

Ε

  • ἔγκλημα: κατηγορία
  • ἐγχειρίδιον: μαχαίρι
  • ἐγχειρῶ (-έω): επιχειρώ κάτι
  • ἐγχωρεῖ: επιτρέπεται να
  • ἐθελοπρόξενος: ο εθελοντής πρόξενος
  • εἰδώς: γνώριμος (μετοχή του οἶδα)
  • εἰκός ἐστί: είναι φυσικό
  • εἶμι: πηγαίνω, έρχομαι
  • εἰρηναῖον: φιλειρηνική απάντηση
  • ἐκβιβάζω: βγάζω, αποβιβάζω
  • ἐκκλησία: συγκέντρωση πολιτών
  • ἔκκλητοι: η επιτροπή στη Σπάρτη
  • ἐκκρεμάννυμαι: κρέμομαι από κάποιον
  • ἐκκρίνομαι: επιλέγομαι
  • ἐκπλέω: φεύγω με πλοίο
  • ἐκποδών: έξω/μακριά από τα πόδια
  • ἐκπολιορκῶ (-έω): κυριεύω δια πολιορκίας
  • ἐκπονοῦμαι: εξοπλίζομαι
  • ἔκπωμα: το ποτήρι, κύπελλο
  • ἔκσπονδος: ο εκτός συνθηκών
  • ἐλεύθερος: ελεύθερος πολίτης
  • ἐμπεδορκῶ (-έω): μένω πιστός στον όρκο
  • ἐμπεδῶ (-έω): εφαρμόζω
  • ἐμπίμπλημί τί τινος: γεμίζω κάτι με κάτι
  • ἐμπίμπρημι: καίω
  • ἐμπλέοντες: οι επιβάτες
  • ἐνάλλομαι: ορμώ εναντίον
  • ἔνδεια: έλλειψη
  • ἔνδον: εντός, μέσα
  • ἐνίσταμαι: αντιστέκομαι
  • ἔνσπονδος: ο σύμμαχος
  • ἐξαιρῶ (-έω): αφανίζω
  • ἐξανδραποδίζω: ανδραποδίζω εντελώς
  • ἐξανίστημι: διώχνω, μετακινώ
  • ἐξαπιναίως: ξαφνικά, αιφνιδιαστικά
  • ἐξαρτύω: ετοιμάζω, οργανώνω
  • ἐξάρχω: αρχίζω
  • ἐξελαύνω: διώχνω
  • ἔξεστι: επιτρέπεται, είναι δυνατόν
  • ἐξικνοῦμαί τινος: φτάνω κάποιον
  • ἐξοικίζω: διώχνω από τον τόπο
  • ἐξόν: μετοχή του ἔξεστι
  • ἔοικα: μοιάζω
  • ἐπαινῶ (-έω): επιδοκιμάζω, εγκρίνω
  • ἐπαμύνω: σπεύδω να βοηθήσω
  • ἐπανάγομαι: ξαναβγαίνω στο πέλαγος
  • ἔπειμι: επιτίθεμαι
  • ἔπηλυς: ο ξένος
  • ἐπήρεια: περιφρονητική συμπεριφορά
  • ἐπιβοηθῶ (-έω): σπεύδω να βοηθήσω
  • ἐπιβοῶμαι (-άομαι): φωνάζω μεγαλόφωνα
  • ἐπιγίγνομαι: ακολουθώ
  • ἐπιδημῶ: βρίσκομαι στην πόλη
  • ἐπιθειασμός: επίκληση των θεών
  • ἐπικυρῶ (-όω): επικυρώνω
  • ἐπιλανθάνομαι: ξεχνώ
  • ἐπιοῦσα: η επόμενη (νύξ/ἡμέρα)
  • ἐπιμαχία: αμυντική συμμαχία
  • ἐπίνειον: παραθαλάσσιος οικισμός
  • ἐπιπλέω: πλέω εναντίον
  • ἐπίπλους (-οος): επίθεση με πλοία
  • ἐπιρρώννυμαι: παίρνω δύναμη
  • ἐπισιτίζομαι: εφοδιάζομαι με τροφές
  • ἐπίσταμαι: γνωρίζω καλά
  • ἐπιστέλλω: δίνω εντολή
  • ἐπιτάσσω: δίνω εντολή
  • ἐπιτήδεια: τα εφόδια
  • ἐπιτηρῶ (-έω): καιροφυλακτώ
  • ἐπιτρέπω τινί: αφήνω την υπόθεση σε κάποιον
  • ἐπιτυγχάνω τινί: κατά τύχη συναντώ
  • ἐπιφήμισμα: κακός οιωνός
  • ἐπιφορά: επίδομα, επιμίσθιο
  • ἐπιχώριοι: οι ντόπιοι
  • ἕπομαί τινι: ακολουθώ κάποιον
  • ἐπριάμην: αγόρασα (αόριστος του ὠνοῦμαι)
  • ἐρέτης: κωπηλάτης
  • ἔρις: διαμάχη
  • ἐρρωμένος: δυνατός
  • ἐσπλέω (εἰσπλέω): μπαίνω με πλοίο
  • ἔστε: μέχρι που...
  • ἔστιν/εἰσὶν οἵ: μερικοί
  • ἐσχατιά: τα άκρα, τα σύνορα
  • ἑταιρία: φιλία, δεσμοί φίλων
  • εὐγένεια: καλή καταγωγή
  • εὐδία: καλοκαιρία
  • εὐήθης: ανόητος
  • εὐημερία: καλοκαιρία
  • εὔκλεια: καλή φήμη, δόξα
  • εὐνή: κρεβάτι
  • εὔορκος: αυτός που τηρεί τον όρκο
  • εὐπραγία: ευτυχία, ευημερία
  • εὐπρέπεια: ωραιοποίηση
  • εὐπρεπής: λαμπρός, πολυτελής
  • εὔτακτος: αυτός που τηρεί καλή τάξη
  • εὐτρεπίζω: διορθώνω, επισκευάζω
  • εὐώνυμος: αριστερός
  • ἐφίεμαι: επιθυμώ
  • ἐφίστημι: τοποθετώ
  • ἐφορεῖον: τόπος συνεδριάσεων των εφόρων
  • ἐφ' ᾧ / ἐφ' ᾧτε: με τον όρο να
  • ἔχθιστος: υπερθετικός του εχθρός
  • ἐῶ (-άω): αφήνω
  • ἕως (ἠώς): αυγή

Ζ

  • ζευγνύω ναῦς: ενισχύω με δοκάρια το κατάστρωμα του πλοίου
  • ζωγρῶ (-έω): πιάνω (κάποιον) ζωντανό

Η

  • ἡβῶ (-άω): είμαι στην ακμή της ηλικίας μου
  • ἡγοῦμαι (-έομαι): προηγούμαι, οδηγώ, διοικώ
  • ἥδομαι: ευχαριστιέμαι
  • ἡδύς: γλυκός
  • ἥκω: έχω έρθει, έρχομαι
  • ἡνίκα: όταν
  • ἡσυχάζω: μένω ουδέτερος

Θ

  • θᾶττον: συγκριτικός βαθμός του ταχέως
  • θέα: θέαμα
  • θεραπεύω: περιποιούμαι
  • θόρυβος: ταραχή, αντάρα

Ι

  • ἴδιος: ιδιαίτερος, προσωπικός
  • ἰδιώτης: απλός πολίτης
  • ἱδρύομαι: εγκαθίσταμαι
  • ἰέναι: απαρ. του εἶμι
  • ἵημι: ρίχνω
  • ἰσομοιρία: το ίσο μερίδιο
  • ἱστίον: πανί πλοίου

Κ

  • καθαιρῶ (-έω): γκρεμίζω
  • καθεύδω: κοιμάμαι
  • καθίημι: επαναφέρω εξόριστους
  • καθίσταμαί τι/τινα: εγκαθιστώ, τακτοποιώ
  • καλὸς κἀγαθός: ωραίος και γενναίος
  • κατάγω: επαναφέρω από εξορία
  • καταδύω: καταβυθίζω
  • κατακαλῶ (-έω): προσκαλώ
  • κατακοντίζω: ρίχνω ακόντια
  • κατὰ κράτος: με έφοδο, με όλες τις δυνάμεις
  • καταλέγω: στρατολογώ για τα καράβια
  • καταλείπω: αφήνω
  • κατάλογος: κατάσταση ονομάτων πολιτών
  • καταλύω πόλεμον: σταματώ τον πόλεμο
  • καταμέμφομαι: κατηγορώ
  • κατάντης (-ους): κατηφορικός
  • καταπλήσσομαι: τρομοκρατούμαι
  • κατασιωπῶμαι (-άομαι): επιβάλλω τη σιωπή
  • καταστρέφομαί τινα: υποτάσσω κάποιον
  • κατατίθεμαι: συγκεντρώνω για ασφάλεια
  • κατατίθημι: καταθέτω χρήματα
  • κατατιτρώσκω: πληγώνω θανάσιμα
  • καταψηφίζομαί τινος: καταδικάζω
  • κατέχω: κρατώ, προσορμίζομαι
  • κέραμος: κεραμίδια
  • κέρως: πτέρυγα, παράταξη
  • κηδεστία: συγγένεια εξ αγχιστείας
  • κοινόν, τό: η κυβέρνηση, η εξουσία
  • κοινωνῶ τινί τινος: συμμετέχω σε κάτι
  • κολεός: θήκη
  • κόσμος: τάξη, ευταξία
  • κοτύλη: μικρό ποτήρι ή μονάδα μέτρησης
  • κούφισις: ανακούφιση
  • κρατῶ τινα/τινος: νικώ, κυβερνώ
  • κράτιστα: με όλες τις δυνάμεις
  • κύριος: υπεύθυνος

Λ

  • λανθάνω τινά: μένω αθέατος
  • λάσιος: κατάφυτος
  • λῄζομαι: λεηλατώ
  • λιθοτομία: λατομείο
  • λιπαρός: αυτός που λάμπει
  • λόγος: επιχείρημα
  • λοιδορῶ/λοιδοροῦμαί τινα: επικρίνω, χλευάζω
  • λωφῶ (-άω): παύομαι, λήγω

Μ

  • μακρὰ τείχη: τείχη που ένωναν Αθήνα με Πειραιά
  • μαλακίζομαι: δείχνω δειλία
  • μαστεύω: αναζητώ, ερευνώ
  • μεθορμίζω: μετακινούμαι σε άλλο λιμάνι
  • μειράκιον: νεαρός
  • μέλλω: σκοπεύω να, αναβάλλω
  • μέμφομαι: κατηγορώ, επικρίνω
  • μέντοι: βέβαια, όμως
  • μεταβολή: εμπορική συναλλαγή
  • μεταγιγνώσκω: μετανοώ
  • μεταστρατοπεδεύομαι: μετατοπίζω το στρατόπεδο
  • μέτειμι τὰ ἐπιτήδεια: παίρνω τα τρόφιμα
  • μετόν (μέτεστι): έχω το δικαίωμα
  • μετοπωρινός: φθινοπωρινός
  • μέτωπον: παράταξη σε μία γραμμή
  • μισθοῦμαι ξένους: στρατολογώ μισθοφόρους
  • μονόκροτος: με μία σειρά κωπηλατών
  • μύριοι: δέκα χιλιάδες
  • μύστης: ο μυημένος στα μυστήρια

Ν

  • ναῦς κενή: τριήρης χωρίς πλήρωμα
  • ναῦς πλήρης: επανδρωμένη τριήρης
  • νεοδαμώδης: είλωτας που έγινε πολίτης Σπάρτης
  • νεώριον: ναύσταθμος
  • νεώτερον ποιῶ/νεωτερίζω: ανατρέπω την καθιερωμένη τάξη
  • νίφει: χιονίζει

Ξ

  • ξυγκαλῶ (-έω): συγκαλώ
  • ξυγκρούω: ωθώ σε πόλεμο
  • ξυγχωρῶ (-έω): συμφωνώ, συναινώ
  • ξυμβαίνω: συμφωνώ
  • ξύμβασις: συμφωνία, συνθήκη
  • ξυμπλέω: πλέω μαζί
  • ξυμπροπέμπω: συνοδεύω αποστολή
  • ξυναλλάσσω: συμφιλιώνω
  • ξυνοικία: πολυκατοικία
  • ξυνοικίζω: κατοικώ κοντά
  • ξύσκηνος: σύντροφος ίδιας σκηνής

Ο

  • οἶδα: γνωρίζω
  • οἰκεία (γῆ): η πατρίδα
  • οἴκοι: στο σπίτι
  • οἰμωγή: κραυγή θρηνητική
  • οἴομαι: νομίζω
  • οἴχομαι: έχω φύγει
  • ὀλίγοι, οἱ: οι ολιγαρχικοί
  • ὀλίγου δεῖν: σχεδόν
  • ὀλκάς: φορτηγό πλοίο
  • ὀλοφυρμός: θρήνος
  • ὅμιλος: πλήθος
  • ὄμνυμι: ορκίζομαι
  • ὁμογνώμων: σύμφωνος
  • ὁμολογῶ (-έω): παραδέχομαι
  • ὁμονόως: ομόφωνα, σύμφωνα
  • ὁμόσε: προς τον ίδιο τόπο
  • ὅπλα, τά: το στρατόπεδο
  • ὄρθρος: λίγη ώρα πριν τα ξημερώματα
  • ὁρμίζομαι: αγκυροβολώ
  • ὁρμῶ (-έω): έχω αράξει
  • ὅσιος: σύμφωνος με το θείο νόμο
  • οὗ: όπου
  • ὀψέ: αργά, βράδυ

Π

  • πάθος: πάθημα
  • παιάν: χορικό άσμα, ευχαριστήριος ύμνος στον Απόλλωνα
  • πανδημεί: όλοι μαζί, όλος ο δήμος
  • παντοδαπός: παντός είδους
  • παραβλήματα: παραπετάσματα από δέρματα ή χοντρά υφάσματα
  • παραγγέλλω: λέω σε κάποιον
  • παραμυθοῦμαι: παρηγορώ, καθησυχάζω
  • παράπλους: παράκτια ναυσιπλοΐα
  • παρασκευή: πολεμική προετοιμασία
  • παραυτίκα: αμέσως
  • παρέρχομαι: περνώ πλησίον, φτάνω
  • παρωθοῦμαι: παραμερίζομαι
  • πατρῷοι καὶ μητρῷοι θεοί: θεοί προστασίας οικογενειών
  • πειρῶμαι: προσπαθώ
  • πελάγιος: στο πέλαγος, στα ανοιχτά
  • πέλτη: μικρή ασπίδα
  • πένης: φτωχός
  • πεντεκαίδεκα: δεκαπέντε
  • περαίνω: τελειώνω
  • περαιοῦμαι: μεταβαίνω, φθάνω
  • περιβόητος: διάσημος, φημισμένος
  • περιδής: περίφοβος, τρομοκρατημένος
  • περιελαύνομαι: καταπονούμαι, νικιέμαι
  • περιέρχομαι: περιτριγυρίζω, κυκλοφορώ
  • περιμάχητος: αυτός για τον οποίο γίνεται μάχη
  • περιοικοδομοῦμαι: περιτειχίζομαι
  • περιορῶ: παραμελώ, ανέχομαι
  • περιχέω: χύνω ολόγυρα
  • πηλός: βόρβορος, λάσπη
  • πίστις: εγγύηση
  • πίων: παχύς
  • πλάσσω: επινοώ
  • πλέθρον: μέτρο μήκους
  • πλεονεκτῶ: υπερέχω
  • πλοῖον: εμπορικό πλοίο
  • πλώιμος: κατάλληλος για θαλάσσιο ταξίδι
  • πνῖγος: πνιγηρός καύσωνας
  • ποιῶ: βλάπτω, λεηλατώ
  • πονηρός: κακός
  • πολιτεύω: είμαι πολίτης
  • πολυτελής: πολυδάπανος
  • πονῶ: υποφέρω
  • πορθῶ: λεηλατώ
  • πόρρωθεν: από μακριά
  • πότερον: ποιο από τα δύο
  • πρεσβεύομαι: διαπραγματεύομαι
  • προεῖπον: διακηρύσσω, ειδοποιώ
  • προενοίκησις: παλαιότερη εγκατάσταση
  • προηγορῶ: μιλώ εξ ονόματος άλλων
  • προΐεμαι: αφήνω, εγκαταλείπω
  • προΐσχομαι: προφασίζομαι
  • προκαταφεύγω: διαφεύγω για ασφάλεια
  • προπετής: ορμητικός
  • προσαιροῦμαι: εκλέγω επιπλέον
  • προσβάλλω: επιτίθεμαι
  • προσγίγνομαι: προστίθεμαι
  • προσδέομαι: χρειάζομαι επιπλέον
  • προσδέχομαι: περιμένω
  • προσελαύνω: πλησιάζω έφιππος
  • προσήκει: ταιριάζει
  • προσήκοντες: συγγενείς
  • προσκαθέζομαι: πολιορκώ
  • προσοικῶ: κατοικώ πλησίον
  • προσπίπτω: επιτίθεμαι, εφορμώ
  • προστίθεμαί τινι: υποστηρίζω
  • προτελῶ: πληρώνω φόρο
  • προφέρω: υπερτερώ, υπερέχω
  • πρύμναν κρούομαι: κάνω οπισθοδρόμηση πλοίου
  • πυνθάνομαι: ρωτώ, πληροφορούμαι
  • πώποτε: ποτέ μέχρι τώρα

Ρ

  • ῥάδιος: εύκολος
  • ῥητός: καθορισμένος
  • ῥώμη: θάρρος, δύναμη
  • ῥώννυμι: δυναμώνω, ενισχύω

Σ

  • σεμνός: σεβάσμιος, ιερός
  • σιτία: τρόφιμα
  • σκεδάννυμι: διασκορπίζω
  • σκεύη: στρατιωτική εξάρτυση
  • σκοποῦμαι: εξετάζω
  • σκυλεύω: απογυμνώνω νεκρό εχθρό
  • σπένδομαι: συνθηκολογώ
  • σπονδή: προσφορά στο θεό
  • σποράς: διασκορπισμένος
  • στάδιον: μονάδα μήκους (185 μ.)
  • στενοχωρία: στενότητα χώρου
  • στόλος: ετοιμασία, εκστρατεία, συνοδεία
  • συγγράφω: συντάσσω
  • συκοφαντία: αβάσιμη καταγγελία
  • συμπαρῄει: πηγαίνω μαζί
  • συμπράττω: συνεργώ
  • συναλλάσσομαι: συμφιλιώνομαι
  • συνέρχομαι: συναντώμαι, συγκρούομαι
  • σύνοιδα: έχω γνώση, είμαι ενήμερος
  • συντίθεμαί τινι: συμφωνώ
  • συρράσσω: συγκρούομαι
  • συχνός: πολύς
  • σχολῇ: με βραδύτητα, αργά
  • σῶμα: ελεύθεροι πολίτες

Τ

  • τάξις: παράταξη
  • τειχύδριον: μικρό οχυρό
  • τέλη: άρχοντες
  • τέμνω: κόβω δέντρα
  • τέως: μέχρι τότε, προηγουμένως
  • τίθεμαι τὰ ὅπλα: στρατοπεδεύω
  • τίθημι τὸν πόλεμον: διεξάγω πόλεμο
  • τιμωρία: βοήθεια
  • τιτρώσκω: πληγώνω, τραυματίζω
  • τοι: βέβαια
  • τοιγαροῦν: γι' αυτό λοιπόν
  • τοὔμπαλιν: προς τα πίσω
  • τρέπομαί τινα: νικώ, τρέπω σε φυγή
  • τρόπαιον: μνημείο νίκης
  • τροπή: υποχώρηση, φυγή
  • τυγχάνω τινός: πετυχαίνω

Υ

  • ὑβρίζω: συμπεριφέρομαι αλαζονικά
  • ὕβρις: αλαζονική συμπεριφορά
  • ὑπάγω τινὰ θανάτου: παραπέμπω σε δίκη
  • ὑπεξανάγομαι: ανοίγομαι στο ανοιχτό πέλαγος
  • ὑπερβολή: υπεροχή
  • ὑπισχνοῦμαι: υπόσχομαι
  • ὑποσημαίνω: δίνω σύνθημα
  • ὑπόσπονδος: προστατευόμενος από συμφωνία
  • ὑστεραία: η επόμενη ημέρα
  • ὑφηγοῦμαι: υποδεικνύω, καταγγέλλω

Φ

  • φαιδρός: χαρούμενος
  • φείδομαι: χρημάτων λυπάμαι
  • φεύγω: φεύγω, εξορίζομαι, κατηγορούμαι δικαστικά
  • φέρω: παράγω
  • φημί: ισχυρίζομαι
  • φρονηματίας: που έχει υψηλό φρόνημα
  • φρονῶ: μέγα καυχιέμαι
  • φρυκτωρῶ: δίνω σήμα με πυρσούς
  • φυγαδεύω: εξορίζω
  • φυλακή: φρουρά, προστασία
  • φῦλον: έθνος, φυλή
  • φύρομαι: ανακατώνομαι

Χ

  • χαλεπαίνω: οργίζομαι, αγανακτώ
  • χαλεπός: δύσκολος
  • χειμών: κακοκαιρία
  • χειροτονῶ: εγκρίνω με ανάταση χεριού
  • χειροῦμαί τινα: παίρνω κάποιον στην εξουσία μου
  • χρηστήριον: χρησμός
  • χρόνιος: μακροχρόνιος
  • χρῶμαί τινι: χρησιμοποιώ
  • χωρίον: τοποθεσία

Ψ

  • ψήχω: τρίβω, ξυστρίζω άλογα
  • ψιλός: ελαφρά οπλισμένος
  • ψόφος: θόρυβος

Ω

  • ὤνιον: εμπόρευμα, ψώνιο
  • ὠνοῦμαι: αγοράζω, ψωνίζω
  • ὥστε + απαρ.: ώστε να... με τον όρο
  • ὠφελία: βοήθεια

ΤΕΛΟΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ

Έφτασες στο τελευταίο βήμα. Μπράβο που έμεινες ως το τέλος! Πάμε παρακάτω;

Πίσω στο μάθημα