Σταθμισμένος Μέσος ⚖️
Υπενθύμιση: τα μέτρα θέσης που ήδη γνωρίζεις 🔄
Όταν μελετάμε ένα σύνολο παρατηρήσεων, χρειαζόμαστε αριθμούς που περιγράφουν πού «κεντράρονται» τα δεδομένα. Αυτά λέγονται μέτρα θέσης. Τρία από αυτά τα γνωρίζεις ήδη:
Μέση τιμή ή μέσος όρος ενός συνόλου παρατηρήσεων είναι το πηλίκο του αθροίσματος των τιμών τους διά του πλήθους τους. Αν είναι οι παρατηρήσεις μιας μεταβλητής , τότε:
Διάμεσος τιμή είναι η τιμή που χωρίζει τις παρατηρήσεις σε δύο ίσα μέρη, όταν αυτές είναι διατεταγμένες σε αύξουσα σειρά. Συγκεκριμένα:
- αν το πλήθος των παρατηρήσεων είναι περιττό, η διάμεσος είναι η μεσαία παρατήρηση,
- αν το πλήθος είναι άρτιο, η διάμεσος είναι ο μέσος όρος των δύο μεσαίων παρατηρήσεων.
Επικρατούσα τιμή είναι η τιμή με τη μεγαλύτερη συχνότητα, δηλαδή αυτή που εμφανίζεται τις περισσότερες φορές στα δεδομένα.
Και τα τρία αυτά μέτρα έχουν έναν κοινό περιορισμό: αντιμετωπίζουν όλες τις παρατηρήσεις εξίσου σημαντικές. Στην πράξη, όμως, αυτό δεν ισχύει πάντα.
Γιατί δεν αρκεί ο απλός μέσος όρος 🤔
Σκέψου μια κατάσταση όπου ο τελικός βαθμός σε ένα μάθημα προκύπτει από τον βαθμό της προφορικής αξιολόγησης, μιας γραπτής άσκησης και ενός διαγωνίσματος. Αν αυτές οι τρεις αξιολογήσεις δεν έχουν την ίδια σημασία —για παράδειγμα το διαγώνισμα μετράει περισσότερο από μια απλή άσκηση— τότε ο απλός μέσος όρος τους δεν αποδίδει σωστά την πραγματική εικόνα. Θα υπολόγιζε το διαγώνισμα με την ίδια «δύναμη» που υπολογίζει και τη γραπτή άσκηση, κάτι που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Χρειαζόμαστε λοιπόν έναν τρόπο να υπολογίζουμε έναν μέσο όρο όπου κάθε παρατήρηση συνεισφέρει ανάλογα με τη σπουδαιότητά της. Αυτό ακριβώς κάνει ο σταθμισμένος μέσος.
Ορισμός του σταθμισμένου μέσου 📝
Η διαφορετική σπουδαιότητα κάθε παρατήρησης εκφράζεται με έναν αριθμό, τον συντελεστή στάθμισης ή βάρος, που δείχνει πόσο «μετράει» η συγκεκριμένη παρατήρηση σε σχέση με τις υπόλοιπες. Όσο μεγαλύτερο είναι το βάρος μιας παρατήρησης, τόσο περισσότερο επηρεάζει το τελικό αποτέλεσμα.
Αν οι παρατηρήσεις μιας μεταβλητής έχουν διαφορετική βαρύτητα που εκφράζεται με τους συντελεστές στάθμισης αντίστοιχα, τότε ο σταθμισμένος μέσος (weighted average) ορίζεται από τον τύπο:
Ο τύπος αυτός λέει κάτι απλό: κάθε παρατήρηση δεν προστίθεται «καθαρή» στον αριθμητή, αλλά πολλαπλασιασμένη με το δικό της βάρος . Έτσι, μια παρατήρηση με μεγάλο βάρος συνεισφέρει περισσότερο στο άθροισμα, ενώ μια παρατήρηση με μικρό βάρος συνεισφέρει λιγότερο. Στον παρονομαστή δεν βάζουμε πλέον το πλήθος των παρατηρήσεων, αλλά το άθροισμα όλων των βαρών — αυτό εξασφαλίζει ότι το αποτέλεσμα παραμένει μια «μέση» τιμή, δηλαδή βρίσκεται ανάμεσα στη μικρότερη και τη μεγαλύτερη παρατήρηση.
Ο απλός μέσος όρος δεν είναι διαφορετική έννοια από τον σταθμισμένο μέσο — είναι η περίπτωσή του όπου όλα τα βάρη είναι ίσα μεταξύ τους, δηλαδή . Αντικαθιστώντας στον τύπο του σταθμισμένου μέσου, ο παρονομαστής γίνεται (το πλήθος των παρατηρήσεων) και ο τύπος ανάγεται ακριβώς στον γνωστό τύπο της μέσης τιμής. Με άλλα λόγια, κάθε φορά που υπολογίζεις έναν απλό μέσο όρο, στην ουσία υπολογίζεις έναν σταθμισμένο μέσο με ίσα βάρη.
Πώς υπολογίζεται βήμα-βήμα 🧮
Για να υπολογίσεις έναν σταθμισμένο μέσο ακολουθείς πάντα την ίδια λογική διαδικασία:
- Εντοπίζεις τις παρατηρήσεις και το βάρος που αντιστοιχεί στην καθεμία.
- Πολλαπλασιάζεις κάθε παρατήρηση με το βάρος της, υπολογίζοντας τα γινόμενα .
- Προσθέτεις όλα αυτά τα γινόμενα, σχηματίζοντας τον αριθμητή του κλάσματος.
- Προσθέτεις όλα τα βάρη, σχηματίζοντας τον παρονομαστή.
- Διαιρείς τον αριθμητή διά του παρονομαστή· το πηλίκο είναι ο σταθμισμένος μέσος .
Λυμένο παράδειγμα — Βαθμός τετραμήνου
Ο τελικός βαθμός τετραμήνου σε ένα εξεταζόμενο μάθημα προκύπτει από τον βαθμό της προφορικής αξιολόγησης με βαρύτητα 60%, μιας γραπτής άσκησης με βαρύτητα 10% και ενός διαγωνίσματος με βαρύτητα 30%. Ένας μαθητής πήρε βαθμό 18 στην προφορική αξιολόγηση, βαθμό 14 στη γραπτή άσκηση και βαθμό 16 στο διαγώνισμα. Ποιος είναι ο τελικός του βαθμός;
Λύση. Τα βάρη εδώ είναι τα ποσοστά, γραμμένα ως δεκαδικοί αριθμοί: , , , ενώ οι παρατηρήσεις είναι , , . Εφαρμόζοντας τον τύπο:
Ο τελικός βαθμός τετραμήνου του μαθητή είναι 17.
Εδώ τα βάρη είναι ποσοστά που αθροίζουν στο 100% (), γι' αυτό ο παρονομαστής βγήκε ακριβώς 1. Αυτό δεν είναι σύμπτωση, αλλά συμβαίνει πάντα όταν τα βάρη εκφράζονται ως ποσοστά ενός συνόλου που καλύπτει το 100% της βαρύτητας — και τότε ο σταθμισμένος μέσος είναι απλώς το άθροισμα των γινομένων , χωρίς να χρειάζεται καν η διαίρεση. Πρόσεξε όμως ότι αυτό δεν ισχύει πάντα: αν τα βάρη δεν αθροίζουν στο 1 (ή στο 100%) — για παράδειγμα όταν εκφράζουν πλήθη παρατηρήσεων ή άλλες μονάδες βαρύτητας — τότε η διαίρεση με το άθροισμα των βαρών είναι απαραίτητη, γιατί διαφορετικά το αποτέλεσμα δεν θα ήταν πλέον μια «μέση» τιμή.
Ένα λάθος που κάνουν συχνά οι μαθητές είναι να προσθέτουν πρώτα τις παρατηρήσεις και μετά να πολλαπλασιάζουν με τα βάρη, δηλαδή να υπολογίζουν κάτι σαν αντί για . Ο σωστός τρόπος είναι να πολλαπλασιάζεις κάθε παρατήρηση ξεχωριστά με το δικό της βάρος, αφού κάθε παρατήρηση έχει το δικό της, διαφορετικό, συντελεστή στάθμισης — δεν είναι όλα τα βάρη ίδια.
Ένα δεύτερο παράδειγμα με βάρη που δεν αθροίζουν στο 1 🔢
Για να δεις καθαρά γιατί χρειάζεται πάντα η διαίρεση με το άθροισμα των βαρών, εξέτασε δύο παρατηρήσεις: με βάρος και με βάρος . Εδώ τα βάρη δεν εκφράζουν ποσοστά — δείχνουν, για παράδειγμα, ότι η πρώτη παρατήρηση εμφανίστηκε ή μετράει τρεις φορές περισσότερο από τη δεύτερη.
Παρατήρησε ότι το αποτέλεσμα είναι πιο κοντά στο παρά στο — κι αυτό είναι λογικό, αφού η τιμή έχει μεγαλύτερο βάρος και άρα «τραβάει» τον σταθμισμένο μέσο προς το μέρος της. Αν είχαμε υπολογίσει απλό μέσο όρο, θα παίρναμε , μια τιμή που αγνοεί εντελώς ότι η μία παρατήρηση μετράει περισσότερο από την άλλη.
Μπορείς να σκέφτεσαι τα βάρη σαν το πόσες φορές «μετράει» κάθε παρατήρηση. Ένα βάρος σημαίνει, διαισθητικά, ότι η παρατήρηση έχει την ίδια επιρροή στο αποτέλεσμα με τρεις ίδιες παρατηρήσεις ίσες με μέσα σε έναν απλό μέσο όρο. Γι' αυτό ο σταθμισμένος μέσος «τραβάει» πάντα προς τις παρατηρήσεις με το μεγαλύτερο βάρος.