Συστήματα δευτέρου βαθμού 🧮
Τι είναι ένα σύστημα δευτέρου βαθμού 🤔
Ένα σύστημα δευτέρου βαθμού αποτελείται από δύο εξισώσεις με δύο αγνώστους, όπου τουλάχιστον μία από τις δύο εξισώσεις είναι δευτέρου βαθμού. Η άλλη εξίσωση μπορεί να είναι είτε πρώτου βαθμού είτε κι αυτή δευτέρου βαθμού.
Λύση ενός τέτοιου συστήματος είναι κάθε ζεύγος τιμών που επαληθεύει ταυτόχρονα και τις δύο εξισώσεις. Επειδή τουλάχιστον μία εξίσωση είναι δευτέρου βαθμού, ένα σύστημα δευτέρου βαθμού μπορεί να έχει καμία, μία ή περισσότερες λύσεις — σε αντίθεση με ένα γραμμικό σύστημα δύο εξισώσεων πρώτου βαθμού, που συνήθως έχει το πολύ μία.
Μια εξίσωση δευτέρου βαθμού μπορεί να δώσει έως δύο τιμές για τον άγνωστο. Έτσι, όταν λύνουμε ένα σύστημα δευτέρου βαθμού, είναι φυσιολογικό να καταλήγουμε σε δύο ζεύγη λύσεων αντί για ένα.
Η μέθοδος της αντικατάστασης 🔄
Ο πιο βασικός τρόπος επίλυσης ενός συστήματος δευτέρου βαθμού είναι η μέθοδος της αντικατάστασης. Η ιδέα είναι απλή: αφού δεν μπορούμε να χειριστούμε εύκολα δύο αγνώστους ταυτόχρονα σε μια εξίσωση δευτέρου βαθμού, μειώνουμε το πρόβλημα σε μία εξίσωση με έναν άγνωστο.
Τα βήματα της μεθόδου είναι τα εξής:
- Λύνουμε μία από τις δύο εξισώσεις ως προς μία μεταβλητή, εκφράζοντάς την συναρτήσει της άλλης. Κατά προτίμηση επιλέγουμε την πρωτοβάθμια εξίσωση, όταν υπάρχει, γιατί η επίλυσή της ως προς μια μεταβλητή είναι πιο απλή.
- Αντικαθιστούμε την έκφραση που βρήκαμε στη θέση της ίδιας μεταβλητής, μέσα στην άλλη εξίσωση.
- Η αντικατάσταση αυτή μετατρέπει τη δεύτερη εξίσωση σε μια εξίσωση δευτέρου βαθμού με μία μόνο μεταβλητή — κάτι που ξέρουμε ήδη να λύνουμε.
- Λύνουμε αυτή τη δευτεροβάθμια εξίσωση, βρίσκοντας τις τιμές της πρώτης μεταβλητής.
- Για κάθε τιμή που βρήκαμε, επιστρέφουμε στη σχέση του βήματος 1 και υπολογίζουμε την αντίστοιχη τιμή της δεύτερης μεταβλητής.
Το πιο συχνό λάθος είναι να σταματήσουμε μόλις βρούμε τις τιμές της πρώτης μεταβλητής, χωρίς να υπολογίσουμε τις αντίστοιχες τιμές της δεύτερης. Κάθε λύση του συστήματος είναι ένα ζεύγος , όχι μια μεμονωμένη τιμή. Επίσης, κάθε τιμή του πρέπει να αντιστοιχιστεί στη δική της τιμή του — δεν συνδυάζουμε τυχαία τιμές μεταξύ τους.
Λυμένο παράδειγμα: εύρεση δύο αριθμών 💡
Πρόβλημα: Να βρεθούν δύο πραγματικοί αριθμοί με άθροισμα 5 και άθροισμα τετραγώνων 13.
Μετάφραση του προβλήματος σε σύστημα
Έστω οι δύο ζητούμενοι αριθμοί. Το ότι το άθροισμά τους είναι 5 γράφεται , ενώ το ότι το άθροισμα των τετραγώνων τους είναι 13 γράφεται . Έτσι προκύπτει το σύστημα:
Επίλυση με αντικατάσταση
Λύνουμε την πρώτη (πρωτοβάθμια) εξίσωση ως προς :
Αντικαθιστούμε αυτή την έκφραση στη θέση του μέσα στη δεύτερη εξίσωση:
Αναπτύσσουμε το χρησιμοποιώντας την ταυτότητα :
Βγάζουμε κοινό παράγοντα το 2 και παραγοντοποιούμε το τριώνυμο που μένει:
Εύρεση των αντίστοιχων τιμών του y
Χρησιμοποιούμε τη σχέση για κάθε τιμή του ξεχωριστά:
- Για :
- Για :
Το σύστημα έχει επομένως δύο λύσεις: τα ζεύγη και .
Επειδή το πρόβλημα ζητά δύο αριθμούς (χωρίς να τους ξεχωρίζει ως πρώτο και δεύτερο), και τα δύο ζεύγη αντιστοιχούν στην ίδια απάντηση: οι ζητούμενοι αριθμοί είναι οι 2 και 3.
Μπορούμε πάντα να επαληθεύσουμε μια λύση αντικαθιστώντας τις τιμές στις αρχικές εξισώσεις: ✓ και ✓. Η επαλήθευση είναι ένας γρήγορος τρόπος να εντοπίσουμε λάθη στις πράξεις.
Η αντικατάσταση γίνεται πάντα στη μεταβλητή που λύσαμε, όχι στην αντίθετή της. Αν λύσαμε ως προς , αντικαθιστούμε το στη δεύτερη εξίσωση και κρατάμε το ως άγνωστο — δεν κάνουμε το αντίστροφο, γιατί τότε δεν απλοποιείται το σύστημα.