Μετατροπή Άρρητου Παρονομαστή σε Ρητό 🧮
Γιατί χρειάζεται η μετατροπή
Ένα κλάσμα όπως έχει στον παρονομαστή έναν άρρητο αριθμό. Ένας παρονομαστής με ρίζα μέσα του είναι δύσχρηστος: δεν μπορούμε να τον υπολογίσουμε ακριβώς με το χέρι, και οι πράξεις πάνω σε τέτοια κλάσματα (προσθέσεις, συγκρίσεις, απλοποιήσεις) γίνονται πιο δύσκολες απ' όσο χρειάζεται.
Η λύση είναι να γράψουμε το ίδιο ακριβώς κλάσμα —με την ίδια τιμή— σε μια ισοδύναμη μορφή όπου ο παρονομαστής είναι ρητός αριθμός. Αυτή η διαδικασία λέγεται μετατροπή άρρητου παρονομαστή σε ρητό (μερικές φορές λέγεται και «ρητοποίηση παρονομαστή»).
Η βασική αρχή που επιτρέπει αυτή τη μετατροπή είναι απλή: αν πολλαπλασιάσουμε και τον αριθμητή και τον παρονομαστή ενός κλάσματος με τον ίδιο μη μηδενικό αριθμό, το κλάσμα δεν αλλάζει τιμή — απλώς αλλάζει μορφή. Η τέχνη είναι να διαλέξουμε τον «κατάλληλο» αριθμό ώστε, μετά τον πολλαπλασιασμό, η ρίζα να εξαφανιστεί από τον παρονομαστή.
Η μετατροπή δεν είναι «απλοποίηση» με τη συνηθισμένη έννοια — δεν κάνουμε τον αριθμό μικρότερο. Απλώς ξαναγράφουμε το ίδιο κλάσμα σε πιο βολική μορφή, πολλαπλασιάζοντας με ένα κλάσμα που ισούται με (π.χ. ).
Συζυγείς παραστάσεις
Το κλειδί για να «καθαρίσουμε» έναν παρονομαστή που είναι άθροισμα ή διαφορά με ρίζα είναι η έννοια της συζυγούς παράστασης.
Δύο άρρητες παραστάσεις και λέγονται συζυγείς όταν το γινόμενό τους είναι ρητή παράσταση, δηλαδή δεν περιέχει καθόλου ρίζα.
Η ιδέα πίσω από τις συζυγείς παραστάσεις στηρίζεται σε μία μόνο ταυτότητα, τη διαφορά τετραγώνων:
Αν το είναι μια τετραγωνική ρίζα, τότε είναι ακριβώς αυτό που βρίσκεται κάτω από τη ρίζα — δηλαδή ένας ρητός αριθμός. Γι' αυτό, πολλαπλασιάζοντας μια παράσταση με τη συζυγή της, η ρίζα «σβήνει» και μένει μόνο ρητός αριθμός. Αυτό ακριβώς εκμεταλλευόμαστε στη μετατροπή.
Ο παρακάτω πίνακας δείχνει τις πιο συνηθισμένες περιπτώσεις συζυγών παραστάσεων και , για και :
| Παράσταση | Συζυγής | Γινόμενο |
|---|---|---|
Η συζυγής μιας παράστασης της μορφής άθροισμα/διαφορά προκύπτει αλλάζοντας μόνο το πρόσημο ανάμεσα στους δύο όρους — τίποτα άλλο δεν αλλάζει. Η συζυγής του είναι , και η συζυγής του είναι . Πολλοί μαθητές μπερδεύουν τη συζυγή με το αντίθετο (που αλλάζει όλα τα πρόσημα) — προσοχή, δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Μέθοδος μετατροπής όταν ο παρονομαστής είναι απλή ρίζα
Όταν ο παρονομαστής ενός κλάσματος είναι της μορφής (ή περιέχει έναν όρο πολλαπλασιασμένο με ), πολλαπλασιάζουμε αριθμητή και παρονομαστή με . Έτσι ο παρονομαστής γίνεται , δηλαδή ρητός:
Παράδειγμα. Να μετατραπεί σε ισοδύναμη παράσταση με ρητό παρονομαστή η .
Πολλαπλασιάζουμε αριθμητή και παρονομαστή με :
Παράδειγμα. Να μετατραπεί η .
Το αποτέλεσμα μιας μετατροπής δεν είναι πάντα στην πιο απλή του μορφή. Στο παράδειγμα πάνω, απλοποιείται σε , αφού ο αριθμητής και ο παρονομαστής έχουν κοινό παράγοντα το . Έλεγξε πάντα, μετά τη μετατροπή, αν το κλάσμα μπορεί να απλοποιηθεί.
Παράδειγμα. Όταν ο παρονομαστής έχει και συντελεστή μπροστά από τη ρίζα, όπως στο , πολλαπλασιάζουμε ξανά μόνο με τη ρίζα (όχι με ολόκληρο τον παρονομαστή):
Μέθοδος μετατροπής όταν ο παρονομαστής είναι άθροισμα ή διαφορά με ρίζα
Όταν ο παρονομαστής δεν είναι μία απλή ρίζα αλλά ένα άθροισμα ή μια διαφορά (π.χ. ή ), πολλαπλασιασμός με τη ρίζα μόνο δεν αρκεί — χρειαζόμαστε τη συζυγή ολόκληρου του παρονομαστή, ώστε να ενεργοποιηθεί η ταυτότητα της διαφοράς τετραγώνων.
Παράδειγμα. Να μετατραπεί η .
Η συζυγής του είναι . Πολλαπλασιάζουμε αριθμητή και παρονομαστή με αυτήν:
Ο παρονομαστής υπολογίζεται με τη διαφορά τετραγώνων:
Άρα:
Δεν είναι λάθος αν το γινόμενο βγει αρνητικό — απλώς σημαίνει ότι στο τέλος μεταφέρουμε το πρόσημο μπροστά στο κλάσμα, όπως έγινε πιο πάνω με το . Το αποτέλεσμα παραμένει σωστό, αρκεί να μην ξεχάσουμε το πρόσημο.
Παράδειγμα. Να μετατραπεί η .
Η συζυγής του είναι :
Ο παρονομαστής:
Άρα:
Σε αυτή την περίπτωση ο συντελεστής του αριθμητή απλοποιήθηκε με τον παρονομαστή , και το τελικό αποτέλεσμα δεν έχει καν κλάσμα.
Άθροισμα κλασμάτων με συζυγείς παρονομαστές
Μια ιδιαίτερα χρήσιμη περίπτωση είναι όταν πρέπει να προσθέσουμε δύο κλάσματα των οποίων οι παρονομαστές είναι ο ένας συζυγής του άλλου. Τότε δεν χρειάζεται να μετατρέψουμε το καθένα ξεχωριστά· αρκεί να τα φέρουμε σε κοινό παρονομαστή, πολλαπλασιάζοντας τους δύο παρονομαστές μεταξύ τους — κάτι που, επειδή είναι συζυγείς, δίνει αυτόματα ρητό αποτέλεσμα.
Παράδειγμα. Να υπολογιστεί το .
Οι δύο παρονομαστές, και , είναι συζυγείς. Τους παίρνουμε ως κοινό παρονομαστή:
Υπολογίζουμε ξεχωριστά αριθμητή και παρονομαστή. Ο αριθμητής:
Ο παρονομαστής:
Άρα το άθροισμα είναι:
Δεν είναι τυχαίο ότι στον αριθμητή οι όροι με αλληλοαναιρέθηκαν (). Όταν προσθέτουμε δύο κλάσματα με συζυγείς παρονομαστές και ίδιους αριθμητές, οι άρρητοι όροι στον αριθμητή συνήθως απαλείφονται, αφήνοντας ένα καθαρά ρητό αποτέλεσμα και στον αριθμητή και στον παρονομαστή.
Ανακεφαλαίωση της μεθόδου
Σε κάθε περίπτωση μετατροπής, η στρατηγική είναι πάντα η ίδια: εντοπίζουμε τη μορφή του παρονομαστή και πολλαπλασιάζουμε αριθμητή και παρονομαστή με τον κατάλληλο παράγοντα.
| Μορφή παρονομαστή | Τι πολλαπλασιάζουμε | Αποτέλεσμα στον παρονομαστή |
|---|---|---|
| με | (ρητός) | |
| ή | με τη συζυγή | (ρητός) |
| ή | με τη συζυγή | (ρητός) |
Σε όλες τις περιπτώσεις, ελέγχουμε στο τέλος αν το κλάσμα που προκύπτει απλοποιείται.