1. Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

🔮 Κείμενο 3: Η μάντισσα


[...] Με τούτην την ύστερην λέξιν επάγωσε η Φροσύνη. Πώς τάχα εγνώριζε αυτό το απόκρυφο η γραία, ξένη γυναίκα; Τότε πλέον εσυμπέρανεν ότι με το προνοητικό που είχε θα της έλεγε καθαρά την μοίραν της και ετρόμαξε η δύστυχη κόρη μη της προφητεύσει άλλα δυστυχήματα και άλλες αμαρτίες, όμοιες με όλες εκείνες τες προγονικές συμφορές ή και χειρότερες. Εσηκώθηκε, επήγε κι έκοψε ένα μεγάλο φελί μπαρμπαρέλα , επήρε και μια χούφτα ελιές, τα έδωκε της γύφτισσας και της είπε:

– Γριά μου, πήγαινε τώρα με την ευχήν του Θεού. Δεν θέλω ν' ακούσω τίποτε άλλο. Μου φανερώσεις ή δεν μου φανερώσεις την μοίραν μου, αυτή δεν αλλάζει. Την περιμένω και εγώ όπως θα μου την στείλει ο Παντοδύναμος.

– Άγια ομιλείς, κοπέλα μου, αλλ' αφουγκράσου με! Έχεις καλήν μοίραν, αν κάμεις ό,τι σου ειπώ, μα τούτο το ψωμί. Διαφορετικά θα στραβώσει.

Η γύφτισσα την εκοίταξε με κάτι μάτια που την εγήτεψαν.

– Κάμε γρήγορα! Μίλησε! της είπε η Φροσύνη.

– Για άνοιξέ μου πάλιν το χεράκι σου. Εδώ μεγάλη πολιτεία . Ω! πολυκοσμία, ωσάν τα μαλλιά της κεφαλής σου, και σ' όλους ανάμεσα ένας νέος, μα τι νέος! Λιανοκάμωτος, λεβέντικος, ξανθομάλλης, απαράλλακτος με εκείνον τον Καβαλάρη, που κρέμεται στο προσκέφαλό σου. Εδώ πέρα το χρυσάφι. Έλα, παλικάρι και ομορφονιέ, και από μεγάλο γένος, έλα πάρε πρώτα το μάλαμα, πάρε και τη νύφη, οπού είναι καλύτερη από το μάλαμα· εδώ παρέκει η εκκλησία...

Εις εκείνην την στιγμήν σύγνεφο μαύρο, ωσάν πίσσα, εσκέπασε τον ήλιον και το πρόσωπο της γραίας εκατήφιασε.

– Κάτι αλλότριο βλέπεις, της είπε η Φροσύνη.

– Τίποτε, κοπέλα μου· είναι γραμμένο· θα έχεις καλήν μοίραν. Πολλοί γαμπροί σε ζήτησαν έως τώρα και πολύ περισσότεροι θα σε ζητήσουν ακόμη. Συ μην πάρεις κανέναν, όσο να έλθει ο σταλμένος από πέρα, από την μεγάλην πολιτείαν. Μοναχά να καλόχεις εκείνον τον Καβαλάρη, και αυτός με το σπαθί του θα σας φυλάξει.

Καθώς ετέλειωσε τον λόγον, ο ήλιος έσχισε το σύγνεφο, και η γραία με νεανικό τίναγμα επετάχθη από χάμου, τα μάγουλά της εξεζάρωσαν, άστραφτε η θωριά της, ένα αέρινο στεφάνι εκύκλωσε τα μαλλιά της, απλωμένα, χρυσόξανθες πλεξίδες, το λερό κουρελιασμένο φουστάνι της έλαμψε, ωσάν βασιλική πορφύρα – κι εχάθη.

Από εκείνην την ημέραν η Φροσύνη άλλο δεν είχε εις τον νουν της παρά τον ερχόμενον γαμπρόν. Ημέρα και νύκτα εθεωρούσε με πόθον αμίλητον την εικόνα του Ταξιάρχη, οπού με τον λόγον εκείνης της θείας γυναικός ήταν το προεικόνισμα του ανθρώπου, οπού έμελλε να γίνει ταίρι της.


📚 Ο Ιάκωβος Πολυλάς

Ο Ιάκωβος Πολυλάς (1825-1896) ήταν Κερκυραίος λογοτέχνης και κριτικός, στενός φίλος και εκδότης των έργων του Διονυσίου Σολωμού. Ανήκε στην Επτανησιακή Σχολή και υπήρξε σημαντική μορφή της νεοελληνικής λογοτεχνίας.


📝 Πηγή: Ιάκωβος Πολυλάς, «Τα τρία φλωριά», Αλλόκοτα, Παράξενα, Μαίρη Γιόση, Άννα Χρυσογέλου-Κατσή, Μαρία Λαϊνά (επιλογή – επιμέλεια), εκδ. του Εικοστού πρώτου, 1995