- Θεωρία
Ο υποθετικός λόγος: υπόθεση και απόδοση 🔀
Τι είναι ο υποθετικός λόγος
Σκέψου την παροιμία «Αν δώσεις ένα ψάρι σε κάποιον, θα φάει μια φορά». Έχει δύο κομμάτια που δένονται μεταξύ τους με έναν συγκεκριμένο τρόπο: το ένα είναι όρος, το άλλο είναι αποτέλεσμα αυτού του όρου. Αυτό το ζευγάρι προτάσεων λέγεται υποθετικός λόγος.
Τα δύο μέρη έχουν ονόματα:
- η υπόθεση — η πρόταση που θέτει τον όρο («Αν δώσεις ένα ψάρι...»)
- η απόδοση — η πρόταση που προσδιορίζεται από την υπόθεση («...θα φάει μια φορά»)
Αν δώσεις ένα ψάρι (υπόθεση) → θα φάει μια φορά (απόδοση)
Οι υποθετικές προτάσεις είναι δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις και εισάγονται συνήθως με τον σύνδεσμο αν. Σε μερικές περιπτώσεις μπορούν να εισάγονται και με άλλες λέξεις, όπως άμα, έτσι και, σε περίπτωση που.
Έτσι και αδιαφορήσουμε για τα προβλήματα του πλανήτη, το μέλλον του κινδυνεύει.
Εδώ το «έτσι και» παίζει τον ίδιο ρόλο με το «αν» — εισάγει την υπόθεση.
Η σειρά «πρώτα η υπόθεση, μετά η απόδοση» είναι η πιο συνηθισμένη, αλλά όχι υποχρεωτική. Μπορείς να πεις εξίσου σωστά «Θα φάει μια φορά, αν του δώσεις ένα ψάρι» — η απόδοση πρώτη, η υπόθεση δεύτερη. Η σχέση ανάμεσά τους παραμένει ίδια, ασχέτως σειράς.
Τα δύο βασικά είδη υποθετικού λόγου
Δεν είναι όλες οι υποθέσεις ίδιου τύπου. Υπάρχουν δύο βασικά είδη υποθετικού λόγου, ανάλογα με το αν αυτό που περιγράφει η υπόθεση είναι κάτι που όντως μπορεί να ισχύει ή κάτι που δεν ισχύει στην πραγματικότητα.
| Είδος | Τι εκφράζει η υπόθεση | Τι εκφράζει η απόδοση | Παράδειγμα |
|---|---|---|---|
| Πραγματικό | Κάτι που, αν αληθεύει, τότε αληθεύει σίγουρα και η απόδοση | Κάτι που πράγματι συμβαίνει, εφόσον ισχύσει ο όρος | Αν δώσεις ένα ψάρι, θα φάει μια φορά. |
| Αντίθετο του πραγματικού | Κάτι που δεν έγινε στο παρελθόν (ή δεν πρόκειται να γίνει) | Κάτι που, ως συνέπεια, ούτε αυτό πραγματοποιήθηκε (ή δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί) | Αν είχες δώσει ένα ψάρι, θα είχε φάει. |
Δες τη διαφορά ανάμεσα στα δύο είδη σε ένα παράδειγμα με νόημα:
Ο Α λέει: «Αν ο αναπτυγμένος κόσμος διέθετε ελάχιστο μέρος του πλούτου του, το πρόβλημα θα λυνόταν».
Ο Β λέει: «Αν ο αναπτυγμένος κόσμος είχε διαθέσει ελάχιστο μέρος του πλούτου του, το πρόβλημα θα είχε λυθεί».
Και οι δύο χρησιμοποιούν υποθετικό λόγο του αντίθετου του πραγματικού — και οι δύο υποθέσεις είναι απραγματοποίητες. Όμως ο Α μιλάει σαν να υπάρχει ακόμα περιθώριο να λυθεί το πρόβλημα στο μέλλον, ενώ ο Β μιλάει σαν να έχει κλείσει οριστικά το παράθυρο ευκαιρίας. Η επιλογή του χρόνου στο ρήμα αλλάζει τη νοηματική απόχρωση, ακόμα κι όταν το είδος του υποθετικού λόγου είναι το ίδιο.
Πολλοί μαθητές νομίζουν ότι το «αν» δηλώνει πάντα το ίδιο πράγμα. Αυτό που ξεχωρίζει το πραγματικό από το αντίθετο του πραγματικού δεν είναι ο σύνδεσμος — είναι ο χρόνος και η έγκλιση του ρήματος στην υπόθεση και στην απόδοση. Το «αν διέθετε» (παρατατικός) και το «αν είχε διαθέσει» (υπερσυντέλικος) δεν λένε το ίδιο πράγμα, παρόλο που και οι δύο εισάγονται με «αν».
Πέρα από αυτά τα δύο είδη
Οι υποθετικές προτάσεις δεν χρησιμοποιούνται πάντα για να εκφράσουν καθαρή υπόθεση. Κάποτε μπορεί να υποδηλώνουν και κάτι άλλο, όπως έντονη αντίθεση, απειλή, αποτέλεσμα, επεξήγηση, αναλογία-παρομοίωση ή αιτία — κάτι που θα δούμε αναλυτικά παρακάτω, σε επόμενο μάθημα.