1. Θεωρία

Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Τα είδη των ερωτηματικών προτάσεων 🔎

Οι ερωτηματικές προτάσεις δεν είναι όλες ίδιες. Μπορούμε να τις ταξινομήσουμε με τρεις διαφορετικούς τρόπους, ανάλογα με το ερώτημα που θέτουμε κάθε φορά: Πώς διατυπώνεται η ερώτηση; Γιατί τη διατυπώνει ο ομιλητής; Τι είδους απάντηση περιμένει;

Ευθείες και πλάγιες ερωτήσεις: πώς διατυπώνονται

Η πρώτη διάκριση αφορά τον τρόπο που διατυπώνεται η ερώτηση.

Οι ευθείες ερωτήσεις είναι αυτές που ο ομιλητής διατυπώνει άμεσα, απευθείας προς τον ακροατή του. Είναι πάντα κύριες, ανεξάρτητες προτάσεις και συχνά εισάγονται με ερωτηματικές αντωνυμίες ή ερωτηματικά επιρρήματα (μη, μήπως, άραγε, τάχα κ.λπ.).

Παραδείγματα ευθειών ερωτήσεων: «Τι είναι ο ρατσισμός;», «Υπάρχει σήμερα ρατσισμός στην Ελλάδα;». Και οι δύο γράφονται με ερωτηματικό και ο ομιλητής ρωτάει τον συνομιλητή του απευθείας, εκείνη τη στιγμή.

Οι πλάγιες ερωτήσεις είναι διαφορετικές: είναι ερωτήσεις που έγιναν, γίνονται ή πρόκειται να γίνουν, και τις οποίες κάποιος τις μεταφέρει σε άλλον. Δεν ρωτάμε πια απευθείας — αφηγούμαστε ότι κάποιος ρώτησε κάτι.

Παράδειγμα: «Το κοριτσάκι ρώτησε τον πατέρα του τι είναι ρατσισμός.» Εδώ δεν υπάρχει πια ερωτηματικό· η αρχική ερώτηση «Τι είναι ο ρατσισμός;» έχει «ντυθεί» μέσα σε μια πρόταση αφήγησης.

ΧαρακτηριστικόΕυθεία ερώτησηΠλάγια ερώτηση
Πώς διατυπώνεταιΆμεσα, απευθείας στον ακροατήΜεταφέρεται από τον ομιλητή σε άλλον
Είδος πρότασηςΚύρια, ανεξάρτητηΔευτερεύουσα
Σημείο στίξηςΕρωτηματικό (;)Χωρίς ερωτηματικό
Παράδειγμα«Τι είναι ο ρατσισμός;»Ρώτησε τι είναι ο ρατσισμός

Γνήσιες, ρητορικές ερωτήσεις και ερωτήσεις προσταγής: γιατί ρωτάμε

Η δεύτερη διάκριση αφορά τον σκοπό του ομιλητή — γιατί επέλεξε να μιλήσει με τη μορφή ερώτησης.

  • Γνήσιες ερωτήσεις: με αυτές ζητάμε πραγματικά μια πληροφορία που δεν έχουμε. Π.χ. «Πού θα πάτε εκδρομή;», «Τι είναι η προκατάληψη;»
  • Ρητορικές ερωτήσεις: δεν είναι στην ουσία τους ερωτήσεις, αλλά διατυπώνουν με έμφαση μια κρίση που ο ομιλητής θεωρεί ήδη γνωστή. Π.χ. «Τι κι αν έχεις –ας πούμε– πρόβλημα όρασης;»
  • Ερωτήσεις προσταγής: με αυτές ο ομιλητής διατυπώνει, με έναν πιο ευγενικό τρόπο, μια προσταγή ή μια παράκληση. Π.χ. «Θα μου πεις για τον ρατσισμό;» — στην ουσία σημαίνει «Πες μου για τον ρατσισμό».
Η ίδια πρόταση, τρεις διαφορετικές προθέσεις

Η φράση «Θα μου πεις για τον ρατσισμό;» έχει ακριβώς την ίδια γραμματική μορφή με μια γνήσια ερώτηση — αλλά η πρόθεση του ομιλητή είναι να ζητήσει κάτι, όχι να μάθει αν το άλλο πρόσωπο έχει την πρόθεση ή τη δυνατότητα να μιλήσει. Ο μόνος τρόπος να καταλάβεις ποιο από τα τρία είδη έχεις μπροστά σου είναι να σκεφτείς τα συμφραζόμενα: τι θέλει πραγματικά να πετύχει ο ομιλητής;

Ολικής και μερικής άγνοιας: τι είδους απάντηση περιμένουμε

Η τρίτη διάκριση αφορά το είδος της απάντησης που περιμένει η ερώτηση.

Στις ερωτήσεις ολικής άγνοιας, η ζητούμενη πληροφορία σχετίζεται με ολόκληρη την πρόταση, και η αναμενόμενη απάντηση είναι «ναι» ή «όχι». Παράδειγμα: «Δεν υπάρχει μια φυλή που να είναι καλύτερη;» — η απάντηση μπορεί να είναι μόνο ναι ή όχι.

Στις ερωτήσεις μερικής άγνοιας, η ζητούμενη πληροφορία αφορά μόνο ένα από τα συστατικά της πρότασης — όχι όλη την πρόταση. Παραδείγματα: «Πώς θα ένιωθες στη θέση τους;», «Ποιος έφυγε;», «Τι πίστευαν εκείνη την εποχή;» Σε κάθε μία, ρωτάμε για ένα συγκεκριμένο κομμάτι — τον τρόπο, το πρόσωπο, το περιεχόμενο — όχι για το σύνολο.

Οι ερωτήσεις μερικής άγνοιας εισάγονται πάντα με μια ερωτηματική αντωνυμία (ποιος, τι, πόσος κ.λπ.) ή ένα ερωτηματικό επίρρημα (πότε, πού, γιατί, πώς…).

ΕίδοςΤι ρωτάειΑναμενόμενη απάντησηΠαράδειγμα
Ολικής άγνοιαςΟλόκληρη την πρότασηΝαι / Όχι«Υπάρχει σήμερα ρατσισμός;»
Μερικής άγνοιαςΈνα συστατικό της πρότασηςΣυγκεκριμένη πληροφορία«Ποιος έφυγε;»