Η σημασία των λέξεων αλλάζει ανάλογα με το περιβάλλον 🔤
Πολλοί νομίζουν ότι κάθε λέξη έχει μία σταθερή, «σωστή» σημασία, σαν αυτή που βρίσκεις σε ένα λεξικό, και τίποτα παραπάνω. Στην πραγματικότητα, όμως, η σημασία μιας λέξης δεν είναι δεδομένη και αναλλοίωτη — δηλαδή δεν μένει πάντα ίδια, αλλά διαμορφώνεται από το περιβάλλον μέσα στο οποίο τη χρησιμοποιούμε. Η ίδια ακριβώς λέξη μπορεί να σημαίνει κάτι διαφορετικό ανάλογα με το ποιος τη λέει, πού, πότε και σε ποιον απευθύνεται.
Ποιοι παράγοντες διαμορφώνουν τη σημασία μιας λέξης
Για να κατανοήσουμε σωστά μια λέξη, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας μια σειρά από παράγοντες επικοινωνίας. Το σχολικό βιβλίο τους συνοψίζει ως εξής:
| Παράγοντας | Τι εξετάζει |
|---|---|
| Ο ομιλητής | Ποιος λέει τη λέξη |
| Ο ακροατής | Σε ποιον απευθύνεται |
| Ο τόπος | Πού χρησιμοποιείται |
| Ο χρόνος | Πότε χρησιμοποιείται |
| Το είδος του κειμένου | Σε τι είδους κείμενο περιλαμβάνεται (π.χ. διαφήμιση, ρεπορτάζ, ποίημα) |
| Το πολιτισμικό πλαίσιο | Ποιες πεποιθήσεις, αξίες και πρακτικές μιας κοινωνίας «χρωματίζουν» τη λέξη |
Όλοι αυτοί οι παράγοντες συνδιαμορφώνουν τη σημασία — δηλαδή δεν δρα μόνο ένας από αυτούς, αλλά συνδυάζονται μεταξύ τους κάθε φορά που χρησιμοποιούμε μια λέξη.
Παράδειγμα: Η λέξη «ξένος» δεν σημαίνει πάντα το ίδιο πράγμα. Αν μιλάμε για έναν μετανάστη που αναζητά καλύτερη ζωή σε άλλη χώρα, η λέξη «ξένος» παίρνει ένα νόημα, συχνά συνδεδεμένο με δυσκολία και αγώνα. Αν όμως μιλάμε για έναν εύπορο Ευρωπαίο που αγοράζει εξοχική βίλα στην Ελλάδα «για μια ζωή στον ήλιο», η ίδια λέξη «ξένος» παίρνει τελείως διαφορετικό νόημα — εδώ παραπέμπει σε κάποιον προνομιούχο, σε τουρίστα-αγοραστή. Το ποιος είναι ο «ξένος» και σε τι είδους κείμενο εμφανίζεται (ένα ρεπορτάζ για τη μετανάστευση ή μια αγγελία ακινήτων) αλλάζει εντελώς το νόημα της ίδιας λέξης.
Οι λέξεις «Ρωμιοσύνη» και «Ελληνισμός» φαίνονται συνώνυμες — και οι δύο αναφέρονται στους Έλληνες και στην ελληνικότητα. Όμως φέρνουν στον νου διαφορετικές εικόνες: η «Ρωμιοσύνη» συνδέεται περισσότερο με το Βυζάντιο, την Τουρκοκρατία, τον καημό, τη λαϊκή παράδοση· ο «Ελληνισμός» παραπέμπει περισσότερο στην αρχαιότητα, τα κλασικά γράμματα, τη σοφία. Γι' αυτό, όταν ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος διάλεξε τον τίτλο «Ρωμιοσύνη» για το ποίημά του, δεν ήταν τυχαία επιλογή — προτίμησε συνειδητά τη μία λέξη αντί της άλλης, ακριβώς επειδή οι δύο λέξεις δεν σημαίνουν το ίδιο.
Το ρόλο των συμφραζομένων
Επειδή η σημασία μιας λέξης εξαρτάται από τόσους παράγοντες, η κατανόησή της απαιτεί πάντα προσοχή στα συμφραζόμενα — δηλαδή στο ευρύτερο γλωσσικό και εξωγλωσσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο εμφανίζεται η λέξη. Με άλλα λόγια, μια λέξη δεν «στέκεται μόνη της»: παίρνει το νόημά της από τις λέξεις γύρω της, από το κείμενο στο οποίο ανήκει, αλλά και από την κατάσταση επικοινωνίας γενικότερα (ποιος μιλάει σε ποιον, πού, πότε).
Παράδειγμα: Η λέξη «Ελλάδα» δεν αναφέρεται πάντα στο ίδιο πράγμα. Άλλοτε σημαίνει το σύγχρονο κράτος με τα γεωγραφικά του σύνορα, κι άλλοτε παραπέμπει σε κάτι ευρύτερο — σε έναν πολιτισμικό χώρο, σε μια ιδέα που ξεπερνά τα σύνορα (όπως η φράση «ελληνικός χώρος», που μπορεί να περιλαμβάνει και περιοχές έξω από το σημερινό ελληνικό κράτος όπου ζουν ή έζησαν Έλληνες). Χωρίς να δούμε τα συμφραζόμενα, δεν μπορούμε να ξέρουμε ποια από τις δύο σημασίες εννοεί κάθε φορά ο ομιλητής.
Ο πιο συνηθισμένος παγιδευτικός τρόπος σκέψης είναι να πιστεύουμε ότι, αν βρούμε τη λέξη σε ένα λεξικό, έχουμε καταλάβει πλήρως τι σημαίνει. Το λεξικό δίνει μια γενική, βασική σημασία, αλλά δεν μπορεί να προβλέψει όλες τις πιθανές αποχρώσεις που παίρνει μια λέξη σε συγκεκριμένη χρήση. Μια έκφραση όπως η αγγλική «it's Greek to me» («μου φαίνεται κινέζικα», όπως θα λέγαμε στα ελληνικά) δεν βγάζει νόημα αν μεταφράσουμε λέξη προς λέξη «είναι ελληνικά για μένα» — χρειάζεται να ξέρουμε το πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε η έκφραση, όχι μόνο τη λεξιλογική σημασία της κάθε λέξης χωριστά.
Γιατί έχει σημασία αυτό στην πράξη
Η προσοχή στα συμφραζόμενα και στους παράγοντες επικοινωνίας δεν είναι απλώς θεωρητικό ζήτημα — μας βοηθά να διαβάζουμε πιο προσεκτικά και να γράφουμε πιο συνειδητά. Όταν διαβάζουμε ένα κείμενο, πρέπει να αναρωτιόμαστε ποιος το έγραψε, για ποιον το έγραψε, πότε και πού, και σε τι είδους κείμενο ανήκει — γιατί όλα αυτά επηρεάζουν το τι σημαίνουν οι λέξεις του. Και όταν εμείς οι ίδιοι γράφουμε, η επιλογή μιας λέξης αντί μιας άλλης (π.χ. «Ρωμιοσύνη» αντί «Ελληνισμός») δεν είναι ποτέ τυχαία — μεταφέρει συγκεκριμένες σημασίες και συνδηλώσεις που ο αναγνώστης θα αντιληφθεί, ανάλογα και με το δικό του πολιτισμικό υπόβαθρο.