Πόσον η ζωή ήτο γλυκεία... 🏝️
Εσηκώθην, αισθανθείς ρώμην τινά, κ' έφερα ολίγους γύρους περί τον αιγιαλόν, και την μικράν κοιλάδα, βλέπων πόσον η ζωή ήτο γλυκεία, εις τα ωραία, τα έρημ' ακρογιάλια της πτωχής νήσου μου. [...] Μετά εν τέταρτον της ώρας, μ' έκραξεν ο Αταίριαστος. 🌊
--- Μας ήρθε, είπεν, η μυζήθρα, μυρωδάτη, αχνιστή. Δεν έφερε πεσκέσι το Ξενιώ, η μικρή τσούπα του Πατσοστάθη. Ύστερ' από λίγο θα 'ρθη, λέει, ο αφέντης της --δηλαδή ο πατέρας της-- να μας φέρη, λέει, το κοκορέτσι, ψημένο, έτοιμο. Όσον διά τα δύο μπούτια θα μας τα φέρη, λέει, ωμά, για να τα ψήσουμε αργότερα εδώ. 🍖
--- Μπερεκέτβερσιν· (ο θεός να τα πληθύνη). 🙏
--- Το άλλο το μισό κατσίκι, το εκράτησε, λέει, για τη φαμίλια του, [...] επειδή θα μας ήτον πολύ να μας το έφερνε όλο, επτά οκάδες πράμα... Τώρα θα μας έρθη κι ο Αγάλλος, να μας ζυμώση την πίττα. Σ' αρέσει η τυρόπιττα με χλωρό τυρί και με δέκα αυγά; 🧀
--- Βεβαίως.
--- Και πάλι τα δύο μπούτια, ο ίδιος ο Στάθης θα μας τα ψήση εδώ, για να έχουμε να δειλινίσουμε. 🌅
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Τα ρόδιν' ακρογιάλια», Άπαντα, εκδ. Δόμος, 1997