1. Κείμενο
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Δείπνος 🍽️

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ανήκει στην πρώτη ποιητική σύνθεση του Σικελιανού, στις Ραψωδίες του Ιονίου που αποτελούν μαζί με τον Αλαφροΐσκιωτο τον πρώτο τόμο των Απάντων του. Και οι δύο αυτές συνθέσεις έχουν την ίδια ποιητική διάθεση. Στον Αλαφροΐσκιωτο αντικρίζεται η Φύση με μια καθαρότητα και ευαισθησία παρθενική. Η επικοινωνία με τη φύση είναι άμεση, όπως άμεση και αμοιβαία παρασταίνεται και η σχέση ανάμεσα στη φύση και στον ποιητή. Για τον Αλαφροΐσκιωτο ο Σικελιανός γράφει ανάμεσα στα άλλα και τα εξής: «από παιδί προσπέφτοντας αυθόρμητος ικέτης μπρος στη Φύση, δεν μετάφερα ποτέ μαζί μου ούτε μια σκέψη, ούτε μια λέξη μαθημένου a priori απέναντί της, που να μπορεί να σταθεί ωσάν εμπόδιο κι ως σκιά στη μεταξύ μας λαγαρή επικοινωνία... Μια σιωπηρή κατάσταση λεπτής και ευλαβικής αισθαντικότητας και καλοσύνης ως το βάθος δεχτικής-... τέτοια ήταν η πρωταρχική μου διάθεση μπροστά στη Φύση... Ο Αλαφροΐσκιωτος, λοιπόν, γραμμένος σε ηλικία είκοσι χρόνων, είναι η πρώτη κοσμική μου προέκταση μες στην ψυχή της Φύσης...». Πρέπει να προσέξουμε στο λυρικό αυτό ποίημα τη λυτρωτική επίδραση που ασκεί, στην ψυχική διάθεση του ανθρώπου, η γαληνεμένη φύση και γενικότερα τον τόνο της γαλήνης και της ηρεμίας που κυριαρχεί.


Στο δώμα, απάνω στο βουνόν, έτοιμος είν' ο δείπνος.

Γλυκό είναι του λαδιού το φως σαν το γλυκό καρπό του,

θροφή στα μάτια, με γλαυκή στο χάλκωμα τη ρίζα...

Σα γαληνός αστερισμός στο σπίτι ο λυχνοστάτης.

Και το τραπέζι με λινόν ευωδισμένο εστρώθη,

απάνω του οι χλωροί καρποί, απάνω κι η κερήθρα,

κι η ελιά γλυκιά στα στόματα, καθώς το φως στα μάτια.

Και η ανυφάντρα εδείπναγε, και η νια μοιρολογήτρα,

γυναίκες γλυκομέτωπες, η Λυγιά δίπλα εδείπνα,

που τη φλογέρα απίθωσε στον αργαλιόν απάνω,

και η Γλαυκή, μεγαλόφωτη γυναίκα, αναπαμένα

στο μέτωπό της τα μαλλιά που 'χε σε δυο φτερούγες

χρυσές και πόφεγγε ήσυχα το μέγα μέτωπό της.

Κι ήσυχη εσπέρα εφώταγε μες στα βαθιά μας φρένα,

στα παραθύρια τ' ανοιχτά βαθιάν Ολύμπια νύχτα,

με τα βουνά σαν τον αχνόν απ' το λειψό φεγγάρι,

με τ' άστρα πόπιναν το φως στης ηρεμίας το λάδι.

Θροφή στα μάτια, σαν η ελιά στο στόμα, ο λυχνοστάτης

βαθιά 'φεγγε τα φρένα μας με την Ολύμπια νύχτα.

Το λάδι έφεγγε μέσα μας, βαθιά, την καλοσύνη,

κι η νύχτα την αγέρωχη γαλήνη και τη σκέψη.

Πίσω απ' τ' αλαργινό βουνό, που εδιάφεγγε σαν άχνα,

κατέβαινε κι ο πόνος μας μαζί με το φεγγάρι,

που επύρωνε, ως βασίλευε, τη σιωπηλή αγωνία...