1. Κείμενο
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

🏺 Νέοι της Σιδώνος 400 μ.Χ.

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ είναι γραμμένο το 1920. Η σκηνοθεσία μάς μεταφέρει στο 400 μ.Χ. στην πλούσια Σιδώνα, εξελληνισμένη πόλη στα παράλια της Φοινίκης που έχει πια καταστεί ρωμαϊκή επαρχία. Πέντε εύποροι και καλλιεργημένοι νεαροί διασκεδάζουν σε ένα σπίτι. Έχουν φέρει κι έναν ηθοποιό που τους απαγγέλλει ποιήματα. Ανάμεσα σε άλλα ποιήματα ο ηθοποιός απαγγέλλει και το επίγραμμα που, κατά την παράδοση, έγραψε ο Αισχύλος για να χαραχτεί στον τάφο του:

Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεύθει

  μνῆμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας·

  ἀλκὴν δ' εὐδόκιμον Mαραθώνιον ἄλσος ἄν εἴποι

  καὶ βαθυχαιτήεις Μῆδος ἐπιστάμενος.

Το επίγραμμα σημαίνει: «Αυτό το μνήμα σκεπάζει τον Αισχύλο, το γιο του Ευφορίωνα, Αθηναίο που πέθανε στη σιτοφόρα Γέλα· για την ευδόκιμη ανδρεία του μπορεί να μιλήσει το άλσος του Μαραθώνα και ο Πέρσης με την πυκνή χαίτη, που τη γνώρισε καλά». Το επίγραμμα αυτό αποτελεί και το επίκεντρο του ποιήματος του Καβάφη.


Ο ηθοποιός που έφεραν για να τους διασκεδάσει

απήγγειλε και μερικά επιγράμματα εκλεκτά.

Η αίθουσα άνοιγε στον κήπο επάνω·

κι είχε μιαν ελαφρά ευωδία ανθέων

που ενώνονταν με τα μυρωδικά

των πέντε αρωματισμένων Σιδωνίων νέων.

Διαβάσθηκαν Μελέαγρος, και Κριναγόρας, και Ριανός.

Μα σαν απήγγειλεν ο ηθοποιός,

«Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεύθει»

(τονίζοντας ίσως υπέρ το δέον

το «ἀλκὴν δ' εὐδόκιμον», το «Mαραθώνιον ἄλσος»),

πετάχθηκεν ευθύς ένα παιδί ζωηρό,

φανατικό για γράμματα, και φώναξε·

«Α δεν μ' αρέσει το τετράστιχον αυτό.

Εκφράσεις τοιούτου είδους μοιάζουν κάπως σαν λιποψυχίες

Δώσε - κηρύττω - στο έργον σου όλην την δύναμή σου

όλην την μέριμνα, και πάλι το έργον σου θυμήσου

μες στην δοκιμασίαν, ή όταν η ώρα σου πια γέρνει.

Έτσι από σένα περιμένω κι απαιτώ.

Κι όχι απ' τον νου σου ολότελα να βγάλεις

της Τραγωδίας τον Λόγο τον λαμπρό -

τι Αγαμέμνονα, τι Προμηθέα θαυμαστό,

τι Ορέστου, τι Κασσάνδρας παρουσίες,

τι Επτά επί Θήβας - και για μνήμη σου να βάλεις
μ ό ν ο που μες στων στρατιωτών τες τάξεις, τον σωρό

πολέμησες και συ τον Δάτι και τον Αρταφέρνη.»