1. Κείμενο
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

📜 Θεία Κωμωδία

Στο 26ο άσμα της Κόλασης ο Δάντης διηγείται ότι, όταν έφτασαν, με οδηγό το Βιργίλιο, στον 8ο Κύκλο, συνάντησαν εκεί τις ψυχές του Διομήδη και του Οδυσσέα τυλιγμένες στις φλόγες. Ο Δάντης θέλησε να τους μιλήσει, αλλά τον συγκράτησε ο Βιργίλιος λέγοντάς του:

**

Άσε με εμένα να μιλήσω, ξέρω τι θέλεις,

  και στο δικό σου λόγο μπορεί ν' αντισταθούν, μην το ξεχνάς

  πως στη ζωή τους ήταν τούτοι Έλληνες...

*Έτσι ο Βιργίλιος τους παρακαλεί να διηγηθούν ποιο τέλος είχε η ζωή τους.

  Στο απόσπασμα που παραθέτουμε μιλάει ο Οδυσσέας.*

Μόλις χωρίστηκα από την Κίρκη, που απάνω

από ένα χρόνο με είχε καρφώσει εκεί πλησίον

στη Γαέτα, όπως αργότερα ο δικός σας

ο Αινείας την ονόμασε, τίποτε δεν αξιώθηκε,

ούτε του γιου μου η γλυκιά μνήμη, ούτε το σέβας

για γέροντα Πατέρα, ούτε το χρέος μου για αγάπη

που, αν το ξεπλήρωνα, στην Πηνελόπη

θα 'δινε τη χαρά, τίποτε δεν αξιώθηκε

τη φλόγα μέσα μου, που μ' έτρωγε, να σβήσει,

αυτήν που μ' έσπρωχνε τι θα πει κόσμος να γνωρίσω,

να λάβω πείρα από τα πάθη, ή απ' την ανδρεία των ανθρώπων.

Και έξω από έγνοιες ρίχθηκα για τ' ανοιχτά

πελάγη, για την ευρύχωρη τη θάλασσα, καταμόναχος

σ' ένα σκαρί από ξύλο. Η συντροφιά μου λιγοστή,

όσοι μου στάθηκαν πιστοί, κανένας άλλος.

Τρικυμισμένος, από παραλία σε παραλία, είδα στο τέλος

την Ισπανία, είδα και το Μαρόκο, είδα και το νησί

των Σάρδων, μαζί με τ' άλλα τα νησιά, που βρέχει

μέσα τους η κλειστή θάλασσα. Εγώ και τα συντρόφια

ήμαστε γερασμένοι πια και αργοκίνητοι, όταν αγγίξαμε

το στενό το κανάλι, που ο Ηρακλής

έθεσε σύνορο στον άνθρωπο να μην το ξεπεράσει.

Αφήκα στη δεξιά μου τη Σεβίλια και η Σέτα

μ' αφήκε στα ζερβά. Αδέλφια μου, είπα, σεις

που σμίξατε μαζί μου και τους χίλιους πόνους

γευθήκατε και φθάσαμε στη δυτικήν

άκρια του κόσμου, το λίγο που σας μένει

απ' τη ζωή, μην αρνηθείτε μιαν ακόμη

πείρα να λάβετε μαζί μου, πίσω απ' τον ήλιο

να μάθουμε τι γίνεται, στον έρημο τον κόσμο,

που ψυχή ζωντανή δεν κατοικεί. Για στοχαστείτε

τη θεϊκιά σας φύτρα· δεν έχετε πλαστεί

να ζήσετε σαν κτήνη, μοίρα σας είναι

η ανδρεία, η γνώση. Τους συντρόφους μου

τα παρακάλια μου τους λύγισαν, τα λίγα λόγια

τους φτέρωσαν για το άγνωστο ταξίδι. Την πλώρη μας
τότε τη στρίψαμε κατά που βγαίνει ο ήλιος
, τα κουπιά

στα χέρια μας φτερά γίνηκαν και πετούσαμε

στον ξέφρενο τον πλου, με τη στεριά ζερβά μας.

Όλα τα ξένα αστέρια του άλλου πόλου

φωτίζανε τις νύχτες μας, και ο Πολικός μας τόσο χαμηλός

που
άγγιζε τη γραμμή της θάλασσας. Πέντε φορές

θέριεψε κι άλλες τόσες εσβήστη της Σελήνης

το φέγγος, από τη στιγμή που ξεθαρρέψαμε

για τη μεγάλη πλάνεση. Τότε μπροστά μας

ορθώθηκε ένα όρος. Από το μάκρος

που μας ξεχώριζε φαινόταν σκοτεινό, και όσο για ύψος,

ποτέ μου δεν θυμόμουν ψηλότερο να 'χω αντικρίσει.

Τρελά χαρήκαμε σαν το είδαμε, μα η αναγάλια

γρήγορα γύρισε σε θρήνο, γιατί απ' τη νέα τη γη

ένα μπουρίνι ξέσπασε και χτύπησε σκληρά

την πλώρη μας, τρεις γύρους έκανε στα κύματα

το ξύλο μας, μα η τέταρτη ύψωσε την πρύμη μας,

τότε που η πλώρη βούλιαζε στον σίφουνα. Ήταν βουλή θεού,

το κύμα μάς κουκούλωσε, εκλείστη η θάλασσα από πάνω μας.