🌋 Ανδρέας Κάλβος - Τα ηφαίστεια
Η ωδή ανήκει στη συλλογή Λυρικά.
📜 Το ποίημα
α'
Χλωρά, μοσχοβολούντα
νησία του Αιγαίου πελάγους,
ευτυχισμένα χώματα
όπου η χαρά κι η ειρήνη
πάντα εκατοίκουν.
β'
Τι τα θαυμάσια εγίνηκαν
κοράσια σας οπ' είχαν
ψυχήν σαν φλόγα, χείλη
σαν δροσισμένα ρόδα,
λαιμόν σαν γάλα;
γ'
Στα πλούσια περιβόλια σας
βασιλικός και κρίνοι
ματαίως ανθίζουν· έρημα,
ούτ' ένα χέρι ευρίσκεται
να τα ποτίζη.
δ'
Τα δάση, τα λαγκάδια σας,
όπου οι φωναί αντιβόουν
των κυνηγών, σιωπώσι·
σκύλοι εκεί τώρα αδέσποτοι
μόνον βαυίζουν.
ε'
Ελεύθερα, αχαλίνωτα
μέσα εις τ' αμπέλια τρέχουν
τ' άλογα, και εις την ράχην τους
το πνεύμα των ανέμων
κάθεται μόνον.
ς'
Εις τον αιγιαλόν
από τα ουράνια σύγνεφα
αφόβως καταβαίνουν
κραυγάζοντες οι γλάροι
και τα γεράκια.
ζ'
Βαθιά εις τον άμμον βλέπω
χαραγμένα πατήματα
ζώντων παιδιών και ανθρώπων·
όμως πού είναι οι άνθρωποι,
πού τα παιδία;
η'
Φρικτόν θλιβερόν θέαμα
τριγύρω μου εξανοίγω ·
ποίων είναι τα σώματα
που πλέουσ' εις το κύμα;
ποίων τα κεφάλια;
θ'
Αυγεριναί του ηλίου
ακτίνες τι προβαίνετε;
τάχα αγαπάει να βλέπη
έργα ληστών το μάτι
των ουρανίων;
ι'
Δημιουργέ του κόσμου,
πατέρα των αθλίων
θνητών, αν συ του γένους μας
όλου ζητής τον θάνατον,
αν συ το θέλης·
ια'
Τα γόνατα μου εμπρός σου,
να, πέφτουν· το υπερήφανον
κεφάλι μου, που αντίκρυ
των βασιλέων υψώνετο,
την γην εγγίζει.
ιβ'
Ιδού ευλαβείς οι Έλληνες
σκύπτουσιν όλοι· πρόσταξε,
κι επάνω μας ας πέσωσιν
οι φλόγες της οργής σου,
αν συ το θέλης.
ιγ'
Πλην πολυέλεος είσαι,
και βοηθόν σε κράζω...
Βλέπω, βλέπω εις την θάλασσαν
πετώμενον τον στόλον
αγρίων βαρβάρων.
ιδ'
Κοίταξε πώς ο ήλιος
χρυσώνει τα πανιά των·
κοίταξε πώς το πέλαγος
από σπαθιών ακτίνας
τρέμον αστράπτει.
ιε'
Από τας πρύμνας χύνεται
γεμίζων τον αέρα
κρότος μυρίων κυμβάλων,
και μέσα από τον θόρυβον
ψάλματα εκβαίνουν·
ις'
«- Στάζουσι τα μαχαίρια μας
από το αίμα ακάθαρτον
των χριστιανών· πριν πήξη,
ελάτε, ελάτε εις νέον
αίμα ας τα πλύνωμεν·
ιζ'
Ελάτε να ζεστάσωμεν
τα χέρια μας στα σπλάχνα
όσων θυσίας προσφέρουσιν
εις τον σταυρόν και σέβονται
αγίων εικόνας.
ιη'
Ελάτε, ελάτε, ο κόπος
αν μας καταδαμάση,
επί σορούς σφαγμένων
καθίζοντας, ανάπαυσιν
θέλομεν εύρει.
ιθ'
Τα ρόδα της Ελλάδος
εις τ' αίμα της βαμμένα
θέλει φανούν τερπνότατον δώρον των γυναικών μας,
κι έργον ηρώων».
κ'
Σκληρά, δειλά αναθρέμματα
της ποταπής Ασίας,
έργον ηρώων, ναι, βέβαια,
ποίος το αμφιβάλλει, υπάρχει
το τρόπαιόν σας.
κα'
Έργον ηρώων, αν σφάξητε
αδύνατα παιδία·
έργον ηρώων, αν πνίξητε
τας τρυφεράς γυναίκας
και τα γερόντια.
κβ'
Ιδού κι άλλα νησία
την λύσσαν σας προσμένουσι·
πόλεις ιδού και αλίκτυπος
ξηρά κατοικημένη
απ' έθνη αθώα.
κγ'
Δια σας ηρώων κοπάδια,
δεν φθάνει η Χίος, η Κύπρος·
των Κυδωνίων δεν φθάνουσιν,
της Κάσου και της Κρήτης
οι κατοικίαι.
κδ'
Άμετε, μην αφήσετε
ζώντα κανένα· απ' αίμα
τα αιγαία νερά βαμμένα
κύματ' ας έχουν γέμοντα
από σφαγάδια.
κε'
Ω Έλληνες, ω θείαι
ψυχαί, που εις τους μεγάλους
κινδύνους φανερώνετε
ακάμαντον ενέργειαν
και υψηλήν φύσιν!
κς'
Πώς από σας καμία
δεν τρέχει τώρα; πώς
κει μέσα εις τα πλεόμενα
δεν ρίχνεσθε, καράβια
των πολεμίων;
κζ'
Πώς, πώς της ταλαιπώρου
πατρίδος δεν πασχίζετε
να σώσητε τον στέφανον
από τα χέρια ανόσια
ληστών τοσούτων;
κη'
Είναι πολλά τα πλήθη των
και φοβερά εις την όψιν,
αλλ' ένας Έλλην δύναται,
ένας άνδρας γενναίος
να τα σκορπίση.
κθ'
Όποιος την δάφνην θέλει
αθάνατον της δόξης,
όποιος δάκρυα δια τ' έθνος του
έχει, δια δε την μάχην
νουν και καρδίαν·
λ'
Ας έκβη αυτός. - Να, βλέπω,
ταχείαι, ως τ' απλωμένα
πτερά των γερανών,
έρχονται δύο κατάμαυροι
τρομεραί πρώραι.
λα'
Παύει ως τόσον ο κρότος
των μουσικών οργάνων·
τ' αγαρηνά τραγούδια
παύουν και τα υπερήφανα
βλάσφημα μέτρα.
λβ'
Μόνον ακούω το φύσημα
του ανέμου οπού περνώντας
εις τα κατάρτια ανάμεσα
και εις τα σχοινιά σχισμένος
βιαίως σφυρίζει.
λγ'
Μόνον ακούω την θάλασσαν
που ωσάν μέγα ποτάμι
ανάμεσα εις τους βράχους
κτυπώντας μυρμυρίζει
γύρω εις τα σκάφη.
λδ'
Να οι κραυγαί και ο φόβος,
να η ταραχή και η σύγχυσις
από παντού σηκώνονται,
και απλώνουν πολυάριθμα
πανία να φύγουν.
λε'
Στενόν, στενόν το πέλαγος
ο τρόμος κάμνει· πέφτει
ένα καράβι επάνω
εις τ' άλλο και συντρίβονται·
πνίγονται οι ναύται.
λς'
Ω! πώς από τα μάτια μου
ταχέως εχάθη ο στόλος·
πλέον δεν ξανοίγω τώρα
παρά καπνούς και φλόγας
ουρανομήκεις.
λζ'
Έξω από την θαλάσσιον
πυρκαϊάν νικήτριαι
ιδού πάλιν εκβαίνουν
σωσμέναι οι δύο κατάμαυροι
θαυμάσιαι πρώραι.
λη'
Πετάουν, απομακρύνονται·
στο διάστημα του αέρος
χωσμέναι γίνονται άφαντοι·
διαβαίνουσαι επαιάνιζον,
κι ήκουεν ο κόσμος.
λθ'
Κανάρη! — και τα σπήλαια
της γης εβόουν: Κανάρη. —
Και των αιώνων τα όργανα
ίσως θέλει αντηχήσουν
πάντα: Κανάρη! 🔥